ΕΡΓΑ  ΕΛΛΗΝΩΝ   ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ 
ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ

ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

IMAGE VERSION AUSTRALIAN NEWS IMAGE VERSION GREEK NEWS IMAGE VERSION CYPRUS NEWS

 

 
 
   

                                                                       ΚΥΡΙΑΚOΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ


  Hellenes around 
the Globe

 

 

 

 Προβληματισμοί για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας
στην Αυστραλία

 

 Μέρος Πρώτο 

Η ελληνική γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας, είναι και φορέας πολιτισμού 

Έγκαιρο το κάλεσμα του Νέου Κόσμου (Εκστρατεία για τα Ελληνικά, 8/3/2010) για συστράτευση στον αγώνα να επανέλθει η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα δημόσια σχολεία της Αυστραλίας, και στην δική μας περίπτωση της Βικτώριας, και ιδιαίτερα της Μελβούρνης.

Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα αυτό, διακόπτω προσωρινά τη σειρά για τη Σμύρνη, για να επικεντρώσω την προσοχή μου σε ένα γεγονός που αφορά μια άλλη, σύγχρονη αυτή, εστία του Ελληνισμού της Διασποράς, τη Μελβούρνη.

Το ότι η Σμύρνη είχε μεγαλουργήσει ως το μεγαλύτερο ελληνικό κέντρο στην Μικρά Ασία μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, το όφειλε κυρίως στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας.

Εμείς, στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης, αρεσκόμαστε να επαναλαμβάνουμε κάθε τόσο, και να καμαρώνουμε, όταν πολιτικοί επισκέπτες από την Ελλάδα μας διαβεβαιώνουν, ότι η Μελβούρνη είναι η τρίτη σε ελληνικό πληθυσμό πόλη.

Καλό είναι να καμαρώνουμε για τον όγκο, και την ελληνικότητα, της ομογένειας της Μελβούρνης. Όμως, θα ήταν ακόμη καλύτερο, αν τα εγκωμιαστικά μας λόγια συνοδεύονταν και από συντονισμένες ενέργειές μας, από τη μια για τη διασφάλιση των κεκτημένων, και από την άλλη για την επαύξησή τους στο μέλλον.

Το ότι σήμερα καλούμαστε σε κινητοποίηση, για να αποτρέψουμε τον ολοκληρωτικό εξοβελισμό της γλώσσας μας από τα δημόσια σχολεία της Αυστραλίας, έρχεται ως επιβεβαίωση της τέλειας αδράνειάς μας στο άμεσο παρελθόν.

Με τον ενθουσιασμό και το δυναμισμό που διέκρινε την παροικία μας στις δεκαετίες του 1970 και 1980, και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ελληνική γλώσσα είχε εισαχθεί σε μεγάλο αριθμό σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και σε όλα πανεπιστήμια της Μελβούρνης.

Την περίοδο εκείνη, η ελληνική παροικία, ως η δεύτερη σε αριθμό μη αγγλοσαξονική εθνοτική ομάδα, μετά την ιταλική, είχε αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που άρχισαν να παρουσιάζονται, με αποτέλεσμα η γλώσσα μας να έχει πάρει επάξια τη θέση της στα σχολικά προγράμματα. Εκείνη η περίοδος θα μπορούσε να είχε χαρακτηρισθεί ως η χρυσή τριακονταετία της ελληνομάθειας.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 συνέπεσε να είμαι Πρόεδρος της Επιτροπής για τον καθορισμό της διδακτέας ύλης, και της ομάδας των εξεταστών για τους μαθητές της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, η οποία ήταν γνωστή ως Higher School Certificate (HSC).

Το 1986 ο αριθμός των μαθητών που είχαν συμπεριλάβει την ελληνική γλώσσα στα άλλα μαθήματα που είχαν επιλέξει για το HSC ήταν 1204. Αυτή ήταν η πρώτη, και τελευταία, χρονιά που η ελληνική γλώσσα είχε τον μεγαλύτερο αριθμό μαθητών από κάθε άλλη γλώσσα εκτός της αγγλικής στο επίπεδο του HSC. Μέχρι τότε η γαλλική γλώσσα συγκέντρωνε τους περισσότερους μαθητές.

