ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            




 

ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

 


 


 

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΟ

της Ντίνας Αμανατίδου

MELPO

Aristides G. Paradissis

ELEGY OF DREAMS

Chris Papachristos 

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Κύπρος Κυπριανού

MORE

 


   hh

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΟ

Δεύτερο βραβείο Διηγήματος Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 1988.

Δεν έχει τι άλλο πια να κάνει ο Γεράσιμος από το να μαζεύει ήλιο με τις ώρες στην αυλή, μη και ξεκουράσει τα πονεμένα του κόκαλα.

Πριν λίγες μέρες πήρε τη σύνταξη. Στα εξηνταδύο του χρό­νια άχρηστος, απ' την πολλή δουλειά. Αυτή η μέση τον σακά­τεψε για καλά. Και λύγισε ο ατρόμητος Διγενής στα εύπορα αλώ­νια της ξενιτιάς.

Κι όταν στενεύουν οι δυνατότητες να ελπίζεις, τότε θυμάσαι πιο έντονα όσα έζησες. ' Όλες αυτές τις μέρες στα ίδια παλιά μονοπάτια. Η ζωή του κινηματογραφική ταινία στην μνήμη, ξετυλίγει γοργά μπροστά του αυλές τις αγέραστες θύμησες. Με τις πιο μικρές λεπτομέρειες, τόσο που τον δονούν εσωτερικά, λες και γίνονται τώρα, όσο τα θυμάται... Λες και θέλει να πάρει δύναμη από αυτά, τώρα πια που ανήμπορος, μόνο το απειθάρχη ημονικό αναπολεί...

...Ζαλισμένος είχε βρεθεί στο Πορτ Μέλμπουρν, εκείνο το ζεστό, πνιγερό πρωινό.

Τι μπορούσε να πιστέψει για τον εαυτόν του και τη Ζωή; Τι θα μπορούσε να καταφέρει με τόσες ελλείψεις και χωρίς τη γλώσσα του τόπου;

Πού βρήκε εκείνο το θάρρος και πήρε τη μεγάλη απόφαση της εθελοντικής εξορίας του, από τη γλυκιά του γενέτειρα;

Χάνεται μέσα σε τέτοια ερωτήματα. Τώρα τρέμει σα φύλλο μονάχα που τα σκέφτεται. Σα χαμένος είχε βρεθεί να πατά το αυστραλέζικο χώμα με τις δυο ελαφριές του βαλίτσες στο χέρι, μετά την ατέλειωτη ουρά και τις διατυπώσεις της εκτελώνισης του ζωντανού υλικού...

Δείλιασε. Τι θα γινόταν; Πού θα πήγαινε, ένας άγνωστος σ' αυτή την απέραντη Γη;

Δε διάλεξε. Εξάλλου δεν είχε την ευκαιρία της επιλογής. Η ανάγκη έφερε τη λύση, όταν ένας συνεπιβάτης του μίλησε για το Η03ΤΕΙ της Μπονεγκίλλας. ' Ένα γυμνό αφιλόξενο στρατόπε­δο του φάνηκε. Σταύλος να καταλαγιάσει το κοπάδι από τη μεταναστευτική τρικυμία...

' Όμως τώρα το αξιολογεί σαν την κιβωτό του Νώε που ήθελε να διασώσει από τον αποδημικό κατακλυσμό, όλες τις φυλές του Ισραήλ. Εκεί τουλάχιστον βρήκε προσωρινά στέγη, και εκείνο το ανούσιο, απαραίτητο όμως φαγητό. Από εκεί έγινε και η εξόρμηση για την πρώτη δουλειά. Τσιτσιρίστηκε μέχρι κά­ποιος να τον προσλάβει και να πιάσει στο χέρι τον πρώτο του μισθό.

Και πάνω σ' αυτόν τον πρώτο μισθό ορκίστηκε κλαίγοντας. Αυτό θα ήταν το τελευταίο του τσιτσίρισμα στη Ζωή.' Ήθελε να επιβιώσει, μα να επιβιώσει ανθρώπινα. Η στανική επιβίωση δεν ήταν για αυτόν.

' Όχι! Με τσιτσιρίσματα θα μπορούσε να ζήσει και στο γαλά­ζιο του νησί. Με τον καθαρό αέρα και τα χίλια χρώματα που παι-χνίδιζαν αθώα στον ήλιο.

Το έβαλε σκοπό λοιπόν να πετύχει. Να κατακτήσει τούτη τη χώρα, γιατί ποθούσε, ήθελε να ζήσει. Τελικά το πείσμα του ξεριζωμένου τον έβγαλε νικητή. Δούλεψε όμως σκληρά και πολλές ώρες για αυτό. Τώρα μόνο αισθάνεται τα τραγικά αποτελέσματα. Αλλά τώρα είναι πια αργά, ακόμα και να αλλάξει τις βαλσαμωμένες θύμησες.

Πάντα τη φιλοσοφούσε τη Ζωή ο Γεράσιμος. Πίστευε πως ο καιρός κυλά ευεργετικά και χρήσιμα μέσ' τη δουλειά. Δεν κάθεται ο άνθρωπος άχρηστος να μετρά γεμάτος λύπη τις άκαρπες ώρες που γλυστρούν άσκοπα μακριά. Που δεν αφήνουν κάποια χειροπιαστή παρηγοριά επένδυσης.

Με τη δουλειά, μόνο με τη δουλειά, γίνεται το κάθε ξεκίνη­μα. ' Όλα τ' άλλα μπαίνουν σιγά-σιγά σε τροχιά...

Μετά από λίγα χρόνια διαμονής του στη Μελβούρνη αγόρασε το πρώτο του σπιτικό. Με δόσεις βέβαια, αλλά είχε μια στέγη πάνω απ' το κεφάλι του.' Ένα ολοδικό του κήπο.' Άρχισε να δουλεύει το χώμα να εξοικειωθεί με τούτη τη Γη. φύτεψε και δέντρα, γιατί ήθελε ίσκιο και ρίζες... ' Ήρθε και ο γάμος να έχει έναν άνθρωπο δικό του, να μην είναι έρημος, να αγαπιέται, να αγαπά. Η συμβία του και κείνη εργατική. ' Άγραφη συμφωνία η δουλειά. Η προίκα της Ελληνίδας στην Αυστραλία, τα χέρια της. Χρυσά χέρια και οι δυο τους λες και είχανε. ' Έχτιζαν μαζί μια αρμονική συμβίωση.' Όχι ψέματα, στάθηκε τυχερός σε τούτη την εκλογή. Στοργική, καλοσυνάτη και ακούραστη η Στάσα.' Ότι χρή­ματα έπαιρναν με σύνεση και μέτρο πήγαιναν στη θέση που έπρεπε. Γρήγορα ήρθε και το πρώτο τους παιδί. Και μ' αυτό έμει­ναν. ' Έτσι θα ήταν πιο εύκολο στη Στάσα να δουλεύει κι έξω από το σπίτι. Η εργασία τους προσευχή. Κάθε καινούργια μέρα ξεκίναγαν χαρούμενα και με όρεξη για τη Ζωή, με το τραγούδι της δουλειάς, στα χείλη. Η αισιοδοξία τους ευεργετική.

Ξέχασαν ό,τι άφησαν, ή μάλλον έπαιρναν κουράγιο και ήταν ενθουσιασμένοι με το τι βρήκαν, τι μπορούσαν να κάνουν...

