|
|
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
ΜΕΡΑ ΣΤΟ
ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ
Ο
ήλιος ήταν
χλωµός
εκείνο το µεσηµέρι.
Στον
ορίζοντα
έβλεπες, θαµπά
ζωγραφισµένα
τα µακρινά
βουναλάκια.
Τα
αποχαιρετούσα,
µε ένα µελαγχολικό
βλέµµα. 'Ηταν
τα
βουναλάκια,
που έβλεπα
να κρύβουν
τον ήλιο
κάθε
απόγευµα.
Και αυτός µε
τη σειρά
του,
στόλιζε
την κάθε
κορυφή
τους µε µια
χρυσή µπορντούρα.
Ο
απέραντος
κάµπος των
Σερρών,
απλωµένος µπροστά
µου ως αυτά
τα µακρινά
γκρίζα απ'
την
απόσταση,
βουνά. 'Ηταν
καφεπράσινος
ο κάµπος γεµάτος
χωράφια
που
διαχωριζόταν
µε αµέτρητα
στενά δροµάκια.
Κάθε
άνοιξη,
γινόταν
κατακόκκινος
από
παπαρούνες,
και µοσχοβολούσε
χαµοµήλι
και ρίγανη,
που
φύτρωνε
δίπλα στα
δροµάκια.
Τα αµέτρητα
δένδρα,
συκιές, δαµασκηνιές,
βερυκοκκιές,
µουριές,
πλατάνια,
καβάκια,
βαλανιδιές
και πολλά
άλλα.
Παλεύοντας
µε τ' αγέρι
κουνώντας
ελαφρά τις
κορφές
τους, λες
και µ'
αποχαιρετούσαν
κι' αυτά.
Στεκόµουν
ασάλευτη
και
κοιτούσα,
ψηλά πάνω
στο λοφάκι,
δίπλα στο
σπίτι της
γιαγιάς
Ανδριανής.
Σ'
εκείνο το
λοφάκι που
τραβούσε
σαν µαγνήτης,
πολλούς
χωριανούς
κάθε
απόγευµα
να θαυµάσουν
το
ηλιοβασίλεµα!
Έσυρα το βήµα
µου σιγά. Τα
πόδια µου
τα ένιωθα
βαριά λες
και ήταν
κολληµένα
στο δάπεδο,
και δεν
έλεγαν να
ξεκολλήσουν.
Με ξεµούδιασε
όµως απ' τον
λήθαργο η
φωνή της µητέρας
µου. Έλα να
αποχαιρετήσεις
κι' εσύ
παιδί µου,
πρέπει να
βιαστούµε
να τους
αποχαιρετήσουµε
όλους και
να πάµε στη
στάση,
πριν
περάσει
τολεωφορείο.
Εντάξει
έρχοµαι µητέρα
της είπα.
Σαννα
κατάλαβε η
µητέρα µου
τι σκεφτόµουν
και
βάζοντας
το χέρι της
στον ώµο µου,
µου είπε: «Μη
στενοχωριέσαι
παιδί µου,
σε λίγα
χρόνια θα
γυρίσουµε
πάλι πίσω».
Ναι,
µητέρα της
είπα µελαγχολικά.
Στο µυαλό µου
όµως,
ξεπηδούσαν
πάρα πολλά
ερωτήµατα.
Θα τα
καταφέρουµε
να γυρίσουµε
σε λίγα
χρόνια; Πώς
θα είναι
άραγε εκεί
στην τόσο -
τόσο µακρινή
Αυστραλία;
Θα γεµίζουν
οι κάµποι
της µε
κατακόκκινες
παπαρούνες,
όπως εδώ;
Θα µοσχοβολάει
ο αέρας
ρίγανη, και
χαµοµήλι; Θα
ευωδιάζουν
τα ζουµπούλια
και τα
γιασεµιά;
Τι απόφαση
κι' αυτή, να
φύγουµε
τόσο µακριά,
και πώς θα
είναι εκεί
άραγε; Τι
θα βρούµε;
Στης
γιαγιάς το
σπίτι ήταν
όλοι µαζεµένοι
στην αυλή.
Αισθάνθηκα,
σαν να ήµουν
σε κηδεία,
γιατί όλοι
κλαίγανε.
Προχωρήσαµε
όλοι µαζί
έξω απ' την
αυλή της
γιαγιάς,
ανεβήκαµε
την
ανηφοριά
προς το ύψωµα,
εκεί που
βρισκόταν
το
εκκλησάκι
του Άη-Γιάννη,
δίπλα στο
υδραγωγείο.
