Πρόσωπα
Άννα..............................
Παιδαγωγός
Αγλαΐτσα.......................Ψυχολόγος
Δώρα.............................Καλλιτέχνιδα
Βάσω.............................Νοσοκομειακή
Προϊστάμενη
Δέσπω...........................Κοινωνιολόγος
Στα
εικοσιεπτά
τους,
φίλες από
τη μέση
εκπαίδευση,
εργάζονται
σε
διαφορετικές
πόλεις.
Ύστερα
από ένα
μεγάλο
διάστημα,
συναντώνται
στο σπίτι
της Βάσως,
για να τα
πουν.
Σκηνή
Δέσπω:
Από
πού ν'
αρχίσω
βρε
κοπέλες; Έπιασε
που λέτε
το χέρι
μου στις
παλάμες
του με
προσοχή
σα να
ήμουν
εύθραυστη,
το έφερε
στα χείλη
του και
είπε
κυττάζοντάς
με βαθιά
στα μάτια:
«Εσύ... εγώ...
κι ο
κόσμος
όλος!..»
Άννα:
Καλέ!
Καλέ!
Κάποιος...
κάποιος
μεγάλος
νομίζω το
είπε αυτό!
Αχ! δε
θυμάμαι
τώρα!
Δώρα:
Άννα
μου! Μην
αφήνεις
κορίτσι
μου τη
γλώσσα
σου να
τρέχει
πριν από
το μυαλό
σου! Σε
κάποιο
ρομάντσο
θα το
διάβασες,
τότε που
δεν είχες
ακόμη
σοβαρευτεί!
Κάποιες
από τις
φίλες
γελούν
κουνώντας
τα
κεφάλια
τους και
κάνοντας
κωμικές
γκριμάτσες.
Αγλαΐτσα: Μην
τις ακούς
αυτές,
Δέσπω.
Πάμε
παρακάτω.
Από εκεί
που
σταμάτησες,
εννοείται.
Δέσπω:
(Σκέφτεται)
Ναι...
Τι έλεγα;
Αχ, Ναι!
Και
ύστερα, με
αργές,
μελετημένες
θα έλεγα,
κινήσεις,
έγειρε
λίγο
ακόμα
απάνω μου
και με
αφάνταστη
προσοχή
με φίλησε
στο
μάγουλο!
Δώρα:
(Ειρωνικά)
Σίγουρα
ανησυχούσε
μήπως και
πετάξεις
μακριά
του, γι
αυτό! Τόσο
αργός που
ήταν!
Τι
αηδίες!
Πρέπει να
ζωγραφίσω
κάτι
σχετικό.
Έχω
κιόλας
υπόψη μου
το θέμα. «Η
αντιλόπη
που
ονειροπολεί
και το
λιοντάρι,
που
πλησιάζει
σιγά-σιγά»,
όπως θα
έπρεπε
άλλωστε.
Βάσω:
(Απογοητευμένη)
Αυτό ήταν
όλο Δέσπω
μου; Βρε
κορίτσι
μου, αυτό
κατάφερες
μέσα σ’
έναν
ολόκληρο
χρόνο;
Δέσπω:
(Ανόρεχτα,
σιγανά)
Βασικά
δεν είχα
πολύ
όρεξη να
κυνηγάω
περιπέτειες.
Ο
Γιώργος
υπήρξε
πολύ
καλός
μαζί μου,
αλλά
νομίζω
ότι
επειδή
δεν τον
ενθάρρυνα,
απομακρύνθηκε
κάπως. Δεν
πολυβλεπόμαστε
τώρα πια.
Βάσω:
Πω...
Πω! Κακό
σημάδι
αυτό. Να
μου το
θυμάστε.
Πάει,
ξεθύμανε
η ηλικία
μας!
Δώρα:
Όχι
Δέσπω μου,
ο
άνθρωπος
έψαχνε
για
ευκαιρία.
Το πράγμα
φάνηκε.
Αγλαΐτσα:
Αν είναι
όπως τα
λες Δώρα
μου, τότε
η Δέσπω
γλύτωσε!
Δώρα:
Βάλτε μία
τελεία
βρε
κοπέλες!
Έχουμε
όλον τον
καιρό να
μιλήσουμε
και... να
σχολιάσουμε.
Ας
αφήσουμε
τη Δέσπω
να μας πει.
Της
κόψαμε τη
φόρα!
Η
Δέσπω
χαμογέλασε.