' Έτσι γρήγορα ξεχρεώθηκε το πρώτο τους σπιτάκι. Το άφη­σαν όμως αποκούμπι και για λόγους συναισθηματικούς και πή­ραν ένα άλλο σε καλύτερο συνοικισμό.

Αλλά εκείνο το πρώτο φτωχικό σπιτάκι ήταν κειμήλιο ιερό. Εκεί πέρασαν τις πρώτες χαρές, τις πρώτες μεγάλες ευτυχίες της Ζωής. Εκεί είχαν περάσει και το μήνα του μέλιτος. Λες και ήταν παραμυθένιο παλατάκι, χάρηκαν ευγνώμονες την τυχερή τους ευτυχία. Εκεί πρωτομπήκε μετά από το νοσοκομείο και το νεογέννητο. Εκεί δέθηκαν σαν οικογένεια. Εκεί δίπλα βρέθηκε και η γειτόνισσα, και ελληνίδα μάλιστα, να προσέχει το μωρό, για να δουλεύει η μικρομάνα. Εκεί κοντά μαζεύτηκαν και οι κου­μπάροι, οι φίλοι, οι πατριώτες. Εκεί, σ' αυτή τη μικρή, φτωχική γειτονιά του Βπιηεννίεκ, άνθισε για καλά το ελληνικό μεταναστευ­τικό στοιχείο.

Πώς να ξεχαστούν εκείνα τα χρόνια; Χαμογελά πικρά στην καυτή ανάμνηση. Ακόμα και το κρεμμύδι μοίραζαν μεταξύ τους στην αρχή, σαν αδερφοί. ' Όλοι ταμένοι στο μεγάλο σκοπό. Την επιβίωση. Και λίγη ξεσυνέργια δεν έβλαψε. Ευγενική άμιλλα μεταξύ των επιβιούντων...

Πώς λοιπόν να πουληθούν τέτοιες αναμνήσεις; Γιαυτό και το σπίτι το νοίκιασαν. Και τους βγήκε σε καλό. Μόνο με τα ενοί­κια πλήρωναν τις δόσεις του καινούργιου. Και επιπλέον, οι ενοι­κιαστές δε θα είχαν κανένα δικαίωμα ριζικής αλλαγής. Της τε­λικής εξαφάνισης των περασμένων τους. ' Όποτε θα επιθυμού­σαν μια αναβάφτιση στα παλιά θπ γύριζαν...

' Όταν όμως συνηθίσεις μια νέα Ζωή δεν έχεις χρόνο να σκέφτεσαι πια τα παλιά. Ιδιαίτερα όταν η τωρινή σου γίνεται καλύτερη. Αυτό, εξ' άλλου, έπαθαν και οι μετανάστες. ' Όλοι έφευγαν για λίγα χρόνια. Κι όλοι θα γύριζαν... Πόσοι όμως γύ­ρισαν; Το γιατί δε γύρισαν είναι ευκολονόητο...

Αναστενάζει με καημό ο Γεράσιμος. Αχ καημένη Πατρίδα, θυσιάστηκες μοιραία και εσύ μπροστά στην ευημερία μας... ' Όλη εκείνη η σκληρή προσπάθεια για την ελπιδοφόρα επιβίωση, έγινε προσοδοφόρος σκοπός. Νικηθήκαμε όμως σα φυλή' ενδώσαμε στο δολλάριο...

Αλυσίδα που σε τραβά στις υποχρεώσεις που αποκτάς και δένεσαι, κατάδικος σε τούτη τη Γη.

Τα υλικά αγαθά, αν και αποκτιούνται δύσκολα, σε ευ-κολοπαρηγοροϋν. Είναι καθαρή ευχαρίστηση, διπλή προσωπική ικανοποίηση, ειδικά όταν αποκτάς το κάθε τι με τον ιδρώτα του προσώπου σου. Και στην ξένη χώρα διπλή η χαρά, όσο διπλό και το πείσμα να σταθείς όρθιος, να μη χαθείς.

Το ένα σπίτι έφερε το άλλο. Τώρα είχαν τρία στην πόλη και ένα εξοχικό στην ακροθαλασσιά.' Έτσι τα καλοκαίρια ξεγελούσε τον εαυτό του ο Γεράσιμος πως βρισκόταν στο νησί. Κι όλα ξεχρεωμένα, και με την ανατίμηση που έγινε με τα χρόνια, χρυ­σά λεφτά. Αλίμονο σε όσους δεν πρόφτασαν να στεγαστούν. Αφού δεν τα κατάφεραν μέχρι τώρα, από εδώ και πέρα οι ελπίδες τους αναιμικές.

' Όλα τα φρόντισαν σαν άνθρωποι που είχαν συμβιβαστεί με την τάξη. Πήγαν και το ιερό προσκύνημα στον τάφο των γο­νιών, στην Πατρίδα. Εκεί ενδόμυχα ποθούσε να μείνουν, ο Γερά­σιμος. Αλλά είδε με λύπη του προς το παρόν, ήταν δεμένος με την άλλη Γη. Ιδιαίτερα για χάρη της Αννούλας. Ακόμα και τα πρώ­τα της ξαδέρφια, ξένη την έλεγαν. «Η αυστραλέζα...» Και κείνη χαμογελούσε ναζιάρικα, γιατί της άρεσε που την ξεχώριζαν.

' Έβλεπε και η ίδια τη διαφορά. Ξένη ένιωθε με κείνα τα παρατονισμένα της Ελληνικά. Αλλιώς θα ένιωθε και μειωμένη. Δεν έβλεπε λοιπόν την ώρα και τη στιγμή πότε θα γύριζε στη χώρα που γεννήθηκε. Στη δική της πατρίδα. Κουτή φάνταζε μπροστά σε κείνους τους νέους. Αλλιώτικη. Δειλή και άπραγη. ' Έτσι καλοπροσεγμένη και μοναχοκόρη που ήτανε. Με όλα εκεί­να τα καλά και τις ευκολίες που είχε συνηθίσει. Σωστή πριγκίπισ­σα. Να σκεφτείς πως και οι δυο τους, εκείνος και η γυναίκα του, χαϊδευτικά ακόμα και τώρα Duchess τη φώναζαν.

Αν και κορίτσι και ντελικάτη που ήταν η Αννούλα την τίμησε τη μεταναστευτική της οικογένεια. Στάθηκε υποδειγματική. Πήρε και διπλό πτυχίο μάλιστα, νομικών και φιλολογίας, και ταχτο­ποιήθηκε γρήγορα σε μια καλή δουλειά. ' Έτσι η Αννούλα τους δε θα έτρωγε τη μέση της στις δουλειές των εργοστασίων.

Και οι γονείς ξαλάφρωσαν από όλα εκείνα τα βάρη. Στην αρχή του ιδιωτικού και μετέπειτα των βιβλίων και γενικά των εξόδων συντήρησης. ' Ένα ακόμα παλάτι θα είχανε με όλα εκεί­να τα ξοδεμένα λεφτά.

Χαλάλι όμως στην Αννούλα. Τόσα κι άλλα τόσα της άξιζαν!

Δεν άργησε να βρεθεί και το καλό παιδί. Γεννημένο κι αυτό από ' Έλληνες γονείς, με τα ίδια πιστεύω επιβίωσης και την ίδια νοοτροπία. Συνταύτιση πνευματική και ψυχική.