Έτρεξα
προς το
εκκλησάκι,
ήθελα να το
ξαναδώ ακόµα
µια φορά
προτού
φύγω! Έτσι
κατάλευκο
καθώς ήταν
και
περιτριγυρισµένο
µε µεγάλα
πλατάνια.
Στάθηκα
και το
κοίταξα.
Μπήκα µέσα.
Τα καντηλάκια
ήταν όλα
αναµµένα.
Φίλησα µία - µία,
όλες τις
εικόνες
όπως
συνήθιζα.
Η µυρουδιά
απ' τα
καντήλια µε
έκανε να
νιώσω
αγαλίαση.
Έκανα την προσευχή
µου,
παρακαλώντας
το Θεό να
φθάσουµε
καλά στον
προορισµό µας.
Βγήκα
κάνοντας
το σταυρό µου.
Έξω όλοι
αποχαιρετιόντουσαν.
Άρχισα κι'
εγώ να
αποχαιρετώ
τις θείες µου,
τους
θείους, τη
νουνά µου,
που το
σπίτι της
είναι
δίπλα στης
γιαγιάς µου
και ήταν
εκεί
εκείνη την
ώρα, για να µας
αποχαιρετήσει.
Αγκάλιασα
µε πόνο τη
γιαγιά µου
Ανδριανή.
Την άλλη µου
γιαγιά και
τον παππού,
τους
γονείς της
µητέρας µου
τους
είχαµε
αποχαιρετήσει
πιο µπροστά
µαζί µε τις
άλλες
θείες µου,
τις
αδερφές
της µητέρας
µου που
είχαν
έρθει µε
τις
οιγοκένειές
τους, στο
σπίτι µας
να µας
αποχαιρετήσουν.
Ήταν και
εκεί µια
άλλη
τραγωδία.
Συνέχισα
να
αποχαιρετώ.
Μετά από τη
γιαγιά µου,
τη µητέρα
του πατέρα
µου που
έκλαιγε
συνέχεια
και µας
φιλούσε,
θυµάµαι
είχα
αποχαιρετήσει,
και όλους
τους
γειτόνους
της
γιαγιάς
που είχαν µαζευτεί
κοντά µας.
Όλοι
είµασταν
πολύ
λυπηµένοι.
Στα αυτιά µου
ήρθαν τα
λόγια
κάποιας
γειτόνισσας
που είπε, «ο
ζωντανός
χωρισµός,
παρηγοριά
δεν έχει,
είναι
χειρότερος,
κι' απ' το
θάνατο».
Η
γιαγιά
αγκάλιαζε
και
ξαναγκάλιαζε
τον πατέρα
µου µε
σπαραγµό.
Όταν τους
χαιρετήσαµε
όλους
προχωρήσαµε,
κάναµε την
προσευχή µας
έξω από το
εκκλησάκι
του Άη-Γιάννη,
και
αρχίσαµε
να
κατηφορίζουµε,
το στενό µονοπάτι
που βγάζει
προς την
πλατεία
του χωριού.
Εκείνο
όµως που
έµεινε στη µνήµη
µου, γιατί µου
έκανε
εντύπωση
ήταν που
ξαφνικά, ο
πατέρας µου
σταµάτησε
και έτρεξε
πίσω ξανά
στη µητέρα
του και την
ξαναγκάλιασε,
λέγοντάς
της, - Έλα µάνα
να σ'
αγκαλιάσω
ακόµα µία
φορά, µπορεί
να µην σε
ξαναδώ». (Όπως
και έγινε.)
Της
γιαγιάς το
βλέµµα
γέµισε
ανησυχία.
Γιατί µου
το λες αυτό
παιδί µου;
γιατί;
ρωτούσε
και
ξαναρωτούσε
τον πατέρα
µου!
Τίποτα
µάνα, αλλά
να τόσο µακριά
θα πάµε και
προσπαθούσε
να
καθησυχάσει
τη γιαγιά ο
πατέρας µου.
(Δεν νοµίζω
όµως πως τα
κατάφερε.)
Με όλα αυτά,
τελικά
τους
χαιρετήσαµε,
και
κατεβαίνοντας
προς την
πλατεία
του χωριού
κουνούσαµε
τα χέρια µας
χαιρετώντας
τους
δικούς µας
που
αφήναµε
πίσω. Ήταν
η πρώτη
φορά που
είχα δει
τον πατέρα
µου να
κλαίει.
