Γραβάτα

La Cravate, cest lhomme. Honore de Balzac  

Την πρώτη φορά που ένιωσε ο Μανώλης ότι θα πεθάνει, ήταν εκείνο το πρωί, όταν ξύπνησε και στοιχεία από τα όνειρα του βρίσκονταν ακόμη στο δωμάτιό του. Στην αρχή, δεν πολύ ταράχθηκε, μάλλον θα νόμιζε ότι δεν είχε ξυπνήσει ακόμη καλά. Όταν όμως πήγε να ανοίξει την ντουλάπα του, διαπίστωσε ότι η αισθησιακή γυναίκα του χθεσινοβραδινού ονείρου στέκονταν μπροστά του, φορώντας ακόμη τα άσπρα, δαντελένια εσώρουχά της, με τα χέρια διάπλατα και το στόματα της μισάνοιχτο, σε μία έκφραση εκστασιασμού και ηδονής.

Αμέσως ο Μανώλης έριξε την φωτογραφία της μακαρίτισσας της γυναίκας του στο κομοδίνο κάτω, μην δει τα χάλια του. Μετά όμως, θυμήθηκε ότι την είχε δει και αυτήν εχθές βράδυ, ότι ήτανε λέει, αρχές που είχαν πρωτοπαντρευτεί και ανοίξει το ραφτάδικο. Πήγαινε να ανοίξει την ντουλάπα στο παλιό το μαγαζί, καλή ώρα όπως τώρα και μόλις έπιασε πόμολο της αριστερής ντουλαπόπορτας, έγινε ξυπνητήρι και άρχιζε να κουδουνίζει τόσο δυνατά, ώστε στην προσπάθειά του να βουλώσει τα αυτιά με τα χέρια του, έπεσε επάνω της. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και είδε τη γυναίκα του να κάθεται επάνω στο μπαούλο με της κλωστές. Ξεμπέρδευε τα πολύχρωμα νήματα από τα καρούλια τους, τα συνέπλεκε σε κοτσίδες, τα έκοβε σε διάφορα μεγέθη και τα έριχνε στο πάτωμα. Την άρπαξε από το χέρι και τη ρώτησε φοβισμένα τι έκανε εκεί, αλλά αυτή δεν του απάντησε. Σήκωσε τους ώμους της και τον κοίταξε λυπημένα. Το στόμα της ήταν ραμμένο με κόκκινη κλωστή.

Δεν άνοιξε την ντουλάπα. Προσπέρασε την μισόγυμνη γυναίκα που τον περίμενε ακίνητη, σκοντάφτοντας πάνω στο πόδι της και βγήκε στην κουζίνα. Ευτυχώς, τα πάντα ήταν στη θέση τους και δεν υπήρχε τίποτε το επιπρόσθετο να τον ταράξει περισσότερο, εκτός από το γεγονός ότι εκείνο το παλιό κακόγουστο πορτατίφ, που τους το είχε κάνει δώρο η πεθερά του και το οποίο ήταν το πρώτο πράγμα που πέταξε όταν πέθανε η γυναίκα του, είχε εξαφανίσει, εκεί ακριβώς όπου φώτιζε την ήσυχή τους ζωή όλα εκείνα τα χρόνια, πίσω από τον καναπέ. Μάζεψε τις κλωστές που είχαν ξεχαρβαλωθεί από τον καταυγαστήρα και τις έβαλε στην τσέπη του. Έπειτα, αφού χτενίστηκε προσεκτικά μπροστά από τον καθρέφτη, τράβηξε δρόμο για το μαγαζί του.