Συνέχισε
προσεκτική
και
μάλλον
ντροπαλή.
Δέσπω:
Ξέρετε
κορίτσια
δεν είμαι
δα και
τόσο
απαίδευτη
σ' αυτά.
Όμως
κάτι δε
πάει καλά.
Δε με
γεμίζει η
όποια
σχέση μου
με τους
άντρες.
Δεν ξέρω
ακόμη το
γιατί -το
ψάχνω
ξέρετε-,
γι αυτό
και
προτιμώ
να
διαβάζω ή
να
φτιάχνω
λίγο τα
λουλούδια
μου στις
ελεύθερες
ώρες μου.
Αγλαΐτσα: Ε!
Δεν είναι
κακό αυτό.
Να
βγαίνεις
όμως και
λιγάκι,
μην
απομονώνεσαι!
Εσύ τα
ξέρεις
αυτά.
Κοινωνιολόγος
είσαι βρε
παιδάκι
μου.
Σίγουρα,
δε σου
λείπουν
οι
συμβουλές
μας!
Βάσω:
Έχει
δίκιο η
Αγλαΐτσα.
Θα
πρέπει να
μην
ξεχνάς
και το
τσακίρ
κέφι!
Να λες «άει
σιχτίρ»,
και να το
καις το
πελεκούδι.
Γελάνε.
Η Δέσπω
χαμογελάει
σκεφτική.
Δέσπω:
Ξέρετε... Όλη
μέρα
σχεδόν
εργάζομαι.
Ποιος
έχει την
όρεξη;
Αχ
φιλενάδες
μου, πόσο
μου
λείπετε! Χαμογελάει
και
σηκώνεται
μια
στιγμή. Οι
φίλες την
κυττούν
σιωπηλές.
Δέσπω:
(Συγκινημένη)
Ελάτε
τώρα
αρκετά
ασχοληθήκαμε
μ’εμένα.
Εσύ Βάσω
μου τι λες!
Βάσω:
(Με σχετικό
χιούμορ)
Εγώ Δέσπω
μου... θα
ήθελα να
πω, πως -αν
και σε
καταλαβαίνω,
σε σχέση
με τα
παραπάνω-
ότι... με
απογοήτευσες
γενικά.
Από τον
τρόπο που
μίλαγες
στην αρχή,
περίμενα
πως κάτι
ανατριχιαστικό
θ'
ακολουθούσε
την
περίφημη
φράση που
σου είπε ο
Γιώργος.
Αλλά τι
να γίνει!
Θα σας
πω όμως
εγώ τα
δικά μου
για να σας
κάνω να
αναπηδήξετε
από την
αγωνία
της
προσμονής
και
συγχρόνως
να σας
δώσω
τροφή για
σκέψη!
Δώρα:
Ωραία! Για
να δούμε
φιλενάδα!
Γιατί
συνήθως ο
τρόπος με
τον οποίο
προσεγγίζεις
το θέμα
σου έχει
κάτι
το
μακάβριο!
Και
μακρυλογείς,
μακρυλογείς...
Μπορείς
να πας
κατευθείαν
στο ψαχνό
φιλενάδα;
Τότε
μάλιστα,
θα σ’
ακούσουμε
με πολλή
ευχαρίστηση.
Βάσω:
Εντάξει
μωρέ, το
δέχομαι.
Ο δικός
μου που
λέτε -ξέρετε
βέβαια
ποιος, ο
Μίμης ντε...-
στο
τελευταίο
ραντεβού
μας, στο
δωμάτιο
ενός
φίλου του...
Άννα:
Να
διακόψω
λίγο;
Γιατί
αυτό;
Αφού
έχεις
σπίτι.
Κυττάζονται
μεταξύ
τους και
συμφωνούν
με την Άννα.
Βάσω:
Ε... να, δεν
ήθελα να
με δουν
στην
πολυκατοικία...
κι ο Μίμης
μένει με
τους
γονείς
του.
Εντάξει;
Οι
φίλες της
νεύουν
καταφατικά.
Δώρα:
Συνέχισε,
συνέχισε,
μωρέ.
Μην
κάνετε
παρεμβάσεις
με το
παραμικρό
βρε
κοπέλες!
Βάσω:
Που λέτε
λοιπόν, σ'
εκείνο το
ραντεβού
μας
-συνέβη
αρκετές
μέρες
πριν νά
έρθω εδώ-
και πριν
καλά-καλά
να
κλείσει η
πόρτα
πίσω μας,
με πέταξε
πάνω στο
ντιβάνι
φωνάζοντας
σαν
πεζοναύτης
στον
εχθρό του:
«Πίσω
και σ'
έφαγα!»