Και να σκεφτεί κανείς πως μόνο το 1973 η ελληνική γλώσσα είχε συμπεριληφθεί στα μαθήματα του HSC, ενώ η γαλλική, καθώς και η γερμανική, είχαν παρουσία δεκαετιών.

Σε σύγκριση, το 2009 οι μαθητές που πήραν την ελληνική γλώσσα ως μάθημα του VCE – το οποίο αντιστοιχεί με το παλαιότερο HSC – ήταν γύρω στους 250.

 

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

 

Η πτώση στον αριθμό των δημοσίων σχολείων που προσφέρουν προγράμματα ελληνικής γλώσσας, αλλά και στον αριθμό των μαθητών που τα παρακολουθούν, γίνεται αισθητή, όταν δούμε τα ακόλουθα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου.

Το 1991 στη Βικτώρια η ελληνική γλώσσα διδασκόταν σε 38 Δημοτικά σχολεία και σε 49 Γυμνάσια, σύνολο 87 σχολεία, με 7347 μαθητές και στα δύο επίπεδα.

Το 2008 οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 17 δημοτικά σχολεία και 8 Γυμνάσια, σύνολο 25 σχολεία, με 3892 μαθητές και στα δύο επίπεδα. Οι μονάδες του Victorian School of Languages, που λειτουργούν σε εξωσχολικές ώρες, καθώς και οι μαθητές τους, δεν περιλαμβάνονται στους παραπάνω αριθμούς.  

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να μας απασχολήσουν ως παροικία, ώστε να διερευνήσουμε τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν την πτώση, αν θέλουμε να λάβουμε όχι μόνο προληπτικά μέτρα για την αποφυγή περαιτέρω απωλειών, αλλά και πρωτοβουλίες για αποκατάσταση των προηγουμένων επιτευγμάτων.

Η ελληνική γλώσσα έχει σχεδόν εξοβελισθεί από τα δημόσια σχολεία, για να δώσει τη θέση της σε γλώσσες όπως η Γαλλική, η Γερμανική, η Ιαπωνική, η Κινέζικη, η Ινδονησιακή, η Κορεάτικη, και η Βιετναμέζικη.

Και όμως, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2006 από την Στατιστική Υπηρεσία Αυστραλίας, η ελληνική είναι μεταξύ των πρώτων γλωσσών που ομιλούνται στο σπίτι, παράλληλα με την Αγγλική.

Στην Βικτώρια 20% του πληθυσμού ομιλεί και μια άλλη γλώσσα στο σπίτι, εκτός της Αγγλικής.

Για όλες τις ηλικίες, η ελληνική έρχεται τρίτη μεταξύ των ξένων γλωσσών που ομιλούνται στο σπίτι: Οι τέσσερις πρώτες γλώσσες, ως ποσοστό του συνόλου του πληθυσμού, έχουν ως ακολούθως: Κινέζικη 2.9%, Ιταλική 2.7%, Ελληνική 2.4%, Βιετναμέζικη 1.5%.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι και μεταξύ των παιδιών μέχρι την ηλικία των 17 ετών η ελληνική είναι μεταξύ των πρώτων τεσσάρων γλωσσών:

Κινέζικη 2.4%, Βιετναμέζικη 1.9%, Αραβική 1.6%, Ελληνική 1.6%. Η Ιταλική δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των τεσσάρων πιο δημοφιλών γλωσσών εκτός της Αγγλικής.

Αυτό δείχνει πως για τις ελληνικές οικογένειες η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας έχει μεγάλη σημασία. Και όμως, τα κρατικά σχολεία δεν λαμβάνουν υπόψη τους αυτήν την επιθυμία των Ελλήνων γονέων, επιλέγοντας γλώσσες όπως η Γαλλική, η Γερμανική, η Ιαπωνική, η Ινδονησιακή και η Κορεάτικη, που δεν είναι παροικιακές γλώσσες, αλλά επιλέγονται για εμπορικούς λόγους ή λόγω της γεωγραφικής θέσης των χωρών προέλευσής τους. Με άλλα λόγια, επειδή είναι ασιατικές γλώσσες.