Φτάσαµε
στην
πλατεία. Τα
καφενεδάκια
ήταν
γεµάτα µε
συγχωριανούς.
Μαζί τους
και ο παπάς
του χωριού,
που ήταν
και
χωριανός µας.
Του
φιλούσαµε
το χέρι,
καθώς µας
έδινε την
ευχή του.
Γύρισα το
βλέµµα µου,
προς την
εκκλησία
που
ορθωνόταν
κατάλευκη,
και
φάνταζε µπροστά
µας, µε τις
όµορφες µεγάλες
καµάρες
που
στολίζαν
την µπροστινή
της όψη,
περιτριγυρισµένη
µε τον
κατάλευκο
περίγυρό
της!
Αρχοντική
εκκλησιά!
Σκέφτηκα.
Κοιτούσα
τα πάντα
γύρω µου
ήθελα να τα
χορτασω.
Προχωρήσαµε
προς τα δυο
περίπτερα
που
βρισκόντουσαν
στην
πλατεία ..
Χαιρέτησα
την κυρία
Αναστασία,
που είχε
ένα από τα
περίπτερα.
Πήγαινα
καιµία
φορά, της
έκανα
παρέα, και µου
έδινε µία
καραµελίτσα.
Καλό
ταξίδι, και
µε το καλό
να
ξανάρθετε
πίσω, µας
ευχόντουσαν
όλοι.
Προχωρήσαµε
και
συναντήσαµε
και τα άλλα
καφενεδάκια.
Εδώ, πίσω απ'
αυτά
βρίσκεται
το δικό µας
σπίτι.
Γλύστρησα
κρυΦά από
όλους και
έτρεξα από
το στενό µονοπάτι
ως το σπίτι
µας.
Λαχανιασµένη
σταµάτησα
µε έκπληξη.
Έφερα το
χέρι µου στο
στόµα σαν το
αντίκρυσα,
για να
πνίξω την
κραυγή που
ήθελε να
βγει από τα
χείλη µου.
Μέσα µου
γινότανε µια
πάλη που
ξέσπασε σε
κλάµα. Τα
δάκρυα µου
κύλησαν
στα µάγουλά
µου καθώς
είδα τις
καρφωµένες
λαµαρίνες
που ήταν
στα
παράθυρα.
Έµοιαζετόσο
έρηµο, τόσο
εγκατελειµένο.
Τώρα
κατάλαβα
γιατί ο
πατέρας
είχε µείνει
πίσω και
ήρθε µετά
από εµάς στο
σπίτι της
γιαγιάς
Ανδριανής
για να
αποχαιρετήσει.
Ήθελε να
καρφώσει
τις
λαµαρίνες
την
τελευταία
στιγµή
γιατί δεν
ήθελε να
τις δούµε
εµείς. Πού
να ήξερε
ότι εγώ θα
γλυστρούσα
κρυφά και
θα
ξαναπήγαινα.
Θυµάµαι,
πληγώθηκε
η παιδική µου
καρδιά
τότε πολύ,
βλέποντας
το σπιτάκι µας
έτσι µε
εκείνες
τις
γκρίζες
λαµαρίνες
που του
δίνανε µια
πένθιµη όψη.
Ήξερα όµως
πως δε
γινόταν κι'
αλλιώς. Με
ένα κόµπο
στο λαιµό
ψιθύρισα.
Πότε θα σε
ξαναδώ µικρό
µου σπιτάκι;
Πότε θα
ξαναφάω
δαµάσκηνα
από αυτή τη
δαµασκηνιά;
Πότε θα
ξαναπαίξω
σ' αυτή την
αυλή;
Χάιδεψα
την
κληµαταριά
και µ' ένα
στερνό
πονεµένο
βλέµµα το
αποχαιρέτησα.
Δεν είχα
πει τίποτα
σε κανέναν,
ότι είχα
δει τις
λαµαρίνες
καρφωµένες
στα
παράθυρα
του
σπιτιού µας.
Δεν ήθελα
να πληγώσω
τον πατέρα µου,
και τώρα
είναι η
πρώτη φορά
που το λέω.
Έτρεξα
βιαστικά
πίσω στους
γονείς µου
και στον
αδερφό µου.
Δεν ήθελα
να
καταλάβουν
πως έλειπα.
Για πρώτη
φορά δε µε
στενοχωρούσε,
αν
φαινόταν τα
µάτια
µου κλαµένα
γιατί όλοι
κλαίγανε
κι' έτσι δε
θα µε
ρωτούσε
κανείς
γιατί
κλαίω, κάτι
ήταν κι'
αυτό.