Η απλή σωστή ανθρώπινη επικοινωνία μας κάνει δυνατούς. ' Όλα ρολόι λες και πήγαιναν, θαρρείς και μια γλυκιά, τρυφερή νεράιδα κρατούσε ένα μαγικό ραβδάκι και έντυνε τη Ζωή με αρ­μονία και χαρές.

Οι πίκρες της ξενιτιάς αποξεχνιούνται όταν σου δίνεται η ευκαιρία να ζήσεις ανθρώπινα.

Μα το ρολόι του χρόνου καλπάζει αδυσώπητα στον δικό του προορισμό. Ο δρόμος της Ζωής καθημερινά στενεύει. Η ίδια η Ζωή λες και είναι δροσιά, εξατμίζεται.

Ο Γεράσιμος με λύπη παρατηρεί τις Κυριακές στην εκκλη­σία, τα κορμιά κάθε χρόνο λίγο πιο κυρτά, τα κεφάλια πιο γκρί­ζα, τα πρόσωπα πιο αυλακωμένα από του χρόνου την αδιάκοπη ροή.

Πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός! αναρωτιέται. Λες και η Ζωή βιάζεται να μας ξεφορτωθεί... Μα μαζί με μας, δε θα περάσει μοναχά η δική μας γενιά, θα σβηστεί στην ξένη και η ελληνική μας φυλή. Τι κερδίσαμε;

Επιβιώσαμε μονάχα για το σήμερα...

Πού πήγαν όλα εκείνα τα ατίθασα, θερμόαιμα αποδημικά νιάτα, με τα στιβαρά, χαλύβδινα χέρια που ήθελαν να στύψουν όλες τις ευκαιρίες στη Ζωή;

Πού είναι εκείνα τα λαμπερά πρόσωπα που διάβαζες επάνω τους τόσο ζωηρά, όνειρα, πόθους, και αγάπες;

Τώρα βλέπει με σφίξιμο στην καρδιά ο Γεράσιμος πως τα πρόσωπα ξεθώριασαν. Τα όνειρα, άλλα στέργιωσαν, άλλα καταποντίστηκαν ανάλογα με τις δυνατότητες ή τις προσπάθειες των εκάστοτε ατόμων.

Οι πόθοι και οι αγάπες έγιναν παιδιά και εγγόνια, που θα γράψουν στο μέλλον την πολυεθνική αυστραλιανή ιστορία... Η πανάρχαιη ιστορία των προγόνων, των Ελλήνων μεταναστών, θάφτηκε μεταφρασμένη εν περιληψει στα αγγλικά, που δυστυχώς λίγα δάχτυλα απογόνων θα ξεφυλλίσουν...

Η ζωή άλλαξε μορφή. Ακόμα και το διαιτολόγιο άλλαξε. Οι μετανάστες ήρθαν να ζήσουν και μερικοί πέθαναν πρόωρα από το πολύ και πλούσιο φαΐ.

Οπωσδήποτε πολλοί είναι εκείνοι που έκαναν περιουσία. Αλλά τώρα μπροστά στα δακρυσμένα μάτια του Γεράσιμου χάνει πια τη γλυκιά της αίγλη και αυτή η ίδια η περιουσία...

Πικρός τούτος ο απολογισμός. ' Όλα στο τέλος φαντάζουν αλλιώτικα. Μια σκυλίσια Ζωή ζήσανε οι μετανάστες, δουλεύο­ντας μέρα νύχτα. Γιατί τάχα όλος εκείνος ο σκληρός αγώνας στο να φτιάξουν;

Τώρα βλέπει ξεκάθαρα ο Γεράσιμος, χαϊδεύοντας την μουδι­ασμένη βαριά του μέση, τι τους έκανε να παλέψουν. ' Ηταν η τραγική αβεβαιότητα που πλανιόταν επάνω από τα κεφάλια τους, σαν τον κεραυνό, έτοιμη να τους αφανίσει. Ακόμα και ο Ξένιος Δίας στάθηκε αφιλόξενος για τους εκπατρισμένους.

Διψούσαν οι δύστυχοι για κάποια σιγουριά, να τους εξα­σφαλίσει ηρεμία για την υπόλοιπη ζωή τους. ' Ένα αποκούμπι στα γερατειά. Και το μεγάλο όνειρο του γυρισμού κρυμμένο βα­θιά στα σωθικά. Η πολυπόθητη επιστροφή στην πατρίδα! ' Όσο πιο μακρινή, τόσο πιο μεγάλη η αίγλη του φτασμού. Να ξεκουρά­σουν επιτέλους τα κουρασμένα τους κορμιά στα πάτρια εδάφη.

' Όλα σχεδόν τα έφτιαξαν οι απόδημοι όπως τα είχαν αφροπλάσει στα όνειρα. Σχεδόν όλα...

Γιατί τώρα συνειδητοποιεί όλο και πιο καθαρά ο Γεράσιμος πως θα μείνουν εδώ, κοντά στους απογόνους τους. Να υπάρχει μια ζωντανή ψυχή δική τους να τους θυμάται, να τους ανάβουν κάποτε ένα κερί επάνω στο αποδημικό τους μνήμα...

Πικρή διαπίστωση. Δε χωρούν άλλες αναβολές ή μεταθέσεις. Τώρα κοντά στο ηλιόγερμα... Το νήμα της Ζωής λιγοστεύει. Η ' Ατραπός ετοιμάζει την ψαλιδιά. Ο τραχύς αγώ­νας της βιοπάλης ζητά ξεκούραση. Ο Πλούτωνας τους τραβά σα μαγνήτης στα δικά του παλάτια. Αυτός δεν εξαγοράζεται με τα υλικά αγαθά, δε νικιέται, μόνο οι ζωντανοί έχουν τέτοιες αδυναμίες...

Σαράντα χρόνια ξενιτιάς δεν τα σηκώνει εύκολα το κορμί.

' Ήδη η πρώτη μεταναστευτική φουρνιά έχει σαλπάρει η μισή. Οι στήλες των ντόπιων εφημερίδων γεμάτες με πένθιμες αγγελίες.

θάνατοι... Μνημόσυνα... Ο Γεράσιμος σκουπίζει τα μάτια του. Δεν μπορεί να κάνει πια άλλα όνειρα. Κατάκτησε τη Ζωή. Στάθηκε ίσως και τυχερός που άντεξε και τόσο. Μα τώρα νιώθει πως πλησιάζει ο κύκλος της αιώνιας αποδημίας. Οι άνθρωποι είναι ταμένοι γι αυτό.

Βιολογικοί, Γήινοι, Χωματένιοι...

Αυτά τα βαριά σκέφτεται ο δύστυχος στο χρυσό ήλιο του δειλινού. Κι όχι μόνο γι αυτόν, για όλους τους μετανάστες. Δε λυπάται που θα αφήσει τούτη τη Ζωή. Τούτη την έζησε. Τώρα η σειρά άλλων. Λυπάται όμως που δεν θα αναπαυτεί στα ίδια χώ­ματα που ξεκουράζονται οι δικοί του. Αυτός είναι ο υπαίτιος αυ­τής της ανακαίνισης. Πρέπει τώρα πια εδώ να ριζώσει, να θαφτεί. Κοντά στα παιδιά του. ' Όλοι οι μετανάστες την ίδια συγκ­λονιστική ανάγκη αισθάνονται. Να έχουν κάποια συνέχεια, να αναβιώνουν στη Μνήμη των απογόνων τους. Αυτό είναι μια αμετάπειστη πραγματικότητα.