Παρόλο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτούς τους παράγοντες, κρίνω πως είναι απαράδεκτο η Πολιτεία της Βικτώριας, αλλά και η Αυστραλία ως χώρα, να παραβλέπει το καίριο ενδιαφέρον της τρίτης μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας για τη διατήρηση της γλώσσας της.

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ

 

Όταν σε αυτόν το λόγο προσθέσουμε και την διαχρονική επίδραση της ελληνικής γλώσσας επί της Αγγλικής, διαπιστώνουμε πως υπάρχει και ένας σημαντικός γλωσσολογικός λόγος για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.

Εδώ αξίζει να μεταφέρω απόσπασμα από το βιβλίο του Καθηγητή Γιώργου Καναράκη «ΔΙΑΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ»:

«... εκεί που η επίδρασή της Αγγλικής αποκαλύπτεται με εντυπωσιακή θαλερότητα αλλά και διαχρονικότητα είναι το λεξιλογικό επίπεδο. Βεβαίως δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Λατινική επίδραση υπερτερεί της Ελληνικής σε διάρκεια και έκταση. Από την άλλη όμως πλευρά θα πρέπει να εγγράψουμε στο ενεργητικό της ελληνικής γλώσσας το ότι στις ανθρωπιστικές επιστήμες και σε πολλούς άλλους εξειδικευμένους τομείς γνώσης, η Ελληνική έχει προσφέρει αφενός δάνεια ύψιστης αξιολογικής βαρύτητας, αφετέρου, στους τομείς αυτούς, την πλειονότητα των όρων σε σύγκριση με τη Λατινική (όπως και με κάθε άλλη γλώσσα), και ως εκ τούτου, περισσότερο από τη Λατινική, έχει καταστεί η γλώσσα της επιστήμης (ιατρικής, βοτανολογίας, ζωολογίας, κ.ά.), της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, των τεχνών, κ.λπ. Επιπροσθέτως, εκτός από την καθαρά άμεση επίδραση της Ελληνικής (δάνεια σε ανεξάρτητη και εξαρτημένη μορφή), ένας μεγάλος αριθμός λατινικών, καθώς και λατινογενών (συχνά από τη Γαλλική) λέξεων και μικρότερων λεξικών στοιχείων που έχουν εμπλουτίσει την Αγγλική είναι ελληνικής προέλευσης, αν και από παρερμηνεία συχνά πιστώνονται εσφαλμένα στη Λατινική», σελ. 292-293.

Έδωσα αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο του Καθηγητή Γ. Καναράκη, γιατί είμαι της γνώμης πως η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Βικτώριας, αλλά και της Αυστραλίας γενικά, δεν επιβάλλεται μόνο για δημογραφικούς λόγους, δηλαδή επειδή η ελληνική παροικία είναι τρίτη σε αριθμό εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, αλλά και για καθαρά γλωσσολογικούς λόγους.

Οι μαθητές, και όχι μόνο ελληνικής καταγωγής, που διδάσκονται την ελληνική γλώσσα, δεν μαθαίνουν μόνο μια δεύτερη γλώσσα, αλλά αποκτούν και δεξιότητες που τους βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση δύσκολων όρων της Αγγλικής, καθώς επίσης και καλύτερη εκτίμηση του πολιτισμικού της υπόβαθρου.

Γιατί όταν οι μαθητές εξοικειωθούν με τις ελληνικές ρίζες λέξεων όπως democracy, plutocracy, philosophy, tragedy, drama, theatre, comedy, theology, economy, ecosystem, και τόσες άλλες, θα αποκτήσουν μια νέα προοπτική της αγγλικής γλώσσας.

Στην κινητοποίηση για την προώθηση της γλώσσας μας στα κρατικά σχολεία θα πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα στοιχεία, ιστορικά, δημογραφικά, γλωσσολογικά, πολιτιστικά, κ.λπ., τα οποία θα πείσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων πως κίνητρό μας δεν είναι μόνο συναισθηματικοί λόγοι, αλλά και καθαρά εκπαιδευτικοί και πολιτιστικοί.

Γι’ αυτό, δεν πρέπει να μιλάμε απλώς για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, αλλά για μάθημα ελληνομάθειας, με όλη την πολυεδρικότητα και διαχρονικότητα που ο όρος αυτός υποδηλώνει.