Γύρισα
κοντά
στους
δικούς µου.
Γινότανε
χαµός εκεί
πέρα στα
καφενεδάκια.
Πού να
παίρνανε
είδηση πως
έλειπα εγώ;
Είχε µαζευτεί
πολύς
κόσµος,
είχανε
έρθει και
οι άλλες
τρεις
οικογένειες
που φεύγαµε
µαζί.
Είµασταντέσσερις
οικογένειες
από το
χωριό µας
που φεύγαµε
την ίδια µέρα,
µε το ίδιο
καράβι, για
την
Αυστραλία.
Κρατώντας
τα µαντήλια
όλοι τους,
σκούπιζαν
τα δάκρυά
τους καθώς
αποχαιρετούσαν
τους
δικούς
τους. «Πρέπει
να
αρχίσουµε
να
ανεβαίνουµε
προς τη
στάση,
ζυγώνει η
ώρα για το
λεωφορείο,»
άκουσα τον
πατέρα µου
να λέει,
σηκώνοντας
τις
βαλίτσες µας,
που τις
είχαµε
αφήσει σε µια
γωνία έξω
σε ένα από
τα
καφενεδάκια.
Στη
στάση το
λεωφορείο
δεν άργησε
να έρθει.
Καθώς
έκανε την
εµφάνισή
του πίσω
από την
στροφή,
νάτο!
έρχεται!
Φώναξαν
όλοι. Έµεινα
ακίνητη
για λίγη
ώρα.
Φεύγουµε
σκέφτηκα.
Το
καρδιοχτύπι
µεγάλωσε.
Γιατί
πρέπει να
φύγουµε;
γιατί; µε
την
παιδική µου
σκέψη δεν µπορούσα
να δώσω
απάντηση σ'
αυτό το
ερώτηµα. Το µόνο
που ήξερα
ήταν ότι
πονούσα,
πολύ
πονούσα,
που αφήναµε
πίσω το
χωριό µας
και την
πατρίδα µας.
Το
λεωφορείο
σταµάτησε µπροστά
µας. Άνοιξαν
οι πόρτες
και
άρχισαν να
κατεβαίνουν
επιβάτες,
συγχωριανοί
µας που
έρχονταν
από έξω. Την
ίδια ώρα οι
γονείς µου
προσπαθούσαν
να
φορτώσουν
τις
βαλίτσες
στο λεωφορείο.
Σαν
κατέβηκαν
όλοι
ανεβήκαµε
εµείς,
ανοίξαµε
τα παράθυρα
και
χαιρετούσαµε
τους
συγχωριανούς
µας που
είχαν
περικυκλώσει
το
λεωφορείο,
φωνάζοντας
και
κουνώντας
τα χέρια. (Δεν
τους
ξανάδα
από τότε
πια). Στα
αυτιά µου όµως
ακόµα
αντηχούν
οι φωνές
τους. Γεια
σας, στο
καλό,
χωριανοί
Το
λεωφορείο
ξεκίνησε.
Σιγά στην
αρχή, και µετά
ανέπτυξε
ταχύτητα,
αφήνοντας
πίσω θλιµµένα,
δακρυσµένα,
πρόσωπα.
Περνούσαµε
τώρα, µπροστά
από το
σχολείο.
Ήταν και
ελπίζω να
είναι ακόµα
το οµορφότερο
σχολείο
που είδα
ποτέ. Χτισµένο
µε γκρίζα
εξάγωνη
σκαλιστή
πέτρα.
Μέσα σε µια
τεράστια
αυλή, µε
ωραιότατους
κήπους γεµάτους
τριαντάφυλλα,
µεγάλα
τριαντάφυλ/α
και σε
πολλά -
πολλά χρώµατα,
που τα γέµιζε
δροσιά, το µεγάλο
συντριβάνι
που
βρισκόταν
στη µέση
του κήπου.
Απ' τη µια µεριά
ο κήπος µε
τα
λουλούδια,
κι' απ' την
άλλη ο
λαχανόκηπος
µε κάθε
λογής
λαχανικά
της
εποχής.
Τους
κήπους
τους
χώριζε
ένας πολύ
φαρδύς
διάδροµος
στολισµένος
στις
άκρες του µε
κοφτή
πρασινάδα,
σαν
φράχτης,
που
συνέχιζε
γύρω- γύρω,
και τους
διαχώριζε.
