GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above




 Hellenes around the Globe





. ΔΙΗΓΗΜΑ 

Ο ΑΛΛΟΣ 

Πρώτο βραβείο 

Πάντως το θυμότανε καλά. Είχανε πει για τις έξι. Είχε, λοιπόν, μπροστά της τρεις τουλάχιστον ώρες. 

Αλλά πάλι .. σίγουρα ήταν για τις έξι ή μήπως είχαν πει για τις πέντε; Κι αν ήταν για τις πέντε τι καθότανε; Δεν είχε καθόλου χρόνο. Πανlκοβλήθηκε. 

Κι αυτό το τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει ... 

Για στάσου όμως, δεν το είχε γράψει στο ημερολόγιό της, εκεί που έγραφε τα σπουδαία μόνο γεγονότα; 

Μα πού είναι το ημερολόγιο; Ανόητη που ήταν. Πού θα μπορούσε να είναι το ημερολόγιο ή μη μόνο στη θέση του; 

Ένοιωσε ανακούφιση. Πραγματικά ήταν για τις έξη. Ήδη, είχε χάσει πολύτιμο χρόνο. 

Έπρεπε να βιαστεί ... κι αυτό το τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει! 

Γιατί, δηλαδή, και «σπεσιαλίστες» είδε, και ζουμιά κινεζοβότανων, με τις καράφες παρακαλώ, κατάπιε, και κασέτες για αυθυποβολές αγόρασε και τούτο και κείνο, καλά νάσαι ... Το τρέμουλο, τρέμουλο έμεινε, μονιμοποιήθηκε. Μέχρι και γιόγκα είπε να κάνει. Αϊ στα κομ μάτια ... πήγε τέσσερις η ώρα κι αυτή .... 

Έτρεξε στον καθρέφτη. Μια τελευταία ματιά δεν έβλαπτε, πριν κατααπιαστεί με το ντύσιμο. 

Έβγαλε κι έλεγξε την γλώσσα της. Σαν άσπρη της φάνηκε. Τα δόντια της και γερά και καθαρά ήταν. Το βλέμμα της στάθηκε για λίγο στα μάτια της. Τι ακαθόριστο χρώμα κι αυτό! Ούτε πράσινα ήταν, ούτε γκριζοπράσινα. Ούτε καν καστανά. Το χρώμα των ματιών της ήταν όλα τα χρώματα μαζί, μα τίποτε ξεκάθαρο. Να, σαν τη ζωή της! Το βλέμμα της στάθηκε σε κείνες τις ρυτίδες που ξεκινούσαν από τη ρίζα της μύτης της, καμπύλωναν λιγάκι, ανηφόριζαν προς το μέσον του κάτω βλέφαρου, πάσχιζαν λες, να ανοίξουν χαράκωμα, έφθαναν μέχρι την άλλη άκρη του ματιού κι εκεί πια η μια γινότανε πολλές. Να, σαν φουντίτσα, κι από κει με λυσσαλέα ενδοσκαπτική έξαρση ζητούσαν να φτάσουν στον κρόταφό της. Και τι δεν έκανε να τους κόψει αυτή την πορεία! Άκουσε τώρα τελευταία για κάτι κομπρέσες με ελαιόλαδο. Θα το δοκίμαζε κι αυτό ... Πέρασε το χέρι της πάνω τους κι ανατρίχιασε. Τα χέρια της αδρά, σκληροπετσιασμένα. Νιβέες, λοσιόν, λεμόνια κι αν δεν χρησιμοποίησε! Καλά νάσαl, τίποτε. Πάντως θα έπρεπε να βάζει γάντια, τουλάχιστον όταν έκανε τον κήπο της κι όχι να βουτάει έτσι αυθόρμητα μεσ' τις ρίζες και τα χώματα όπως έκανε κι η μάνα της στο χωριό. Πήγε να θυμηθεί το χωριό, μα το τηλέφωνο δεν την άφησε. Πανικοβλήθηκε. 

Κι αυτό το τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει ... Τι να ήταν άραγε; Κάποια αναβολή; Α, δεν θα το άντεχε! Κουτή που γινόταν! Λάθος αριθμό πήραν. 

Έπρεπε να βιαστεί. Κόντευε πέντε. Τάχασε. Και τι να έκανε πρώτα; 


Μακιγιάζ ή ντύσιμο; και τι θα έβαζε, πως θα βαφόταν; 

Τούτη τη μέρα την περίμενε με λαχτάρα, με πόνο και πόθο ψυχής, την είχε σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια και τώρα τάχανε. 

Κι αυτό το τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει ... 

Θ' άρχιζε με το ντύσιμο. Ήξερε τι θα φορούσε. Δεν αγόρασε το ταγιέρ ειδικά για σήμερα; 

Της έπεσε κουτί. Σαν να μην ήταν όμως ευχαριστημένη με το χρώμα. Αλλά όχι κι η πωλήτρια της είχε πει πως της πήγαινε θαυμάσια. Ωραία ... ωραία ... 

Δεν ήθελε να βαφτεί έντονα. Να, απαλές σκlές, λίγη πούδρα, κι απαλό ροζζκαφέ κραγιόν για τα χείλη της. Α, τα χείλη της, το στόμα της! Είχε τουλάχιστον κάτι για να υπερηφανευθεί. Της άρεσαν τα χείλη της. Δροσερά, προκλητικά, ανυπόμονα, έδιναν την εντύπωση πως ήταν πάντα αχόρταγα, πάντα πεινασμένα. 

