Αργά,
βαριά
ρυθμικά,
ανέβΙαινε
τρέμοντας
τις σκάλες
της
πολυκατοικίας.
'Ήταν
ένας ψηλός
άνδρας και
το βλέμμα
του φαιvότav
απλανές.
Κάποιος
τον
κρατούσε
από το
μπράτσο. Kοντoστάθηκε
να πάρει
ανάσα.
Του
ήταν
δύσκολο να
το
πιστέψει.
Κάποιο
λάθος θα
είχαν
κάνει. Αν
ήταν όμως
αλήθεια
; Αυτή η
σκέψη σαν
τα νύχια
του άγριου
θηρίου του
ξέσκισε τα
σωθικά.
Πήρε μια
ανάσα
και σήκωσε
με το ζόρι
το δεξί του
πόδι για ν'
ανεβεί το
επόμενο
σκαλί.
--Σ'
αυτόν τον
όρrnpo είναι,
ακούστηκε
η φωνή του
συνoδoύ.
Προχωρούσαν
σ' ένα
μισοσκότεινο
διάδρομο,
τα πόδια
του δεν τον
κρατoύσαν,
λίγα
βήματα και
θα έπεφτε Kάτω.
Ο συνοδός
κοίταζε το
νούμερο
στις
πόρτες.
--Εδώ
είναι, του
είπε κι
αφήνοντας
το μπράτσο
του,
κτύπησε
την πόρτα.
Μια
γυναίκα με
φορεσιά
νοσοκόμας,
τους
άνοιξε.
Αμίλητος
κοίταξε
γύρω του.
Κοντά
σ' ένα μικρό
τραπεζάκι
καθόταν
ένας
άνδρας με
άσπρη
ρόμπα. Στην
απένατι
γωνία ήταν
δύο
βΙαλίτσες
και στη
μέση του
δωματίου,
ένα
κρεβάτι,
στρωμένο μ'
ένα άσπρο
σεντόνι
που
σκέπαζε
κάτι.
Στην
αρχή δεν
κατάλαβε,
βΙλέποντας
τον όγκο
στο
κρεβάτι.
-Ο
κύριος
Μπλαλής;
Εγώ είμαι ο
γιατρός
Ιάσων, του
είπε ο
άντρας με
την άσπρη
φορεσιά.
Με
πατικωμένα
τα χείλη
του,
κούνησε το
κεφάλι του.
Το μυαλό
του ήταν
μπερδεμένο
και τα
χέρια του
παγωμένα. Μ'
ένα νόημα
του γιατρoύ
η νοσοκόμα
σήκωσε το
σεντόνι.
---
Την
γνωρίζετε;
Είναι η
κόρη σας;
Ξαφνικά
τινάχτηκε
κι ύστερα
κοκκάλωσε.
Προσπάθησε
ν' ανοίξει
το στόμα
του, τα
χαρακτηριστικά
του
προσώπου
του
σκλήρυναν,
τα χεiλια
του
πάνιασαν
και τα
μάτια του
προσπαθούσαν
να
τρυπήσουν
την εικόνα
που
έβλεπαν. Τα
μελίγκια
του
άρχισαν
ένα
ξέφρενο
χορό και το
αίμα του
ξεχύθηκε
σαν το
ποτάμι κι
έσμιξε με
το
χτυποκάρδι
του. --Γιατί
σηκώσατε
την
κουβΙέρτα;
Γιατί; Δεν
έπρεπε να
το κάνετε,
μουρμούριζε
αφηρημένα;.
Παραπάτησε
σαν
μεθυσμένος.
Μόλις
καιπρόλαβΙε
ο γιατρός
να του
δώσει τη
καρέκλα.
Σαν το
μαύρο
πουλί που
κράζει
ξαφνικά
και κόμει
την ησυχία,
έτσι
άκουσε τη
φωνή του
γιατρού.
---Πέθavε
από τα
ναρκωτικά.
Το ξέρατε;
Τινάχτηκε
σαν να τον
άγγιξε το
ηλετρικό
ρεύμα και
μετά έπεσε·
βαρύς στο
κάθισμα. ---Το
ξέρατε; Τον
ξαναρώτησε
ο γαιτρός.