Στις
άκρες των
κήπων
υπήρχαν,
ακακίες
και πεύκα
για σκιά.
Πέρα από
τους
κήπους
απλωνόταν
φαρδύ -
πλατύ το µεγάλο
προαύλιο
που σε µια
απ' τις
γωνίες
του
φιλοξενούσε
ένα µικρό
εξωκκλήσι
µε ένα
λευκό µαρµάρινο
σταυρό
στην
κορυφή
του. Στα
διαλείµµατα
πηγαίναµε
κι' ανάβαµε
το
καντηλάκι.
Το
σχολείο,
οι κήποι,
το φαρδύ -
πλατύ
προαύλιο,
το
εκκλησάκι,
οι βρύσες µε
το
γάργαρο
νερό, ήταν
όλα
περιτριγυρισµένα
από έναν όµορφο
χτισµένο
φράχτη.
Από µέσα
από το
φράχτη
ήταν
φυτευµένεςπασχαλιές.
Κάτι πολύ
όµορφα
δενδράκια
που γέµιζαν
µε απαλό, µωβ
χρώµα
λουλούδια
που κρέµονταν
σαν
σταφύλια
και µοσχοβολούσαν.
Θυµάµαι,
που καθόµουν
απολαµβάνοντας
στον
ίσκιο, την
ευωδιά
που σκορπίζαν
αυτά τα όµορφα
µωβ
λουλουδιένια
σταφύλια,
απ' τις
πασχαλιές.
Τόσο πολύ
τα
αγάπησα
αυτά τα
λουλούδια,
που µε
συντροφεύουν
στη ζωή µου
ως σήµερα.
Η
Πασχαλιά
είναι
δένδρο
ευλογηµένο
από την
Παναγία.
Ο
λαός
λέγει ότι
όταν
σταυρώσαν
τον
Χριστό, η
Παναγία
που µοιρολογούσε
συνέχεια
για το
σπλάχνο
της, τον µονάκριβο
γιο της,
ήταν πολύ
πι κραµένη,
ταλαιπωρη
µένη και
τσακισµένη,
από τον
πόνο και
το κλάµα.
Περπάτησε
λίγο και
κάθισε να
ξαποστάσει
κάπως,
κάτω από
τη σκιά
ενός
δένδρου,
που τα
κλαδιά
του ήταν
γεµάτα από
φύλλα, µα
όχι
ανθούς.
Δεν
άνθιζε
ποτέ.
Κουρασµένη
καθώς
ήταν
αποκοιµήθηκε.
Το δένδρο
τότε
άρχισε να
ρίχνει
σιγά - σιγά
όλα του τα
φύλλα και
να σκεπάζ~ι
απαλά -
απαλά .την
Π~ναγία
για να τη
ζεστάνει .•
Οταν µετά
από ώρα
ξυΠVησε η
Παναγια
αντικρισε
το δένδρο µε
χωρίς τα
φύλ/α µόνο µε
γυµνά
κλαδιά,
απόρησε
για µια
στιγµή. Μα
σαν είδε
όλα του τα
φύλλα να
τη-
σκεπάζουν
και να τη
ζεσταίνουν,
το
ευλόγησε
λέγοντας. «Να
είσαι
δένδρο
ευλογηµένο
και µοσχοβοληµένο.»
Με την
ευλογία
της
Παναγίας
το δένδρο
γέµισε
ξανά από
καταπράσινα
φύλλα και
άνθισε
για πρώτη
φορά.
Ονοµάστηκε
Πασχαλιά.
Είναι η
ευλογηµένη
Πασχαλιά µε
τα µοσχοβοληµένα
εκείνα
λουλούδια
που
ανθίζουν
το Πάσχα.
Βλέποντας
το πανέµορφο
σχολείο µου,
σήκωσα το
χέρι µου
και το αποχαιρέτησα,
σαν να
ήταν
δυνατόν
να µε
καταλάβει.
Σιγά
- σιγά
βγαίναµε
από το
χωριό, αποµακρυνόµασταν
γρήγορα.
Τώρα από
το
παράθυρο
του
λεωφορείου
έβλεπα
ολόκληρο
το χωριό
πόσο όµορφο
µου
φαινόταν,
έτσι χτισµένο
στους
πρόποδες
του ψηλού
βουνού
Παγγαίου,
και επάνω
στο µικρό
λόφο.