Με φωνή βαριά από την προσπάθεια φωνάζει τη συμβία του.

— Αναστασία, ξέρεις σκέφτομαι αυτές τις μέρες να αγορά­σω ένα οικόπεδο.

— Πάλι με αγορές και χρέη θέλεις να περνάς τον καιρό σου, Γεράσιμε; Τι να το κάνεις το άλλο οικόπεδο, χριστιανέ μου; Τα παιδιά μας είναι πιο άξια από εμάς. Αυτά που μιλούν και τη γλώσ­σα φαρσί. Με πτυχία στο χέρι δε χάνεται κανείς. Αφού δε χαθήκαμε εμείς, με κείνα τα κολλυβοαγγλικά που μάθαμε και αποχτήσαμε και τόσα. Σκέψου τι θα αφήσουν πίσω τους αυτά...

— Στάσα, όλα αυτά τα ξέρω, τι μου τα λες. Αλλά το οικόπε­δο θα το πάρουμε διπλό, και όλα τα χρήματα προκαταβολή. Δε χωρούν δόσεις εδώ. θέλω τον τίτλο στο χέρι, για σιγουριά. Ποιος ξέρει πώς έρχονται τα πράγματα. Και θέλω τον τόπο να τον διαλέξουμε μαζί. Κάτω από ένα ψηλό δέντρο, να έχει παχύ ίσκιο και δροσιά. Να ξεχάσω εκεί κάτω όλες τις ζέστες και τις κάψες της Ζωής... Την Ελλάδα, τη φτώχεια, την ξενιτιά, την περι­ουσία, τα λεφτά...

— θεός φυλάξοι, Γεράσιμε, παλάβωσες; Για κείνο που κατάλαβα μιλάς; Εμείς έχουμε χρόνια... πολλά χρόνια ακόμα...

— Μακάρι και να έχουμε γυναίκα. Η Ζωή είναι ωραία ακό­μα και με την πονεμένη μέση, και με τα βαριά γερατειά. Ιδιαίτερα όταν η πλάση τριγύρω έχει ένα τέτοιο ολόλαμπρο ' Ήλιο, που σκορπά το χρυσάφι του ίσα σε πλούσιους και φτωχούς... τότε η Ζωή αγγίζει το θαύμα!

... Αλλά σήμερα έχω δώσει ραντεβού με έναν αντζέντη. Αν θέλεις, και το μπορείς, έλα να το διαλέξουμε μαζί.

Είναι στη Νεκρόπολη του Σπριγκβέιλ, εκεί που θάψαμε τον κουμπάρο το Θοδωρή...

της Ντίνας Αμανατίδου
Αύγουστος 88

MELPO
All characters and events in this story are fictitious, and resemblance to actual persons, living or dead, is coincidental.

The two girls had been firm friends since their school days. Later in life, whenever they looked back on their special entente, they would remember the moment of their first meeting in the crowded Year 7 classroom at Norton High. Melpomene—or Melpo, as everyone called her even then—had looked at Joanna across the intervening throng of pale faces crowned by fair or flaxen hair and had exchanged the first quick look of understanding with her.

During the morning break Melpo had walked straight up to the other girl to ask what her name was. Joanna had answered Shyly and within fifteen minutes they had reconnoitred the smiling, outlying islands of friendship. They discovered they were the only Greek girls in their form. Joanna was smaller and darker than Melpo, whose height and light-coloured tresses she sincerely admired. With her short, neatly-combed hair and small, rimless glasses she had the serious air of an adult already aware of life's responsibilities, whereas Melpo's clear, steady gaze and athletic frame made her seem younger, freer, more independent.

Within the first week of first term the girls were going to each other's houses. Joanna's parents, Mr. and Mrs. Adrianos, lived in back rooms that dovetailed smoothly into the small suburban milk bar they ran in partnership with Mr. Adrianos' brother and sister-in-law. Joanna's father was a sturdy, jovial man of medium height with thinning hair and a thick black moustache. He welcomed his daughter's new friend to the house much more cordially than his plump, mousy wife, who had pretensions to a superior Athenian education. Melpo found it hard to catch and retain the busy woman's attention. Mrs. Adrianou was always waddling after the younger members of her brood, Anna, Irene and Taky, fussing over them with the solicitude of a vigilant mother duck.

On the other hand, from the very. beginning Melpo's parents both made an effort to make Joanna feel at home in their house. Mr. Gallias, a tall, clean-shaven, kind-hearted man with piercing brown eyes, worked as a storeman in a large paint factory in Melbourne 's northern suburbs. His very correct wife made courageous attempts to keep the home spotless. This was sometimes hard to do because Melpo's elder brother Andrew tended to leave mud tracks and trails of assorted food scraps that led invariably to his room, which his father called his lair. Both Melpo and Joanna found it hard to put up with Andrew who, as the older child and the boy in the family, behaved like a bossy bureaucrat towards them and even towards his parents. He was fifteen years old, podgy, pimply, restless, and as tense as a frustrated tomcat stalking nimble, eternally escaping sparrows. In his form at Norton High the girls were already beginning to call him "toad" and "handy Andy" because of his persis­tent pestering of them.

The bond betwee'n Melpo and Joanna grew strong during their high-school period. As the intransigent years moulded them physically and mentally, they found that friendship was a rich, mysterious continent to be explored. They shared their worries and sometimes their work. After they graduated they recalled that in Year 7 Joanna had sought Melpo's advice to allay her fears concerning puberty, but that afterwards, in the senior classes, Melpo had often depended on Joanna for help to complete difficult homeworks or assignments. The two girls complemented each other in various ways, but that did not mean they had no other friends.

Because of her natural sporting ability and healthy good looks Melpo was popular with 

boys and girls alike. Besides, she was the one who seemed to be involved in all the inter­esting incidents that took place in or outside school. When talking to her circle of admirers she had the knack of recalling events and evoking feelings better than anyone else. One of her favourite subjects of conversation for weeks was the accident to the large coach taking Melpo and the school athletics team to a competition. It was she who later gave the most graphic account of the lumbering motion of the big vehicle running out of control, the screaming youngsters, shocked, thrown about and bloodied, the dazed driver staggering off to call for help. When the school's science laboratory began to sink into the soft earth of its foundations she was the one who heard the first sharp noises and noticed the sudden cracks in the windows. She it was too who, one evening after school, chased and caught a small boy who had snatched a few dollars from a desk in the momentarily unoccupied teachers' common room. In fact, she was so often at the centre of things that all her friends agreed that in company she stood out. She obviously enjoyed the attention people gave her at school. From the time when she began to think of herself as one of life's natural winners she came to expect a lot from life.

Whenever Melpo joined a jabbering group in the playground Joanna would tag along to participate in the fringes of the conversation. At nearly all of the school and inter-school sporting fixtures, while Melpo swam, desperately sprinted or soared up and away as she hurled herself into long and high jumps, Joanna could be seen among the spectators, quietly polishing her rimless glasses with the hem of her uniform, placid, contented, admiring. Be­cause she was generally to be found at Melpo's side, Joanna too made a good number of friends during those high-school years.

In Year 11 Melpo's steadiest suitor was Bruce McGrigor, a dark-haired slightly older boy who was beginning to show some athletic prowess as a middle-distance runner. Scholastically he was a plodder, but very determined to succeed. Joanna noticed that his merry blue eyes explored Melpo's face whenever he talked to her. Now and then he would accompany Melpo as she walked back home after school. On those days Joanna would dis­creetly slip away to board the bus that took her to her parents' milk bar.