Δεν
του έδωσε
σημασία.
Μια άλλη
εικόνα
πήρε τη
σειρά της. 'Ενα
μικρό
πανέμορφο
κοριτσάκι
με τις
χαρούμενες
φωνούλες
του,
έφτιαχναν
μια
φωτεινή
εικόνα.
Σήκωνε
τα χεράκια
του και σαν
το πινέλο
που θέλει
να ζωγραφiσει,
περνούσαν
από το
λαιμό του,
στο
πρόσωπό
του, στα
χείλη του
και του 'πιavε
το
μουστάκι
ξεσπώντας
στα γέλια. Έπαιζε
μουσική
και του
τραγουδούσε.
'Oτav έγιvε
μεγάλο.
Βοηθούσε
τη μάνα της,
στις
δουλειές
του
σπιτιού
και
μάθαινε να
μαγειρεύει
κοντά της.
Πήγαινε
στο
σχολείο
και ήταν
μια από τις
καλύτερες
μαθήτριες.
Τότε το
σπίτι
έλαμπε από
χαρά.
Τέτοια ευτuχiα'
δεν
κράτισε
για πολύ
--Αν
ζούσε η
μακαρίτισσα-
•• σκέφθηκε
το
σκοτεινιασμένο
του μυαλό.
Σηκώθηκε
τώρα και
προσπαθούσε
να δει το
κορίτσι,
που ήταν
στο
κρεράτι. Στ'
αλήθεια,
ήταν η
Μαιρούλα
του. Η
καρδιά του
άρχισε να
κτυπά πιο
δυνατά,
λίγο ακόμη
και
θα
τρυπούσε
το στήθος
του •••
Ο
πατέρας, η
μητέρα, το
παιδί, όλοι
μαζί είναι
ένα σώμα,
μια ψυχή.
Πόνεσε
όταν έιασε
το ένα
μέλος, τη
μητέρα.
Αποκόπηκε
και το άλλο
μετά τον
θάνατο του
πρώτου. Τα
μέλη της
οικογένειας
διαλύθηκαν.
Η αμoιβαία
αγάπη, ο
σεβΙασμός
εξαφανίστηκαν.
Τα πήρε κι
αυτά ο
χάρος κι ο
χάρος ήταν
αυτή η
φανταχτερή
ξανθιά που
έγινε
σύντομα η
παρηγορήτρα
της
Μαιρούλας
του. Την
ξεμυλαλισε
κι ύστερα
τη
θάνάτωσε.
---Αν
ζούσε η
μακαρίτισσα-..
ξανασκέφτηκε..
Σήκωσε
τα τρεμάμεw
χέρια τοο, έpιασε
τα μαγουλά
του και
προσπάθησε
να
καρατήσει
τα δάκρυα
του
κυλούσαν
στο
πρόσωπό
του.
Αν
έμλεπε
ξαφνικά
αυτή την
ξανθιά, που
δεν την χώνεψε
από τη
πρώτη
στιγμή η
Μαιρούλα
του την
είχε φέρει
στο σπίτι,
θα την
ξέσκιζε σε
κομμάτια..
-Σε
πολλά
κομμάτια,
Θεέ μου._
Μουρμούριζε
απελπισμένα,
ενώ
κάποιος
του
μιλούσε,
αυτός δεν
έδινε
προσοχή, δεv τον
άκουγε. Το
βλέμμα του
είχε
στραφεί
στο πάτωμα
όπου
κάποιος
μάζευε μια
σύριγγα μ'
ένα κουτί
δίπλα στο
κρεβάτι...
-Έλα
πάμε, του
είπε
επιτακτικά,
ο αστυνoμικός.
Τον
κοίταξε
άγρια κι
ύστερα
κοίταξε
πάλι το
σώμα του
παιδιού
του.
Η
νοσοκόμα
ύστερα από
εντολή του
γιατρoύ
σκέπασε το
σώμα και
δύο
νοσοκόμοι
το έμαλαν
πάνω στο
φορείο.