Ο ίδιος ήθελε να πιστεύει ότι η γραβάτα, ή γρεβάντα, όπως την έλεγε ο ίδιος καμαρωτά και με στόμφο, υιοθετώντας την ιδιαίτερη προφορά του νησιού του για την άρθρωσή της, προέρχονταν από το δεσποτικό ωμοφόριον και συμβόλιζε την εύρεση και περιφορά του απολωλότος αμνού από τον Καλό Ποιμένα. Κάποιοι Αιγύπτιοι αιρεσιάρχες, ζηλεύοντας την ορθότητα των πεποιθήσεων μας, διαστρέβλωσαν όχι μόνο τον συμβολισμό του ωμοφορίου αλλά και την φυσική του μορφή, δένοντάς το σαν σαρίκι επάνω στις κεφαλές τους, ενώ εκείνος ο ακατονόμαστος ο Ιάκωβος Βαραδαίος, το πήρε μαζί του στη Συρία, του έκοψε μία τρύπα στη μέση και το φόρεσε σαν διπλό πετραχήλι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν ολίγοι οι πατριάρχες που κρεμάστηκαν από τα ωμοφόρια τους από τους αλλόδοξους, πίσσα στα κόκκαλά τους και φορούμε ασυναίσθητα τον κόμβο που συντέλεσε το μαρτύριο τους. Από εκεί προήλθε η γραβάτα, η προστασία των χαμένων αμνών και ενθύμιο της μυλόπετρας των αμαρτιών συνάμα.

Βέβαια, ένας ιερομόναχος που του έκανε την τιμή να τον επισκεφθεί στο μαγαζί του μια φορά και μάλιστα του είχε αναθέσει να του ράψει ένα πετραχήλι κεντημένο με μικρές πύρινες γλωσσίτσες, του εκμυστηρεύτηκε ότι στις πιο εκστατικές οπτασίες του γέροντός του, του είχε αποκαλυφθεί ότι το 666 ήταν ραμμένο με πράσινη κλωστή στην διαπλοκή μιας γραβάτας στο Βατικανό και ότι όταν ανοιχθεί η έβδομη σφραγίδα, όλοι οι γραβατιασμένοι θα συνταχθούν στο στρατό του θηρίου, στην κοιλάδα του Αρμαγεδδώνος, για την έσχατη μάχη.

Ο Μανώλης ήξερε από μάχες. Από εκεί άλλωστε είχε μάθει την τέχνη, από το  στρατό. Νέος τότες, έραβε τραύματα, πότε για τους μεν, πότε για τους δε και όλοι συμφωνούσαν ότι επέδιδε στην δουλεία του, επιπρόσθετη δεξιοτεχνία. Όταν τελικά αποστρατεύτηκε, μη έχοντας τίποτε άλλο να κάνει, το έριξε στη βιοτεχνία. Έρχονταν οι πελάτες του, του παρήγγελναν κουστούμια και αυτός τα έραβε με πάθος. Όταν τα έβλεπε όμως τα κουστούμια αυτά έξω από την τζαμαρία του μαγαζιού του να κυκλοφορούν στους ρημαγμένους δρόμους, να καλύπτουν ρημαγμένους ώμους, να γερνούν, να ξηλώνονται και να φεύγουν, αφήνοντας μόνο δύο τρεις κλωστές ως εύθραυστα σημάδια της ύπαρξής τους, του  έρχονταν μελαγχολία. Άλλωστε για κάποιο λόγο, όλοι του οι πελάτες ήταν πρώην τραυματίες του. Που και που, τα παλιά τους τραύματα έσταζαν ντοματοπολτό. Ξεχύνονταν από τις ραφές των κουστουμιών επάνω στα πόδια τους. Συχνά έπηζαν σαν αίμα και έβαφαν τον έξω τοίχο του μαγαζιού, το πεζοδρόμιο και τα φύλλα της μουριάς δίπλα από τον δρόμο.

Αποφάσισε αγχωμένος, να ασχοληθεί μόνο με τις γραβάτες.

