Το
παραμύθι
Σήμερα
Πέμπτη,
Μελβούρνη,
Αυστραλία. Ο
καιρός
υγρός, κρύος,
βαρύς
μελαγχολικός.
Περιμένουμε
τον ήλιο τη
ζέστη, την
καλοκαιρία.
Ο ήλιος ! Ο
ήλιος! Δε
λέει να βγει.
Φέτος αργεί
το
καλοκαίρι.
Το
καλοκαίρι
αργεί…
Χριστούγεννα
στην
Αυστραλία
με κρύο. Σαν
νάμαστε στο
Αίγιον, στο
σπίτι τον
παλιό καιρό.
Τότε που
είμαστε
παιδιά. Τότε
τα
Χριστούγεννα
η μάνα είχε
για όλα
τ΄αδέλφια
μου
καινούριο
ρούχο για
τις άγιες
μέρες. Για
τα παιδικά
αθώα μάτια
μου, εκείνα
τα φτωχικά,
τα
μεταποιημένα
ρούχα ήταν
θαυμάσια
ονειρεμένα.
Έφτιαχνε
και γλυκά η
μάνα,
κουραμπιέδες,
λουκουμάδες,
τηγανίτες.
Έψηνε κρέας
στο φούρνο
με πατάτες
στογγυλές,
μικρές,
ροδοκόκκινες.
Είμαστε
εννιά
αδέρφια,
πέντε
αγόρια,
τέσσερα
κορίτσια,
αδύνατα,
χλωμούλια,
φωνακλάδικα,
διαβολάκια.
Τότε
αισθανόμουν
σαν χαμένο
ανάμεσα στα
τόσα παιδιά,
αν σκεφτεί
κανείς πως
έλλειψα
αρκετά
χρόνια από
την
οικογένειά
μου,ποιός
μούδινε
σημασία.
Αισθανόμουν
από τότε
ξένη μέσα
στο σπίτι
των γονιών
μου,ακόμη
αισθανόμουν
ότι είμαστε
φτωχοί, ότι
υποφέραμε
από κάτι.Τι
κρίμα να μην
είμαι
χαρούμενο
παιδί. Θα
έπρεπε να
είμαι.
Μάλιστα, θα
έπρεπε… τι
λόγος.
Καλοί
ήσαν οι
γονείς μας.
Αν και πολύ
σοβαροί και
αυστηροί.
Δεν μας
χάιδευαν,
δεν μας
φιλούσαν.Ήξερα
όμως ότι μας
αγαπούσαν.
Το είχα
εξακριβώσει,
αλλά δεν
έφτανε.
Ήθελα και τα
φιλιά και τα
χάδια.
Θυμάμαι
πόσες φορές
έκανα την
άρρωστη για
να με
φιλήσει η
μητέρα, για
να ακούσω
τον πατέρα
να ρωτάει
για μένα.
Αυτές
λοιπόν τις
φορές που
έκανα την
άρρωστη,η
μάνα
μ΄εβαζε να
κοιμηθώ στο
δικό της
κρεβάτι. Ε,
αυτό πια
ήταν σωστό
όνειρο κι
έφτανε για
να γίνω καλά
κι αν ακόμη
ήμουν
άρρωστη
στ΄αλήθεια!
Με σκέπαζε
μαλακά, μου
έφερνε γάλα
με φίλαγε
λιγάκι. Ο
πατέρας
μόλις
γύριζε το
σούρουπο
από το χτήμα,
πριν καλά-καλά
δρασκελιζει
το κατώφλι,
ρώταγε με
φωνή
γιομάτη
ενδιαφέρον
και αγωνία,
‘’Ελένη, τι
κάνει το
τσουπί;’’
Εγώ
δεν ήθελα
άλλο. Την
άλλη μέρα,
πρωί-πρωί
ήμουν όρθια,
έπαιζα
χαρούμενη
με τα παιδιά.
Οι γονείς
μου
ησύχαζαν
και με
παράταγαν.
Ξέχναγαν
πια να με
ξαναφιλήσουν
και να
ρωτήσουν
για μένα.Πάντως
η αφεντιά
μου ήμουν
ήσυχη για
κάμποσον
καιρό.Μέχρι
να
επαναληφθεί
η ίδια
ιστορία.
Στο
σπίτι μας
έμενε κι ‘ενας
παππούς που
ήταν θείος
της μάνας
μου, γέρο-Θανάση
τον φώναζαν
όλοι. Ήταν
λεβεντόγερος,αγαπητός.
Δούλευε
πολύ στο
χτήμα μαζί
με τον
πατέρα.
Έφερνε
ωραία
πεπόνια,
καρπούζια,
αγκινάρες,
μπιζέλια.
Όταν
πήγαινε
απάνω στην
αγορά μας
έφερνε
μαντολάτο
και παστέλι.