 

Μέρος Δεύτερο 

Η ελληνική γλώσσα στα δημόσια σχολεία.

Αμ’ έπος αμ’ έργον... 

Η κινητοποίηση της ομογένειας τους τελευταίους μήνες για την ένταξη της ελληνικής γλώσσας στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών σε εθνικό (Αυστραλιανό) και πολιτειακό επίπεδο, φαίνεται πως θα φέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Η επιστολή του Πρωθυπουργού Βικτωρίας John Brumby στον Πρωθυπουργό Αυστραλίας Kevin Rudd, στην οποία χαρακτηρίζει τα ελληνικά «ως γλώσσα προτεραιότητας» (NK 13/5/10), και η σύμπνοια της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, είναι ενδείξεις της απήχησης που έχει η συντονισμένη κινητοποίηση της ομογένειας.

 Επιπλέον, η συστράτευση των ελληνικής καταγωγής πολιτικών για τον ίδιο σκοπό, και η συγκέντρωση χιλιάδων υπογραφών με την κυκλοφορία του Υπομνήματος που προωθεί ο Νέος Κόσμος, από τη μια προοιωνίζουν την θετική έκβαση της κινητοποίησης, και από την άλλη έρχονται ως διαβεβαίωση πως τα δίκαια αιτήματά μας βρίσκουν απήχηση μόνον όταν η προώθησή τους είναι συντονισμένη.

Είμαι βέβαιος πως στο πολιτειακό επίπεδο η φωνή μας έχει ήδη εισακουσθεί. Θεωρώ αδιανόητο ο John Brumby από τη μια να διαβεβαιώνει τον Kevin Rudd ότι τα ελληνικά είναι «γλώσσα προτεραιότητας», και από την άλλη να μην τα εντάξει στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών για τα δημόσια σχολεία της Βικτώριας. Ιδιαίτερα εν όψει των εκλογών στην Πολιτεία μας προς το τέλος του 2010.

Και η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, τώρα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η δημοτικότητά της ακολουθεί πτωτική πορεία, δεν νομίζω πως θα ριψοκινδυνέψει την απώλεια της ψήφου των ομογενών.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως τα ελληνικά μπαίνουν στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών και στα δύο επίπεδα, ομοσπονδιακό και πολιτειακό. Όμως, από εκεί και μετά τι κάνουμε; Θα περιμένουμε τα σχολεία αυτομάτως να εντάξουν τη διδασκαλία της γλώσσας μας στο σχολικό τους πρόγραμμα;

Αυτό δεν πρόκειται να γίνει, γιατί κανένα σχολείο δεν προσφέρει τις οκτώ ή εννέα γλώσσες που θα περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών, ούτε και το Υπουργείο Παιδείας, Ομοσπονδιακό ή Πολιτειακό, υποδεικνύει στα σχολεία ποια ή ποιες από τις γλώσσες του Προγράμματος θα διδάξουν.

Η επιλογή γίνεται από τη διεύθυνση των κατά τόπους σχολείων, σε συνεργασία με τα Σχολικά Συμβούλια και την σχολική κοινότητα. Πράγμα που σημαίνει πως η ελληνική γλώσσα μπορεί να ενταχθεί στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών, αλλά να μην επιλεχθεί από τα σχολεία. Με άλλα λόγια, φαύλος κύκλος.

Αυτός ήταν ο λόγος που στη συνάντηση της 23ης Απριλίου που είχε διοργανώσει το ΣΑΕ είπα, όπως ο Βλάσης Μαυραγάνης αναφέρει στην επιστολή του (ΝΚ 13/5/10), πως «φοβάμαι μήπως κερδίσουμε τη μάχη, αλλά χάσουμε τον πόλεμο».

Ναι, η μάχη με τους γραφειοκράτες των Υπουργείων Παιδείας μπορεί να κερδηθεί, αλλά υπάρχει φόβος ο πόλεμος στο μέτωπο, δηλαδή στα κατά τόπους σχολεία, να χαθεί. Όπως, εξάλλου, συνέβη τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Με άλλα λόγια, θα έχουμε κερδίσει μια «πύρρειο νίκη».