Την ημέρα που πήρε την απόφαση αυτή, άρχισαν να του πέφτουν τα μαλλιά. Εκεί που έκοβε το πατρόν, δεν ήταν λίγες οι φορές όπου άθελά του, έμπαιναν οι τρίχες του στα ράμματα. Όλως παραδόξως όμως, όταν κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη, δεν του φαίνονταν ότι είχαν κουφώσει τα μαλλιά του, κι ας κρύωναν ο κρόταφός του.  Έραβε και σκέφτονταν ότι οι αναδιπλώσεις τις γραβάτας ισαρριθμούσαν με το μέγεθος των αμαρτιών του φορέα. Δεν μπορούσε να γίνονταν αλλιώς. Ογδόντα τέσσερις ήταν όλα για όλα τα είδη των ανθρωπίνων αμαρτιών κατά τον Σύρο μοναχό Θωμά της Μαργιανής και οι Άγγλοι ερευνητές Θωμάς Φίνκ και Κάρολος Γιαγνκ του εργαστηρίου Κάβεντις, παράρτημα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, είχαν αποδείξει με ακράδαντα στοιχεία σε ένα άρθρο τους, την μεταφυσική συγγένεια της γραβάτας με την πεπερασμένη πιθανότητα της ανθρώπινης αμαρτίας. Χρησιμοποιώντας μαθηματικά πρότυπα, βρήκαν ότι ογδόντα τέσσερις είναι ο ανώτατος αριθμός των κόμπων των οποίων δύναται κανείς να δέσει στη γραβάτα του και να φοριέται ακόμη. Παράλληλα, ανατρέποντας τους ισχυρισμούς του καθηγητού Μπρους, ανακάλυψαν στις ενενήντα εννέα πιθανές κανονικές διαστρεβλώσεις της γραβάτας, το προπατορικό σύμβολο του απείρου, καθώς και της συντέλειας του σύμπαντος κόσμου.

Αγαπούσε παράφορα τις γραβάτες που έραβε. Πίστευε ακράδαντα ότι, ο, τι ποθεί, λέγει και φοράει ο άνθρωπος εγκρύπτει μία βαθύτατη έννοια και σκοπός της ζωής του ήταν να την εξακριβώσει. Ώστε να είναι ελεύθερος και κομψός, ήταν απαραίτητο στον άντρα να φοράει γραβάτα, διότι αποτελεί είδος ένδυσης ουσιώδες για την έκφραση της προσωπικότητας του καθενός, καθώς και την θέληση του για αλλαγή. Πόσοι και πόσοι φουκαριάρηδες δεν είχαν περάσει από το μαγαζί του, άλλοι φορώντας τον καημό μιας σπαταλημένης ζωής, άλλοι μία πληγωμένη καρδιά. Τους γιάτρεψε όλους, με τρεις κόμπους της γραβάτας γύρω από το λαιμό τους, με τη λύση των υπαρξιακών τους προβλημάτων ραμμένη κρυφά μέσα στο σχέδιό της.

Στο μαγαζί του, επάνω από την πόρτα, είχε κορνιζάρει πριν χρόνια, μία Ισπανική αφίσα, η οποία απεικόνιζε έναν κομψότατο καβαλλιέρο με τα στενά του παντελόνια, να δένει την γραβάτα του ενώ ταυτόχρονα πάσχιζε, χωρίς βέβαια πολύ προσπάθεια, να ημερέψει έναν μαινόμενο ταύρο. Σε μεγάλα, έντονα γράμματα, η επιγραφή που απλώνονταν στα πόδια της αρένα ανήγγειλε: “Llevar le corbata es un asunto de honor.”*

Σήμερα όμως, κάποιος - αλήθεια ποιος κατάφερε να σκαρφαλώσει εκεί πάνω; - είχε χαράξει με το δάκτυλό του στο σκονισμένο τζάμι της αφίσας τα ακόλουθι:

«Η γραβάτα είναι η μάσκα που τη φοράμε κάθε πρωί ώστε να παίξουμε τον ρόλο μας καλύτερα.»

Σάστισε. Ακόμη πιο χαμηλά, κάτω από το αδέξιο, παιδιαρίστικο σκίτσο ενός προσώπου που έβγαζε τη γλώσσα του σε μορφή γραβάτα, υπήρχε και άλλη επιγραφή μέσα στη σκόνη:

“Taut vaut l’homme, taut vaut le cravate.”*

«Παιδιαρίστικες βλακείες,» μουρμούρισε ο Μανώλης, ο οποίος δεν καταλάβαινε Γαλλικά. Ξεκλείδωσε την πόρτα και με αργά βήματα, προχώρησε στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Σκόνταψε και έπεσε στα γόνατά του στο πάτωμα. Ένιωθε κάτι να τον τραβά κάτω, μία καταπνικτική πίεση γύρω από το λαιμό του.  Δεν μπορούσε όμως να σηκώσει το κεφάλι του, αλλά εκεί, γονατιστός όπως ήταν, διέκρινε ότι ο καθρέφτης του σπιτιού του είχε μετακομίσει στο μαγαζί και ότι ήταν, μαζί με τους άλλους δύο μεγάλους καθρέφτες του μαγαζιού, σπασμένος, και όχι μόνο αυτό, αλλά ότι τα θρύψαλά τους είχαν πάρει την μορφή μιας γραβάτας.