When Bruce and Melpo were well away from curious eves that followed them in the vicinity of the school, he would sometimes remember to offer to carry the tall, beautiful girl's books.

Melpo was careful never to invite Bruce to come inside her home. He was part of her life on another planet, and she strongly suspected that her parents would disapprove of her walking home with him. The young people's itinerant companionship lasted almost until the end of that school year. One warm afternoon in early November Melpo's mother, scurrying home from a visit to a sick neighbour, caught sight of her daughter and an unknown young man lingering by a back fence in a side street near the house. Bruce and Melpo were chatting cheerfully and did not see her. As soon as the girl came in Mrs. Gallia confronted her.

"Melpo-mennee," her mother said in her driest voice, "you are too young to be going out with an Australian boy. You should be concentrating on your studies."

Caught by surprise, Melpo stopped in the middle of an athletic sprint towards the fridge and turned almost as pale as the glass of milk she had intended to drink. As her heart began to pound, her eyes opened wide, then started to follow resolutely the intricate designs on the thick Indian carpet. She searched for something to say, but for once found absolutely noth­ing: it was as if a vacuum cleaner had sucked her mind clean of all answers. Andrew, who was talking on the phone to his latest girlfriend, looked straight at his sister and laughed loudly with all the insolence of the male who for years had done as he pleased. Melpo looked up at the two days' growth of dark stubble on Andrew's face and felt a sudden painful stab of indignation.

Her mother was speaking again. "Daughter, from tomorrow until the end of the year I want you to come home early. A woman should know what she's doing in the kitchen. It's time you learned how to make cakes, baklava and vassilopita properly."

Melpo replied resentfully in a low voice, "Yes, mamma," stressing the last syllable in the Greek way. As she drifted slowly towards the seclusion of her room her mind raced on with bitter speed. How different things are at home! Life can be a trap. Sometimes you can't es- 

cape whichever way you run. Every day I help with the housework. I hardly ever have time to watch television and I find homework hard to do this year, especially with Greek school on Saturdays and all the sports that people rely on me for...Reaching her room, she gently shut the door behind her before dumping her heavy bag, bulging with books, on the floor. She dropped down dejectedly on her neatly-made bed. Dad and mum just don't understand. Sometimes I forget we speak different languages in this house...

For the rest of the year she made a point of talking only briefly to Bruce McGrigor. At home she was cooperative but taciturn.

That summer, Mr. Gallias made up his mind to take his wife and daughter to visit some cousins in Sydney , hoping the trip would ease the domestic situation. Despite his misgiv­ings', he was resigned to the necessity of leaving Andrew in charge of the house.

On the day of the departure, after lunch, the family embraced and said their goodbyes. As Mr. and Mrs. Gallias, followed by Melpo, were about to step into the taxi that was to take them to Tullamarine, Andrew shuffled out to the front steps of the house to wave farewell.

"Bye, folks!" he yelled, in what he imagined was a reasonably quiet voice. "See yuz in a month!" Beneath his long, bristling hair his unshaven face split in a wide smile. Beer trick­led down his chin as he brandished an open stubby in one thick, grubby hand.

For a moment the father stood very still, angry eyes boring into his offspring with barely suppressed fury. Finally, in a weary voice, he asked in Greek, "Andrew, when are you going to become a civilized human being?" In the taxi speeding to the airport he grumbled to his wife, "How did your son turn out that way?"

She didn't even look at him as she snapped through thin lips: "Andrew knows what he's doing. It's our daughter who needs guidance."

But Melpo's thoughts were already spurting ahead to survey the immediate future. Much later she would recall that blur of rapidly retreating houses had suggested to her that she was leaving the sprawling-city, her own life and, indeed, time itself far behind. For now I shall forget Melbourne , she told herself. "I'm going to have a really great holiday in Sydney . What a grouse place! There's the beaches, the city and the beauty of the bush. Every day I'll be going out with the cousins, we'll meet lots of spunky guys...

Melpo danced, hiked and swam through her holidays with such runaway enjoyment that in the end they seemed like only a fuzzy, month-long moment of her existence.

When she returned to Melbourne and Norton High, she tramped reluctantly into her final year, admonishing herself that she owed it to her parents, as well as to her own sense of what was fitting, to complete her education. She found the work hard. Often in the evenings, as she sat down to begin some long, dreary assignment, she caught herself se­cretly living the glowing life she had read about in golden paperbacks and pink women's magazines. She was famous, she had a glamorous career and an adoring, compliant hus­band. Still, with Joanna's help she managed to keep up quite well in every one of her sub­jects. It was in athletics that she continued to shine. There were two H.S.C. forms, but she, Bruce McGrigor and Joanna were all in the same class. She soon fell into the old, easy friendship with Bruce, though she avoided walking home in-his company. He was now the best miler at Norton High. When they represented their school at athletics meetings they both achieved remarkable results. Each found in the presence of the other a strong stimulus to run faster, to soar higher.

The debutantes' ball, organized at the end of the year by the Principal, Mr. Grundt, thrust Bruce and Melpo into a warmer relationship. The ball took place after the students had sat for their H.S.C. examinations, when most if not all of their inhibitions were swept away by a strong undertow of release, independence, even destructive rebellion. Nevertheless, they turned up at the ballroom in their expensive gowns and borrowed dinner suits. One after another the young ladies, accompanied by their young men, paraded and stepped for­ward to make obeisance before that respected bigwig, the Local Member, and his earnest wife. Naturally, Bruce escorted Melpo. Mr. and Mrs. Gallias—the latter was surprised to see the young man again—joined in the boisterous applause that parents, friends and fellow students accorded the handsome, popular couple. Mr. Gallias remarked pithily afterwards

that Andrew had made more noise than anyone else there. The Wild One had shaved and looked very smart in a well-cut grey suit. His father looked at him with a quizzical smile, hoping the transformation would last

Joanna and her partner, a fair-haired young fellow who wore glasses, were also vigor­ously applauded. Mr. and Mrs. Adrianos' hearts overflowed with pride as they contem­plated their clever daughter advancing on the polished dance floor. Joanna, who was wear­ing contact lenses for the occasion, curtsied gracefully to the respected Local Member and his earnest wife, the fair-haired young fellow bowed, and a burst of fervent clapping fol­lowed, in which Anna, Irene and Taky participated energetically. The Adrianos family were deeply impressed by the uniformly good marks Joanna had obtained in her final year. Though she did not know the results of her H.S.C. examination, she had confidently de­clared that she intended to apply for a five-year combined Law and Arts course at the Uni­versity of Melbourne . Her ultimate goal was to become either a high-school teacher of En­glish and Modem Greek or a barrister and solicitor.

After the ceremonies and the Local Member's speech, when everyone had sat down for dinner, Joanna could not resist the temptation to sneak an occasional glance at Melpo and Bruce. All the young ladies shone in their attractive white debutante gowns, but Melpo was really dazzling. Admiring looks surged towards her athletic figure, radiant face and long, light brown hair cascading to wide, smooth shoulders.

Dinner consisted of three courses: shrimp cocktail or soupe 'a 1'oignon, roast pork or roast chicken with vegetables and baked potatoes, and sparkling bombe Alaska for dessert. The beer and wine flowed, though generally with moderation, the old-style band fiddled, blew and thumped valiantly. Mr. Grundt had brought it back from exile in a small country town, and it repaid him by methodically churning through its repertoire of progressive barn dance tunes, Glenn Miller melodies and Beatles compositions.