Η κομμώτριά της φρόντισε το χτένισμά της, αλλά όπως πάντα έκανε και τις δικές της επιδιορθώσεις. Τράβηξε ένα τσουλούφl από δω, ίσιαξε ένα άλλο από κει, πάτησε λίγο την κορυφή σαν πολύ φουσκωτά να 'γιναν τούτη τη φορά-, πλατάγισε τη γλώσσα της και νάτο πάλι το τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει. 

Της έμεναν κάπου 15 λεπτά. Να 'φτιαχνε ένα καφέ ή να 'βαζε σ' ένα 
ποτηράκι λίγο ποτό και να το κρατούσε τάχα έτσι ανέμελα κατά την άφιξή του; Όπου να 'ταν θα ερχόταν. 

Μέγας είσαι Κύριε! Δώσε μου λίγο κουράγιο, μουρμούρισε. Και η θέση; Σε ποια θέση; Πού; 

Η σκέψη της δεν είχε ειρμό. Η τριγράμματη λεξούλα αυτό το «πού», Οέρlεψε, γιγάντωσε, δράκος έγινε που ήθελε να την καταπιεί. Και το φως; Και η γωνία; Που! Φως! Γωνία! Ίδρωνε, την έπιασε ίλιγγος. 

Κι αυτό το τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει. Που; Φως; Γωνία; Κουδούνι; Χτυπούσε το κουδούνι. Ποιος ξέρει για πόσο. Πουλαράκι αφηνιασμένο η καρδιά στο στήθος της. 

Έφτασε στην πόρτα. Την άνοιξε κι έμεινε αποχαυνωμένη. Η κάτω σιαγόνα 1 ης δεν έλεγε να υπακούσει. Είχε τελείως ανεξαρτηκοποιηθεί. 

Θεέ μου! τι υπέροχο κομμάτι ήταν πάλι τούτο! Και πως άστραφτε! Πλησίασε δειλά. Κάθισε συμμαζεμένα, φοβισμένα, με δέος. Έπιασε μια γωνlτσα. Πήγε να τον χαϊδέψει κι αναπήδησε έντρομη. Τούτο δω το χέρι, το αδρό και σκληροπετσlασμένο ήταν άξιο να χαϊδέψεl το αριστούργημα; 

Και τι θα 'πρεπε να κάνει δηλαδή; να μην τον χαιρότανε η ψυχή της, έτσι (Ίιιως ήθελε αυτή; 

Αλλά να 'ταν μόνο το χάδι! Ούτε να καθίσει σαν άνθρωπος, τολμούσε! > ιιμμαζεύτηκε σε μια ακρίτσα, πάτησε γερά με το ένα πόδι στο πάτωμα, ζύγιασε ιο κορμί της, έριξε όλο το βάρος της προς τα εμπρός ώστε το βάρος που θα (ιιιψιε πάνω του' να ήταν όσο γινόταν λιγότερο προσπαθώντας έτσι να τον α ιιολαύσει σ' αυτήν την άβολη θέση. 

Μια απέραντη λύπη την κυρίευσε. Σαν ταινία πέρασε από το νου της όλη ι ης η ζωή. Μια ζωή που μπορούσες να την συνοψίσεις και να τη χωρέσεις σε μια 

παράγραφο. Μια ζωή στην αφάνεια, με θυσίες και υποχωρήσεις. 

Κι εκεί στο μεσουράνημα της ηλικίας της, επαναστάτησε και πήρε το δικαΙωμα να κάνει κι αυτή το δικό της. Ν' αγοράσει έναν καινούργιο μοντέρνο καναπέ. 

Αί στα κομμάτια. Πως γίνεται να είσαι ήρωας κι επαναστάτη ς με τρέμουλο; Με αποφασιστικότητα πήγε στο το τηλέφωνο. 

Ναι; Δανάη εσύ; Η μαμά είναι παιδί μου. 

Ναι. .. ναl, όλα καλά. 

Άκου, παιδί μου, πέρασε να πάρεις έναν όμορφο καναπέ. Όχι παιδί μου, δεν τον χρειάζομαι. Ναι, σίγουρα, γεια σου. Πάει κι αυτό. 

Αίφνης αντιλήφθηκε πως τ' αγαπούσε το τρέμουλό της, τις θυσίες της, τις υποχωρήσεις της, την ταπεινότητά της. Ε, και λοιπόν; Όλα αυτά, δικά "της δεν ήταν; Πήγε και σκέπασε το «αριστούργημα» με ένα σεντόνι και τράβηξε κατ' ευθείαν στον παλιό, το δικό της καναπέ. 

Ξάπλωσε χωρίς φόβο και δέος, με την αυτοπεποίθηση του κτήτορα. Μια υπέρτατη γαλήνη κυρίευσε το είναι της. 

Ο άνδρας της, τη βρήκε κοιμlσμένη και δεν τόλμησε να την ξυπνήσει. Αυτό το ήρεμο, σχεδόν αγγελικό χαμόγελο που έφευγε σ' όλο της το πρόσωπο, του έφερε ρίγη στοργής και αγάπης για την ταπεινούλα του. 


Κάθη Καζανά

Reproduced with the permission of the Editor
Antipodes Journal of the Greek-Australian Cultural 
League of Melbourne 

ISSUE NO. 48-2002

 

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info