Αγλαΐτσα: Μπα;
Δεν τον
φανταζόμουν
έτσι, από
την
περιγραφή
σου στο
τηλέφωνο!
Τον
περίμενα
πιο
τρυφερόν.
Τι είναι
λοιπόν;
στερημένος
ή
ανθρωποφάγος;
Δώρα:
Έλα
βρε Αγλαΐτσα! Τώρα
βρήκες να
εφαρμόσεις
τις
θεωρίες
σου της
ψυχολογίας;
Να μην τη
διακόπτουμε
συνεχώς!
Χάνουμε
την ουσία
του
πράγματος
έτσι.
Οι
κοπέλες
αδιαφορούν
για τη
σύσταση.
Άννα:
Αχ! Είναι
πολύ
ρεαλιστικό!
Με
τρελαίνει!
Με
τρελαίνει
σας λέω.
Αγλαΐτσα: (Αδημονεί)
Κι εσύ τι
έκανες
κορίτσι
μου;
Ανέχτηκες
αυτήν την
υπεροπτική
παρουσία,
που ενώ
ετοιμαζόταν
να
κατασπαράξει
τη λεία
του,
θριαμβολογούσε
κιόλας;
Βάσω:
Όχι
βέβαια,
ψυχολόγε
μου! Την
ώρα που
βουτούσε
στο
ντιβάνι,
ρολάρισα
και
βρέθηκα
στο
πάτωμα.
Προσεκτική
προσγείωση
βέβαια,
υπολογισμένη.
Από εκεί -αμέσως
μετά-
στάθηκα
όρθια να
θαυμάσω
το μένος
του
αρσενικού
θηρίου,
που έπεσε
με φόρα
στο
πάτωμα,
για να
βογγήξει
τελικά
από το
απροσδόκητο
πέσιμο
και από
τον πόνο.
Δέσπω:
Τι
λες βρε
φιλενάδα;
Είσαι
πράγματι
αξιόλογος
εκπρόσωπος
του
γυναικείου
δυναμικού
της
κοινωνίας
μας. Και...
πού
έμαθες
αυτά τα
κόλπα και
τα «ρολαρίσματα»;
Αγλαΐτσα: Έλα
καλέ! Η
Βάσω ήταν
πάντα
άσσος στη
γυμναστική.
Και το
καράτε
της; Τι
στο καλό
πάθατε
όλες σας;
Πήρε
τόσα
βραβεία η
κοπέλα. Το
ξέχασες
βρε Δέσπω;
Σωστή
αίλουρος!
Χίλιες
φορές
μπράβο
σου Βάσω
μου!
Χίλιες
φορές
μπράβο. Άκου
λέει
θράσος ο
άντρας!
Με το
έτσι θέλω,
το πήγε!
Δώρα:
Και μετά;
Τι έγινε
μετά;
Άννα:
Πες μας
βρε Δέσπω
και
κοντεύω
να σκάσω!
Βάσω:
Ε, μετά
είπα κι
εγώ κάτι
που τον
ξάφνιασε:
«όποιος
τρώει
τελευταίος
χορταίνει
καλύτερα!»
Άννα:
Α! Δεν
πάει έτσι
αυτό!
Συνήθως
λέμε ότι «όποιος
γελάει
τελευταίος,
γελάει
καλύτερα».
Δέσπω:
Έλα,
βρε Άννα
μου, μη
χάνεσαι
πάλι στα
όποια
ρητά... Αχ!
Παιδαγωγικό,
να όψεσαι!
Για πες
βρε
φιλενάδα
να χαρείς!
Βάσω:
Ε... μωρέ,
τι να σας
πω; (Σηκώνεται)
Ο
άνθρωπος
δεν το
περίμενε.
Νόμιζε
ότι θα του
στεκόμουν,
για να
χαρεί
λιγάκι τα
νιάτα του.
Όμως,
όπως ήταν
λογικό,
δεν
μπορούσα
να
παραδοθώ
αμαχητί.
Δώρα:
Στάσου
βρε
κορίτσι
μου. Τι
εννοείς
όταν λες «δεν
μπορούσα
να
παραδοθώ
αμαχητί!»