«Αν κάποιος σου πατήσει την γραβάτα, εσύ φταις που γονάτιζες,» άκουσε μία αλλόκοτη, πνιγμένη φωνή να του λέει. Με δυσκολία έσκισε τη γραβάτα του από την αόρατη δύναμη που την κρατούσε παγιδευμένη και σηκώνοντας επάνω το κεφάλι του, έβγαλε μία τρομαγμένη φωνή. Επάνω από τα ράφια του μαγαζιού, κάθονταν όλοι εκείνοι οι τραυματίες που δεν κατάφερε τότες να σώσει στον πόλεμο. Που και που έρχονταν στον όνειρά του ντυμένοι στο χακί ακόμη και με τις ανοιχτές τους πληγές να τρέχουν, να τρέχουν και να πλημμυρίζουν το δωμάτιο..... Τον κοιτούσαν μέσα στα μάτια, μία βουβή διαμαρτυρία προς τον επικείμενο σωτήρα ο οποίος ποτέ δεν ήλθε και βουτούσαν το κεφάλι τους στο . Τα μαλλιά τους είχαν γίνει γραβάτες που στριφογύριζαν ανέμελα σαν φίδια. Τον κοίταξαν όλοι τους, ταυτοχρόνως μέσα στα μάτια. Ο Μανώλης κοκκάλωσε.

Γύρω από τα πόδια του στριφογύριζε μία πελώρια, πολύχρωμη γραβάτα. Ανοιγόκλεινε το στόματα της με γρήγορες κινήσεις σαν να πνίγονταν και να ήθελε να καταπιεί με βουλιμία όλο το οξυγόνο του δωματίου. Ο Μανώλης θυμήθηκε ότι είχε ονειρευτεί κάποτε ένα τέτοιο θηρίο. Καθώς περισφίγγονταν όλο και περισσότερο γύρω από τα γόνατά του ακούστηκε η λεπτή, συριστική φωνή της:

«Είμαι ο ουρανοβόρος όφις, ο όφις εκείνος που την στιγμή που ελίσσεται γύρω από το σύμπαν, το περικλείει, το θεωρεί ως εαυτός του και τον δαγκώνει, αφαιρώντας το υπόλοιπο του παλαιού δέρματός του. Η περίκλειστη αναπαράστασή μου αποτελεί πανάρχαιο σύμβολο της αιωνιότητος και τις συνέχειας του κυκλικού χρόνου.»

Έμεινε άναυδος. Ο όφις! Το σύμβολο των γνωστικών αιρεσιαρχών, η θεότητα των Ναασενναίων και των Οφείτων της Φρυγίας που τον θεωρούσαν ως σύμβολο της υπέρτατης δύναμης, της φρόνησης και της μυστηριακής γνώσεως! Για τους Αλχημιστές, είχε την ίδια σχεδόν σημασία  με το «φιλοσοφικό ωόν»: υποδήλώνε το ενιαίο της ύλης, την απόλυτη ενότητα, την έννοια της ψυχής του κόσμου,  το «πάν που περιβάλλει παν ότι παρέχει γένεση.» Και όλα αυτά σε μία γραβάτα!

Άθελα του, Ο Μανώλης ψέλλισε:

«Ιδού, εγώ αποστέλλω υμάς εν μέσω λύκων. γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως όφεις και ακέραιοι ως αι περιστέραι.»

Ο όφις είχε τυλιχθεί γύρω από το στομάχι του και ανοίγοντας διάπλατα το πάνινο σαγόνι του, άρχισε να καταπίνει σιγά σιγά, τη γραβάτα του.

«Είμαι παλαιά, πολύ πιο παλαιά από ότι νομίζεις,» του ψιθύρισε. «Κοίταξε με μέσα στο στόμα. Μέσα μου περικλείω το Χάος. Γεννήθηκε με την τελευταία εκ