Melpo was intoxicated by the wine, the music, the glitter of the occasion. She waved happily to Joanna, danced animatedly with Bruce between the dinner courses, and was al­ways aware that his shining, dark-blue eyes were alternately praising and caressing her. While the mass of dancers was writhing on the ballroom floor, she and Bruce found the opportunity to slip away into the liquid darkness outside. There they exchanged the hot kisses and passionate declarations of youth. When they went back inside each knew that the old friendship had deepened into a more permanent feeling. Mrs. Gallia, watching her daughter on the dance floor, understood that Melpo would be seeing a lot of Bruce in the new year.

After graduation, Melpo firmly posted a declaration of independence with respect to her movements to and from the house. Mrs. Gallia, pierced by increasingly strong spasms of alarm, upset her normally warm-hearted spouse with increasing frequency by her obsessive nagging about their daughter's social activities.

"We should marry her to a Greek, as soon as we can find a suitable one," she shot at him in her straightforward way one evening after dinner, just as he picked up his Neos Kosrnos to read.

Mr. Gallias put on his patient, frustrated look, put down his paper and declared in a quiet voice, "You're playing with our daughter's future. Anyway, whom do you suggest?"

She thought for a moment, then replied, "What about Aleco, the butcher's son? He has a good trade and he'll have his father's shop one day."

"My dear, Aleco is forty years old. Give Melpo time to make up her own mind."

Melpo, in her serene way, had indeed made up her mind. She allowed herself, now more than ever, to drift into visions of a golden life ahead of her. First I must choose whether to be a receptionist, an air hostess or a model. I'll marry Bruce later, when I'm ready. I won't live with him because that's a sin. But I'll marry him when he asks me . And he will ask me...

He did, within the year.

He had enrolled at La Trohe University to do a B.A. with a major in History and was going out regularly with Melpo, who was wallowing in the joys of a modelling course. Alone with her in a small cafeteria in Bourke Street —they had been to the pictures to see a

schmaltzy Hollywood romance—he held her hands across the table, fondling her long fin­gers as he solemnly popped the question.

• On the way home in Bruce's battered Ford Cortina they talked sincerely, seriously, fi­nally agreeing to put off announcing any definite wedding date. He needed to complete his studies and, anyhow, Melpo foresaw difficulties with her parents. That night she arrived home very^late. The next morning Mrs. Gallia suffered her first attack of asthma followed by pains in the chest.

During the ensuing weeks and months she had many such seizures. Eventually, when­ever Melpo stayed out later than usual or hinted at marriage with Bruce, she could be sure of finding her mother gasping for breath in bed shortly thereafter.

The doctors could find no cure for what ailed the woman.

Melpo gradually became pensive, irritable, bitter. Would it be right to grab for happiness at the expense of one's mother's health? She and Bruce quarreled, then made up again. Her father, very worried, spoke to her, asking her to reconsider.

Then Mr; Gallias' accident at the factory threw the house into an uproar. One unlucky Tuesday,'a five-gallon drum of full-gloss paint somehow fell on his foot, crushing it. He was rushed to hospital and later brought home, looking as if he had aged fifteen years in one afternoon; Mrs. Gallia screamed in panic at the sight of him. Melpo and Andrew were summoned by telephone and contemplated their parents with horrible sinking feelings of disaster. Mr. Gallias would be unable to work for perhaps six months. He would have to be examined by the company's doctor to obtain a medical certificate for worker's compensa­tion. Andrew, in a black rage, sought out Bruce at La Trobe, bellowed accusations at him and exchanged punches with him in one of the University's car parks.

Melpo broke her engagement and fled to Adelaide to live with her aunt Ariadne. She stayed away from Melbourne for over two years.

She came back hardened, still beautiful and confident, determined to continue a mod­elling career begun in Adelaide . She took a flat in Balwyn and occasionally visited her par­ents, who were in good health.

One chilly morning in autumn she bumped into Joanna in Collins Street . The girls em­braced, then Melpo ran her eyes over her friend with curiosity and an element of profes­sional appraisal. "I haven't seen you for ages, Joanna. I'm a model now. Hope to have my own agency one day. Are you still studying at the University?"

"No. I'll go back to it later, perhaps." Joanna hesitated, looked earnestly at Melpo. "You know... Bruce and I were married last month. At St. Demetrius' Church, in Ascot Vale. I'm teaching him Greek."

Aristides G. Paradissis

TOP OF THE PAGE

ELEGY OF DREAMS**

When I was seven years old a man knocked on our door. Grandfather was the first to hear his footsteps. In the middle of his story about the gnomes of the night, the "kalikantzaroi", he stopped, looked up and listened. We all listened.

"Who is it?" Grandmother whispered. We heard the snow crunch beneath a pair of shoes nearing the front door. I hoped it would not be a "kalikantzaros" and huddled closer to grandfather, for this was the time they would appear. Mother had been expecting him. She rushed to the door and let him in.

The man, covered in snow, gave mother his two suitcases and overcoat. He sank his heavy boots into the noiseless floor of earth and embraced Grandfather and Grandmother. Three more steps and he stood above me. With a faint smile he touched my cheeks. His thick hands were cold and wet. In my confusion, I looked up at him and forced myself to grin at a tall-standing man with a prominant nose, light blue eyes and very thin lips. A trimmed moustache covered most of his upper lip. The lines on his forehead and two hollow cheeks gave him an earnest, fearsome appearance.

"Say hello to your father". Mother said.

"He's shy". Grandmother called out, laughing, as she nested in her spot nearest to the fireplace. "After all, he hasn't seen him since he was two. How can we expect the poor darling to recognize him!"

The man sat down to warm his hands over the dancing flames of the fire. Between sips of hot coffee he answered questions, one after the other. For many hours, he spoke of a distant country. He reached into his pocket and took out a booklet.

"This is a bankbook", he said. "Look at the sum! The result of only one wage of course. Others had wives, sons and daughters all working together - a lot of money! Consider three wages against one". He raised his coffee cup once more, emptied it and put it back onto the saucer - upside down. We followed him quietly, intently. "My boss assured me of my own job and one more when I return. We're expected in May".

Our faces lit up and our hearts stirred anxiously at the idea of making a long journey. Grandfather's response, however, was negative from the very beginning.

"The prospects appear to be good", he said, measuring his words and weighing them carefully. "But only for the young. What kind of future have we to look to, my wife and I? I've lived my life. I ask only for the sheep, a little milk, bread and a peaceful death, even if I have to die in the sheepfold. My wife and I will stay. We are old and will be a burden soon. That's all I have to say".

"You don't know what you're saying old man. There were men and women older than you. They lead'a life of ease. Instead of struggling with beasts in the frost-bitten hills, they sit in their warm houses, playing with their grandchildren. They're well-dressed and well-fed. They can say they've lived comfortably during the last years of their lives."