Βγαίνεις
μαζί του
τόσον
καιρό, κι
ακόμα δε
σε
κατάφερε;
Μήπως δεν
τον
θέλεις, γι
αυτό και
βρίσκεις
δικαιολογίες;
Κι αν
είναι
έτσι, τότε
γιατί να
τον
βασανίζεις;
Βάσω:
Όχι
ακριβώς
Δώρα μου! Όχι
ακριβώς!
Απλά... δεν
ήμουν
έτοιμη
για μια
τόσο ωμή
συμπεριφορά.
Δέσπω:
Είσαι μία
ρομαντική,
μία πιστή
στα
πάτρια
Βάσω μου! Όμως
κορίτσι
μου τον
ακολούθησες
σ’ ένα
χώρο
ειδικό,
εύλογα
για
μια
τέτοιου
είδους
συμπεριφορά,
εκ μέρους
του.
Κατά τη
γνώμη μου
λοιπόν,
έχεις
πέρα για
πέρα
άδικο!
Αγλαϊτσα:
Ίσως
και να
έχει
άδικο,
όπως λες η
Βάσω μας. Ίσως
και να
είναι
δυσκολότερη
από άλλες!
Ή
μπορεί
και να
χρειάζεται
ειδική
συμπεριφορά.
Μία
τρυφερότητα
μία
προθέρμανση
παιδί μου,
πώς το
λένε
επιτέλους;
Είναι
πολλοί οι
λόγοι, που
μπορεί να
σταματήσουν
τη
γυναίκα
σε μία
παρόμοια
περίπτωση.
Από ότι
ξέρουμε, η
Βάσω δεν
ενέδωσε
σε
κανέναν
ακόμη.
Έτσι
δεν είναι
Βάσω;
Και όταν
συμβαίνει
αυτό
συνεχώς,
για
οποιονδήποτε
λόγο, η
γυναίκα
με το
πέρασμα
του
χρόνου
-χωρίς
να το
καταλαβαίνει-
κλείνεται
στον
εαυτό της
όλο και
περισσότερο.
Βάσω:
Φιλενάδες...
Αφήστε να
τελειώσω
και θ’
αποφασίσουμε
τι
ακριβώς
μου
συμβαίνει,
αν... μου
συμβαίνει
κάτι
τελικά.
Με τα
πολλά
λοιπόν, το
κατάλαβε
ο
αγαπητός
Μίμης, ότι
σεβόμουν
αρκετά
την
αξιοπρέπειά
μου και
ότι δε θα
παρέδινα
τα όπλα
μου, στην
πρώτη
επίθεσή
του.
Δώρα:
Βρίσκω
αρκετά
ενδιαφέροντα
τον τρόπο
με τον
οποίο
θέτεις τη
σχέση σου
με τον
άρρενα
πολεμιστή.
Νομίζω
πως κάπως
έτσι θ’
αντιδρούσα
κι εγώ. (Σκέφτεται
δυνατά) «Πω,
πω, τι
θέμα για
ζωγραφική!
‘Η
Αμαζόνα
και ο
Απελάτης!’»
Δέσπω:
Εσύ Δώρα
μου!
Δύσκολο,
πολύ
δύσκολο
το βλέπω.
Δε θα
είχες την
ευκαιρία
ν’
αντιδράσεις
ούτως ή
άλλως!
Με τα
μυαλά που
κουβαλάς...
κι εσύ
χαμένη θα
πας!
Η
Δώρα δεν
μιλάει.
Χαμογελάει
αινιγματικά.
Σηκώνεται
πάει
παράμερα
κι ανάβει
ένα
τσιγάρο.
Άννα:
Έλα,
ηρέμησε
Δώρα μου!
Τι τον
θέλεις
τον
παλιοκαπνό
τώρα; Έλα
βρε Βάσω
μου,
υπάρχει
και
συνέχεια
πιστεύω
στα ήδη «ειρημένα»
σου.
Αγλαΐτσα: Να
λοιπόν
που
υπάρχει
συνέχεια
ενδιαφέροντος
για την
περίπτωση
της Βάσως.
Άντε
Βάσω μου
ν’
ακούσουμε
και τη
συνέχεια
του μελό,
αν και
αφού
υπάρχει.
Κάνε το
χατίρι
της
Αννούλας
μας!
Βάσω:
(Με
ύφος
δήθεν
σπουδαίο)
Ναι
βέβαια. Να
σκεφτείτε
μόνο, πως
τόσο
εντυπωσιάστηκε
ο
άνθρωπος,
δηλαδή... ο
δικός μου...
ο Μίμης
καλέ, που
ύστερα