Τις
χειμωνιάτικες
μέρες
καθόταν στο
παραγώνι κι
έψηνε ψωμί
στα
κάρβουνα,
καψαλιστό,
τόλεγε,
έριχνε λάδι
απάνω και
ρίγανη και
το΄τρωγε.
Εμείς όλα
μαζευόμαστε
γύρω-γύρω
και τρώγαμε
σταφίδα
μαύρη και
σουλτανίνα
και σύκα
ξερά. Και
περιμέναμε
ν΄αρχίσει ο
παππούς το
παραμύθι.
Μια
φορά κι έναν
καιρό ήταν
ένας γέρος
και μια γριά.
Εκεί που
σάρωνε η
γριά
βρίσκει μια
δεκάρα, Γέρο,
γέρο , λέει η
γριά, τι να
πάρουμε με
τη δεκάρα;
Να πάρουμε
μύγδαλα ή
καρύδια; Α,
μωρ΄γριά
πως θα φάμε
τα καρύδια
και τα
μύγδαλα που
δεν έχουμε
δόντια; να
πάρουμε, της
λέεει, μέλι.
Και πήραν
μέλι,
και
κόλλησε η
γριά κι ο
γέρος κι η
κατσίκα, και
οι κόττες
και ο
κόκορας και
η γάτα και ο
σκύλος και
ήσαν όλοι
κολλημένοι
και
μελωμένοικαι
ζούσαν
αυτοί καλά
κι εμείς
καλύτερα
στο σπιτάκι
μας με τον
παππούλη
μας να μας
λέει
παραμύθια,
παιδιά δεν
είμαστε;
Μια
βαρυχειμωνιά,
το 1940 πρέπει
νάγινε κάτι
πλύ τρομερό
γιατί ο
παπούς δεν
μίλαγε,
καθόταν στο
παραγώνι
διπλωμένος,κουλουριασμένος,
μουγκός. Η
μάνα με πήρε
από το χέρι
και φύγαμε
για το χωριό.
Με πήγε στην
αδερφή της,
γιατί έγινε,
λέει,
πόλεμος κι
ερχόταν η
πείνα κι η
δυστυχία. Τι
να καταλάβω,
ήμουν δεν
ήμουν έξι
χρονών.Έστησα
τα κλάματα,
δεν ήθελα να
πάω. Ήθελα
τον
παππούλη
μου και
τ΄αδέλφια
μου. Η μάνα
μου χάιδευε
τα μαλλιά
και μου
φάνηκε πως
έκλαιγε.
Έκανε κρύο
κι έβρεχε κι
όλα ήσαν
μαύρα και
βαριά. Ο
τόπος
είχε
αγριέψει,
όλα τα
σκέπαζε ο
φόβος. Η
λέξη
πόλεμος
βούιζε πέρα
ως πέρα στη
χώρα,
έμπαινε
μέσα στις
καρδιές και
τις θέριζε,
τις έσκιζε.
Τη νύχτα στο
κρεβάτι μου
στο σπίτι
της θείας,
έκλαιγα
σιγά-σιγά.
Έκλαιγα
για τον
παπούλη μου.Δεν
τον
ξαναείδα
πια το γέρο-Θανάση
τον
πολυαγαπημένο
μου παπούλη,
ούτε κανείς
άλλος μου
είπε ποτέ
παραμύθια.
Δεν είχα
όρεξη
ν΄ακούω
παραμύθια
ούτε κανείς
είχε όρεξη
να λέει.
Ήξερα πια
πολλά. Είχα
δει τον
πόλεμο με τα
μάτια μου.
Ποιός
δράκος και
ποιό θεριό
μπορούσε να
συγκριθεί
σε φρίκη με
τον πόλεμο
και ποιός
πρίγκιπας
και ποιά
νεράιδα
μπορούσαν
να
συγκριθούν
με την
ειρήνη.
Τώρα
είμαστε
στην
Αυστραλία
μετανάστες.
Έχουμε
γνωρίσει τη
ζωή. Ξέρουμε
ότι τα
παραμύθια
είναι για τα
μικρά
παιδιά, η
ιστορία για
τους
μεγάλους. Κι
όμως εμάς
μας έμαθαν
την ιστορία
τότε…τότε
που είμαστε
παιδιά.
Να
μια ιστορία.
Αρχίζει σαν
παραμύθι.
Μια φορά κι
έναν καιρό
πέρα μακριά…μακριά
στην
Αυστραλία
ζούσε ένας
Έλληνας που
όταν άρχιζε
να μιλήσει ,
μόλις
άνοιγε το
στόμα του
έλεγε:
Που
λέτε, λοιπόν,
φίλοι μου,
του χρόνου
φεύγω για
την πατρίδα,
δεν αντέχω
άλλο, θα τα
μαζέψω… κι
όπου βγει…
κι έχουν
περάσει
χρόνια και
χρόνια από
τότε κι
ακόμα λέει
το παραμύθι.
της
Ιωάννας
Λιακάκου
Από το
βιβλίο, …
τα ίδια
σχεδόν,
Εκδόσεις
Τσώνη