 

ΕΠΕΙΓΕΙ Η ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΔΡΑΣΗΣ

 

Για να αποφευχθεί το σκηνικό που περιγράφω πιο πάνω, οι φορείς που έχουν δραστηριοποιηθεί για το σκοπό αυτό θα πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους στο πώς η γλώσσα μας θα μπει σε δημόσια σχολεία, παίρνοντας ως δεδομένη την ένταξή της στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών. Αν δεν κινηθούμε έγκαιρα προς αυτήν την κατεύθυνση, τα σχολεία θα έχουν ήδη επιλέξει τις γλώσσες που θα διδάξουν. 

Υπάρχει φόβος ότι, ενώ η στρατηγική μας, με άλλα λόγια η γενική καμπάνια στο ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο, μπορεί να φέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, οι τακτικές μας, δηλαδή τα επί μέρους σχέδια για την επιλογή της γλώσσας μας από συγκεκριμένα σχολεία, να αποδειχθούν ατελέσφορες.

Μιλάω για συγκεκριμένα σχολεία, γιατί βέβαια η ελληνική γλώσσα δεν πρόκειται να επιλεγεί από σχολεία της επαρχιακής Βικτώριας, ούτε από σχολεία της Μελβούρνης, στα οποία ο αριθμός των μαθητών ελληνικής καταγωγής είναι πολύ μικρός.

Τα σχολεία αυτά μάλλον θα επιλέξουν κάποια από τις ασιατικές γλώσσες, και τη γλώσσα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας, όπως είναι η γαλλική, η γερμανική, η ιταλική και η ισπανική.

Εμείς θα πρέπει να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας σε σχολεία, στα οποία οι μαθητές ελληνικής καταγωγής αποτελούν ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό του συνόλου.

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήσαμε για να πείσουμε το ομοσπονδιακό και πολιτειακό Υπουργείο Παιδείας – όπως το γεγονός ότι σαν εθνοτική ομάδα είμαστε από τις μεγαλύτερες στην Αυστραλία, καθώς επίσης για την επίδραση που η ελληνική έχει ασκήσει επί της αγγλικής γλώσσας, καθώς και το πολιτισμικό της υπόβαθρο –  δεν έχουν μεγάλη απήχηση στα κατά τόπους σχολεία.

Αυτά έχουν άλλα κριτήρια για την επιλογή των διδακτέων γλωσσών. Πρώτα απ’ όλα είναι υποχρεωμένα εκ των πραγμάτων να διδάξουν κάποια ασιατική γλώσσα, γιατί αυτή είναι η γραμμή της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης. Η επιλογή της δεύτερης, ή και τρίτης γλώσσας σε κάποιες περιπτώσεις, γίνεται συχνά σε συνάρτηση με την πολιτική του Σχολικού Συμβουλίου ή τις επιθυμίες των γονέων.

Επειδή στην Αυστραλία το εκπαιδευτικό σύστημα είναι αποκεντρωτικό, με την έννοια ότι τα πολιτειακά υπουργεία παιδείας δεν επιβάλλουν στα δημόσια σχολεία ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα μαθημάτων, τα σχολεία έχουν τη δυνατότητα επιλογής κάποιων μαθημάτων, με κριτήριο τον κοινωνικό περίγυρο ή τις επιθυμίες των γονέων, ακόμα και οικονομικά κίνητρα.

Αυτοί είναι οι παράγοντες που πρέπει να λάβουμε υπόψη στο σχεδιασμό της τακτικής που θα ακολουθήσουμε, για να πείσουμε κάποια σχολεία να επιλέξουν την ελληνική, ως μια από τις γλώσσες που θα προσφέρουν στους μαθητές τους.

Ως εκ τούτου, η κινητοποίησή μας από εδώ και στο εξής θα πρέπει να εστιασθεί στις συγκεκριμένες τακτικές, με άλλα λόγια στα επί μέρους σχέδια, για την υλοποίηση του αναμενόμενου επιτεύγματος της στρατηγικής, που είναι η ένταξη της ελληνικής γλώσσας στο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών.