Grandfather fell silent - adamantly bent on stubborness. "We need more wood", he murmured and covered the flames with the last of the firewood. Then he threw his cloak over his shoulders. It was a sheplierd's cloak with a pointy hood, thick and warm. It served as a good cover for us both on our way back from the hills. After school I would meet Gramdfather at the"mandra", the sheep-fold, where we milked the sheep and kept each other company. When it was time to go, Grandfather would button the cloak from his shins to his neck, and I inside it. It was dark but not cold. I could see nothing but the freshly fallen snow at my feet, as I tried hard to look down, to keep in step with Grandfather's stride - he-one step and I three steps. I felt the roughness of the cloak as it swayed past my nose and cheeks. The milkcans collided at regular intervals in Grandfather's left hand. I clung fast lu the other - a huge and warm hand, which clasped mine like a bear's paw. Now and again 

His trembling voice wrestled with a bitterness, perhaps regret. It used to sound' so gentle. I remembered when it filtered through the shepherd's cloak, never complaining, always reassuring. Now it seemed shrill and vulnerable. Alarming. I tried to lighten his burden.

"Are you angry. Grandfather?"

"No", he managed to sigh. "But I've decided, little rabbit. I've made my decision".

"What decision?"

"Whryhrt to go back or not. I've been thinking about it for weeks".

"Is that why you wouldn't come out of the bedroom and you wouldn't talk to anyone?"

His gaze wandered over the silken surface of the river.

"I thought I had to go back, little rabbit. I've always known that. It's in my bones. The letter only confirmed it. I can always hear the wind in the hills. I can smell the milk fresh from the milking pail, all frothy and white. And the wood burning in the fire. And the gorge in the spring, remember? The crystal clear water in the hollow tree trunks. And the quiet after the midwinter sunset. Maybe you've forgotten, but I've never left it.

Fragments of forgotten images passed through my mind, more painful now, in focus. I had never clearly grasped the significance of Grandfather's stubborness when the "man" had enticed us to leave.

Even the letter made sense, whatever its contents. I begged him to allow me to go with him.

His reply was a bitter-sweet smile, applauding my thoughtfulness and yet laughing at my naivety. He moved quickly to hug me tightly for he knew my tears were ready to burst their seams. While rocking me in his arms he explained.

"Do you remember, little rabbit, that old bitch we had? The one we thought would make a clever sheep dog? The one that gave us puppies every year, more than we could handle? Do you remember?"

I listened to his raspy voice.

"Remember how one year three of the little ones left their mother's cosy flanks by Hccident, just after they were born? Their evys were still shut. But two of them learned quickly and ran around playfully, getting further and further away from their mother. Remember how you were happy to caress them and take them into your arms? Their mother refused to take them back, and it was up to you to fend for them. That's why we had to take them into the house, remember? The other one though, still blind and still uncontaminated by human smells, was allowed to cuddle in amongst the others under the mother's body. Do you remember all that?'

I remembered clearly and I'understood. I nodded in agreement.

Grandfather propped me up by the shoulders to secure my undivided attention. His bristled, grey face, so unusually large, filled my entire field of vision. His almond eyes were moist and burning with a sense of resignation. He measured out his words and delivered them carefully, v'ith great clarity, as if to console me, as if to reassure me.

"You must never forget, but never live in the memories of the past. I've learnt that. I've thought about it. I know, I've got too many memories. Old Barba Kostas wrote to me. He said that he needed me. We've been together, friends for a long time, since we were boys. He's been deserted, he says. The children have gone their own ways and old Kyra Kostas, his wife, has just died. He doesn't blame them, he says, because everything has its place. Hveryone belongs somewhere. How can you change the order of the seasons? Or the course of the sun? That's what he says. And he's alone."

Grandfather turned his head and listened to the sounds of the river.

"Why did you throw the letter away?", I asked. "Why did you tear it up?"

"Because I'm staying. Because I know that Barba Kostas is right about all those things. And I admit that I'm blind here, in this country, and deaf, and dumb. But I can still see you, I can still speak to you and I can still be with you. That's why".

He stood abruptly and said, with a sigh of relief:

"So, now I've got some chores to do, remember? We need bread and milk. The shops should have opened by now. And you are late for school".

I trembled with a feeling of confidence and gladness as he sauntered along the river bank, towards the city which rose from the earth like a cluster of icycles, emersed in the vibrant hues of the morning sunlight.

But there was no time for daydreaming. I quickly made my way home.


Chris Papachristos
 
Antipodes
23/24


ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ    **

Παρόλο που πέρασαν χρόνια από τη φοβερή εκείνη μέρα που κυνηγημένοι εγκατέλειψαν το χωριό τους, ακόμα θυμάται τη στιγμή που τύλιξε το μωρό της σε ένα σεντόνι, άρπαξε το άλλο από το χέρι, σταυροκοπήθηκε και στριμώχτηκε μαζί με πολλούς άλλους· δε θυμάται πόσους—στο αυτοκίνητο του γείτονα τους που τους έβγαλε τελικά έξω από το δρόμο του θανάτου.

Τα αεροπλάνα σαν αρπαχτικά κοράκια πετούσαν από πάνω τους, άδειαζαν στην πλαγιά του βουνού το θάνατο που έκρυβαν στα σπλάχνα τους και μετά καρφώνονταν πιο ψηλά στον ουρανό για να θαυμάσουν στην ολότητα του το μέγεθος της κατα­στροφής. Τα μωρά τσίριζαν από το φόβο και κοίταζαν αινιγματικά τα μαρμαρωμένα πρόσωπα των μεγάλον. Οι φωνές των μεγάλων χάνονταν μέσα στο πανδαιμόνιο και το διαπεραστικό θόρυβο των αεροπλάνων. Ένα σωρό πράγματα κατρακυλούσαν και έπεφταν από τα αυτοκίνητα και τις καρρότσες των τραχτέρ, προχειροβαλμένα μέσα στην βιασύνη και τον πανικό.

Σε τέτοιες στιγμές το ένστικτο της επιβίωσης καθορίζει κάθε κίνηση. Πού σκέψη για υλικά αγαθά.

Η Μαρία της ήταν μόνο 18 μηνών και ο Αντρέας τριών σχεδόν χρονών. Αμέτρητες ήταν οι φορές που σταμάτησαν κάτω από δέντρα για να προφυλαχτούν από τα αεροπλάνα. Και όπου η τύχη το έφερνε να μην υπάρχουν δέντρα γύρω, τα γεφύρια γίνονταν το μόνο τους καταφύγιο και η μόνη τους ελπίδα για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Με σφιγμένες τις καρδιές, με πρόσωπα αυλακωμένα από το φόβο και την κούραση έσμιξαν με τις χιλιάδες άλλους άγνωστους που έτρεχαν προς το άγνωστο. Μια ατέλειωτη σειρά το ανθρώπινο πλήθος έγινε μια βουβή μάζα, μια ατέλειωτη πορεία από μαρμαρωμένες ψυχές.

Πέρασαν από κοιλάδες και βουνά, από χωριά και πολιτείες για να βρουν τελικά καταφύγιο στο σπίτι κάποιου κουμπάρου τους, στην άλλη άκρη του νησιού, όπου οι ανατριχιαστικοί κροταλισμοί των αεροπλάνων δεν έφταναν.

Τα χρόνια πέρασαν με την προσμονή του γυρισμού του άντρα της που πότε γινόταν ζωηρή σαν την κάψα του καλοκαιριάτικου ήλιου και πότε μουντή και σκοτεινή σαν το πούσι στην αντίπερα πλαγιά με τις αμυγδαλιές και τα αμπέλια. Άλλοι της λένε πως τον είδαν σκοτωμένο στην οπισθοχώρηση και άλλοι πως ζούσε ακόμα, όταν η μονάδα τους πήρε διαταγή να ανασυνταχθεί.