--Μαιρούλα,
παιδί μου,
φώναξε
τώρα άγρια
και η φωνή
του
βροντερή
σαν
ηφαίστειο
που
ξεσηκώνει
την ησυχία
του τοπίου,
ξάφνιασε
αυτούς που
βρίσκονταν
στο μικρό
δωμάτιο. Άπλωσε
τα
τρεμάμενα
χέρια του
να πιάσει
το σεντόνι,
μ' αυτά
έπεσαν σαν
παράλυτα.
--Θεέ μου και
δεν έχει
κλείσει
ακόμη τα
δεκαοχτώ, η
φωνή του
βγήκε
σβησμένη,
αποκαμωμένη.
Ο πόνος, του
είχε
ρουφήξει
το ισχνό
του κορμί
που δεν
μπόρεσε να
κρατηθεί
και σαν
πεθαμένο
πρόλαμε να
μισοκαθίσει
στην
καρέκλα.
Ο
γιατρός
του έπιασε
τον σφυγμό
του.
-Μη
βιάζεσαι
κυρ
Αστυνόμε.
Δεν είναι
σε θέση να
του
μιλήσεις.
Πρέπει να
περιμένετε
να
συνέλθει
από το σοκ.
Οι κτύποι
της
καρδιάς
του μου
λένε ότι
υπάρχει
κίνδυvoς να
τον
χάσουμε κι
αυτόν, είπε
ο γιατρός
με φωνή που
πρόδιδε αvησυχία.
Υστερα
άνοιξε το
μαλιτσάκι
του, πήρε
μια
σύριγγα
και του
έκανε μια
ένεση, για
να τον
συνεφέρει.
Η νοσοκόμα
με τον
αστυνομικό
βoήθησαν
τον πατέρα
μέχρι το
ασθενοφόρο.
Στο δρόμο
είχαν
μαζευτεί
μερικοί
περίεργοι
και
κοιτούσαν.
Άτομα
με
διαφορετικές
προσωπικότητες,
διαφορετικές
ιδέες και
απόψεις.
Χλωμά
πρόσωπα,
άτομα που η
μορφή τους
πρόδιδαν
το είδος
της
γειτονιάς. Xάζεoαv
την κivηση
της
αστυνομίας,
του
ασθενοφόρου,
του πατέρα.
Μόλις τον
είδαν,
ακούστηκαν
μερικά
ψιθυρίσματα.
••
Από
τότε έχουν
περάσει
δύο χρόνια.
Ο πατέρας
έχει
αλλάξει
γειτονιά.
Το
λεβέντικο
κορμί του
έχει γεiρει
και δεν
είναι ούτε
πενήντα
χρονών.
Κλεισμένος
στη δική
του φυλακή
που του
χάρισε ο
σύγχρονος
κόσμος,
σκέφτεται
πόση άδικη
είναι η
μοίρα του,
πόσο
σκληρή
είναι η
κοινωνία
και πόσο
δύσκολα
είναι να
έρθεις σ'
επαφή μαζί
της. Ζούσε
μόνος του,
με τα
παραμιλητά
του.
Μια
γυναίκα
ερχόταν
συχνά και
του
καθάριζε
το σπίτι..
Δεν
μπορούσε
να
καταλάβει
την
αποστολή
του
ανθρώπου
στη γη. 'Εκλαιγε
κι έπινε τα
δάκρυά του. Ήταν
Xριστoύγεννα
που πήρε
την
απόφαση να
πάει
μέχριι την
εκκλησία
και ν'
ανάψει δύο
μεγάλες
λαμπάδες.
Ζήτησε
συγχώρεση
από τον θεό,
για τη δική
του ζωή. Μια
ηλιαχτίδα,
κατακόκκινη,
ζεστή,
πέρασε από
το
παράθυρο
της
εκκλησίας
και τον
χάιδεψε
στο
πρόσωπο,
αισθάνθηκε
κοντά του,
τον θεό.
Από
τότε η γειτovιά
βλέπει ένα
καμπουριασμένο,
μεσόκοπο
άντρα να
πηταίνει
μέχρι τον
φούρνο ή
τον
μπακάλι
και να
γυρνά ξανά
στο
διαμέρισμά
του •••
Θέκλα
Σκαρτσέλλα
Μελμούρνη.