Για τους λόγους αυτούς προέχει η «ανίχνευση» του τοπίου. Με «ανίχνευση» του τοπίου εννοώ τη διερεύνηση των ιδιαιτεροτήτων των σχολείων, που θα κριθούν ότι προσφέρουν πιθανότητες για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.

Πρώτο μας μέλημα θα πρέπει να είναι η δημογραφική χαρτογράφηση της περιοχής, με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνει η Στατιστική Υπηρεσία (Australian Bureau of Statistics) από τις απογραφές πληθυσμού κάθε πενταετία.

Τα στοιχεία αυτά θα μας δείξουν το ποσοστό των οικογενειών ελληνικής καταγωγής που διαμένουν σε συγκεκριμένες περιοχές, και τον αριθμό των παιδιών κάθε οικογένειας, καθώς και τις ηλικίες τους. Με γνώμονα αυτά τα στοιχεία θα εντοπίσουμε τα σχολεία που λειτουργούν σε αυτές τις περιοχές για τα περαιτέρω.

 

ΣΥΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑ ΚΙΝΕΙ...

 

Έχοντας στη διάθεσή μας τα απαραίτητα δημογραφικά στοιχεία, μόλις ανακοινωθεί πως η γλώσσα μας έχει ενταχθεί στον κορμό των γλωσσών για διδασκαλία, θα αρχίσουν οι προσεγγίσεις στις διευθύνσεις των επιλεγμένων σχολείων, στα σχολικά συμβούλια και στους συλλόγους γονέων, όπου υπάρχουν, για να διαπραγματευθούμε την προοπτική επιλογής της ελληνικής, ως μιας από τις γλώσσες που θα προσφερθούν στους μαθητές τους.

Μια άλλη διαπραγματευτική τακτική που μπορούμε να ακολουθήσουμε είναι αυτή του οικονομικού κινήτρου. Κάποιοι από τους συλλογικούς μας φορείς που έχουν ιδιόκτητα κτίρια σε περιοχές που υπάρχουν σχολεία, τα οποία εκπληρώνουν τις παραπάνω προδιαγραφές, θα μπορούσαν να αναλάβουν την μερική κάλυψη των εξόδων για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.

Δεν είναι λίγοι οι συλλογικοί φορείς με τη δυνατότητα να κινηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αυτή θα είναι και μια ευκαιρία για την εκπλήρωση κάποιων άρθρων των Καταστατικών τους, στα οποία σίγουρα γίνεται λόγος για την προώθηση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι, για να μην μένουν μόνο εκφράσεις πρόθεσης, αλλά να υλοποιούνται κιόλας. Θα είναι και μια επένδυση στη νέα γενιά, με άλλα λόγια στα εγγόνια των μελών τους.

Ξέρω πως οι παραπάνω προτάσεις προϋποθέτουν χρόνο, προσπάθεια και οργάνωση. Και πάνω απ’ όλα καλή θέληση και σύμπνοια, με άλλα λόγια σύγκλιση σε έναν κοινό άξονα δράσης. Γιατί, για την επιτυχία των στόχων αυτών επιβάλλεται όπως οι φορείς που δραστηριοποιούνται γι’ αυτόν τον σκοπό συμπτυχθούν σε ένα σώμα.

Ας μην ξεχνάμε πως με τους κοινούς μας αγώνες είχαμε γνωρίσει τις δόξες των δεκαετιών του 1970 και 1980, την χρυσή εποχή της ελληνομάθειας, με πρώτο μεγάλο επίτευγμα τη δημιουργία Τμήματος Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης το 1974, μετά από τη διενέργεια παμπαροικιακού εράνου.

Ας μεριμνήσουμε λοιπόν, ώστε η αρχή της δεκαετίας του 2010 να γίνει η απαρχή μιας νέας, συντονισμένης, και με συγκεκριμένους στόχους εκστρατείας, για την επανάκτηση του χαμένου εδάφους, και για τη διασφάλιση των προγραμμάτων ελληνομάθειας, σε όλες τις  εκφάνσεις τους, και για όλους τους αποδέκτες.

 

 

 

 



 




ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ

  Εργοβιογραφικό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


GREEKS 
IN AUSTRALIA
Explore the Map above

 

   




Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.inf