Στο μεταξύ τα παιδιά μεγάλωσαν. Στην αρχή το παραμύθι για το γυρισμό του πατέρα τους έφερνε γλυκό ύπνο στα παιδικά βλέφαρα και κοιμόντουσαν με την προσμονή πως το άλλο πρωί θα τους χτυπήσει την πόρτα και θα τους χαϊδέψει τα μαλλιά. Αργότερα το παραμύθι γινόταν λιγότερο πιστευτό και αντί για γλυκό ύπνο έφερνε εφιάλτες στις παιδικές ψυχές.

Βαρύς και ασήκωτος σαν την κατάρα ο καημός της μάνας. Όμως έπρεπε να αντέξει, για να φτιάξει τουλάχιστο τη ζωή των παιδιών της.

—Τι φταίνε αυτά τα καημένα, μονολογούσε στην απελπισία της. Πρέπει να ζήσουν. Πρέπει όμως να ξέρουν από πού κρατάνε και να μην ξεχάσουν.

Να μην ξεχάσουν! Ναι, αυτό τη βασάνιζε πολύ! Τι θα γίνει αν ξεχάσουν. Ο γυρισμός θα σβηστεί για πάντα από τη μνήμη τους τόσο απότομα όσο μπήκε σ' αυτήν η προσφυγιά. Μα δεν πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο. Όχι δεν πρέπει!

Κάθε Κυριακή απόγευμα τα παίρνει και πηγαίνουν έξω από την πόλη. Δε μένουν  

νεκρούς τους, τα αρχοντικά και τα χτήματα τους.

Η ζα»ή γύρω της τώρα κυλούσε σαν να μην έγινε ποτέ το μεγάλο κακό. Τι θέση έχουν τα δάκρυα δίπλα στην προκλητική πολυτέλεια της ζωής! Η ζωή πρέπει να συνεχίσει την πορεία της. Χάρτινοι πύργοι τα σπίτια και οι πολυκατοικίες γύρω της, σκεφτόταν. Στη βουή και στην οχλαγοή ενός νέου πολέμου θα γίνουν στοιχειωμένα μάρμαρα και ταφόπετρες να μας θυμίζουν τη ματαιοδοξία μας. Πόσο ματαιόδοξοι είμαστε-, θεέ μου! Πόσο γρήγορα ξεχνούμε! Πόσο εύκολα κάνουμε τις μνήμες ανάμνηση!

Μέσα στη θαλπωρή του προσφυγικού της σπιτιού ξαναβρήκε τον εαυτό της. Καληνύχτησε τα παιδιά της, που κλείστηκαν στα δωμάτια τους, και χώθηκε στην πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση. Έβλεπε τις εικόνες που χόρευαν μπροστά της αδύνατες να νιώσουν την πίκρα και τον καημό της. Μια σταθερή φωτογραφία από τα σκλαβωμένα μέρη στέκει για λίγο ακίνητη στην οθόνη. Από κάτω η επιγραφή Δεν ξεχνώ. Στα χείλη της σχηματίζεται ένα πικρό μειδίαμα. Τα μάτια της βαραίνουν, όχι τόσο από το βάρος του ύπνου, μα από το βάρος της καρδιάς που σφιγμένη σαν γροθιά ζεσταίνει μέσα της τον καημό μαζί με την ελπίδα, την πίκρα μαζί με την προσμονή. Το απόγευμα της άλλης Κυριακής τη βρήκε στο σαλόνι να. κοιτάζει έξω από το παράθυρο, πίσω από τη λευκαρίτικη κουρτίνα, προς τη μεριά του βουνού. Η μελανιά σιλουέτα του την καλούσε ξανά κοντά του. Τα πυρωμένα μάτια της έπεσαν στη φωτο­γραφία του άντρα της στο ράφι δίπλα στην τηλεόραση. Σηκώθηκε. Πλησίασε και τη φίλησε. Την ακούμπησε ξανά κάτω, πάνω στο κουτί με τα στέφανα του γάμου της. Τη σήκωσε ξανά και με σταθερά δάχτυλα άνοιξε το κουτί... Κάτω από την κορδέλα με τα ονόματα των κουμπάρων τους είχε κρύψει τα κλειδιά της καμαρόπορτας του σπιτιού της. θυμήθηκε τότε που παράτησε για λίγο το ζεστό χεράκι του Αντρέα και την κλείδωσε. Τα έσφιξε, τα κοίταξε ερευνητικά... ναι ήταν τα δικά της κλειδιά. Τα πήρε και τα έχωσε βαθιά στην τσέπη της.

Το αυτοκίνητο τους έφερε ξανά στο λόφο. Το δειλινό ήταν δροσερό και ήσυχο. Η Μαρία και ο Αντρέας προχώρησαν πιο μπροστά από τη μητέρα τους. Με τα κυάλια άρχισαν να πλανώνται στις γειτονιές που πρωτοείδαν το φως και μύρισαν τον αέρα του κυπαρισσιού. Η μητέρα πια δε βλέπει βουβή και μόνη της. Τα παιδιά της δεν την κοιτάνε απορημένα. Ζουν κι αυτά την αγωνία της.

—Εκεί στα δεξιά μας είναι ο κεντρικός δρόμος. Πιο πέρα από το μικρό εκείνο δασάκι είναι η εκκλησιά και δίπλα της η πλατεία. Ακόμα πιο αριστερά, εκεί που ξεχωρίζει το σχολείο είναι το σπίτι σας. Δεν το θυμάστε. Είναι όμως εκεί και σας περιμένει, θα σας περιμένει όσο εσείς θα το θυμάστε. Είστε νέοι και η ζωή είναι μπροστά σας. Κάποια μέρα θα γυρίσετε εκεί, δεν μπορεί... θα γυρίσετε, γιατί άδικα φύγατε, και ο θεός δεν δέχεται την αδικία. Σαν γυρίσετε μια μέρα, να θυμάστε πώς να το βρείτε. Δίπλα στο σχολείο, στα δεξιά κάποιου μεγάλου πλάτανου. Εκεί είναι. Είναι το μόνο στη γειτονιά που έχει ξωπόρτι. Το είχε φτιάξει κάποτε ο μακαρίτης ο παππούς σας όταν εσύ Αντρέα άρχισες να περπατάς και φοβόταν μη βγεις στο δρόμο. Σ' αγαπούσε πολύ ο παππούς, γιατί έχεις βλέπεις και το όνομα του.

Στα χέρια της έσφιξε τα κλει-διά. Ακούμπησε από ένα στην παλάμη του Αντρέα και της Μαρίας.

—Αυτά είναι τα κλειδιά του, είπε και κοίταξε τα παιδιά της μέσα στα απύθμενα μάτια τους. Τα πήρα μαζί μου όταν φεύγαμε. Πάρτε τα για ν' ανοίξετε όταν θα πάτε πίσω. Μπορεί να είναι λίγο σφιχτή η κλειδαριά μα θ' ανοίξει.

Στα μάτια των παιδιών έβλεπε τώρα ποτάμι τα δάκρυα. Μέσα στη βιβλική της σιλουέτα έκλεισε και αγκάλιασε τα νεανικά τους κορμιά κι ένιωσε ένα ρίγος από συγκίνηση να παγώνει το είναι της. Ικανοποιήθηκε. Είχε κάνει το καθήκον της.

Κύπρος Κυπριανού

ANTIPODES 25/26
DEC. 1989

 

 

 



 


 



 

 

 
 
Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info