Βλέποντας
και το
βουνό
Παγγαίο,
να
υψώνεται
τεράστιο,
πίσω από
το χωριό µας,
σαν
αστραπή
πέρασαν
από τη
σκέψη µου,
οι εκδροµές
που κάναµε
σ' αυτό. Τα
βοσκοτόπια,
το δάσος µε
τις
φράουλες,
τις
βρυσούλες
µε τα
κρυστάλλινα
νερά, τα
τόσο παγωµένα
που αν
έριχνες
καρπούζι µέσα
στο νερό,
σχιζόταν,
από το
πολύ κρύο.
Τις
κούνιες
που κάναµε
όταν
πηγαίναµε
εκδροµή
στις Δαµασκηνιές,
και στη
Λεύκη. Τι
ιστορία
κρύβει
αυτό το
βουνό!
Έχει ένα
δικό του
κόσµο εκεί
πάνω!
Πόσους
αιώνες
στέκεται
εκεί;
Πόσες
ανθρώπινες
ιστορίες
θα
γραφτήκανε
εκεί; Και
προπαντός
σε χρόνια
πολέµου.
Πόσα µέρη
απάτητα!
Θυµάµαι µια
φορά που
χαθήκαµε µε
την
οικογένειά
µου
ψάχνοντας
µια οµάδα
από
οικογένειές
που είχαν
πάει
εκδροµή
και θέλαµε
να πάµε κι '
εµείς στην
παρέα
τους.
Χάνοντας
όµως το δρόµο
περάσαµε
από κάτι
στενά δροµάκια,
πολύ ψηλά µέσα
σε
χαράδρες,
και τι
χαράδρες, µας
είχε
κοπεί η
ανάσα απ'
το φόβο!
Εχαµε µαζί µας
και ζώα,
ένα άλογο
και ένα
γαϊδουράκι.
Πώς
περάσαµε
από εκεί
κι' εγώ δεν
ξέρω! Ήταν
τόσο
στενά τα
δροµάκια,
και από τη µια
µεριά,
έβλεπες
κάτω µια
ατελείωτη
χαράδρα.
Ήταν µία εµπειρία
που δε θα
την
ξεχάσω
ποτέ. Αν
έπεφτε
πέτρα
στον γκρεµό,
ή την
άκουγες µετά
από ώρα, ή
καθόλου.
.
-
-
Εκείνα
όµως τα
απάτητα µέρη,
ήταν
σκέτη
ζηλευτή
άγρια οµορφιά.
Ήθελες
να γίνεις
πουλάκι,
και να τα
σεργιανήσεις
όλα. Βρήκαµε
τελικά
την παρέα
και όλοι µαζί
πήγαµε και
είδαµε
κάτι
γαλαρίες
παλιές
στις
οποίες
κρυβόνταν
παλιά
πολεµιστές.
Στους
τοίχους
υπήρχαν
χαραγµένες
γραµµές που
µετρούσαν
τις µέρες.
Πάνω από
τις
γαλαρίες
ήταν πολεµίστρες
κάτι µισογκρεµισµένα
σπιτάκια, µε
πολλά -
πολλά µικρά
παραθυράκια
γύρω - γύρω,
που θύµιζαν
πόλεµο.
Είδαµε
και την «Πλασταριά»
ψηλά στην
πλαγιά
του
βουνού,
που φαίνεται
σχεδόν
από όλο το
χωριό, σαν
σηµαδούρα.
Η «Πλασταριά»
είναι ένα
τεράστιο µέρος.
Το µέγεθος
του είναι 3 -
4 στρέµµατα
περίπου,
χωρίς
πράσινο.
Δεν
υπάρχουν
δένδρα,
ούτε
κλαδιά
και είναι
όλο πέτρα, µεγάλα
και µικρά
γκρίζα
βράχια,
που
στέκονται
εκεί για
αιώνες.
Φτιαγµένα
από τη
φύση, µαζί µε
το βουνό.
Έχει
αυγοειδές
σχήµα, µε
δύο
στρογγυλές
προεκτάσεις.
Εγώ
νόµιζα
έτσι που
το έβλεπα
από το
χωριό, πως
ήταν ένα µικρό
σηµαδάκι
στο βουνό.
Όταν πήγα
όµως εκεί
κοντά,
είδα ότι
ήταν
τεράστιο
και
σκέπαζε
την
πλαγιά.
Φαινόταν
από πολύ µακριά.
Οι
συγχωριανοί
µου το ονόµασαν
«Πλασταριά»,
γιατί
έχει σχήµα
πλασταριάς,
εκείνο το
πλατύ
στρογγυλό
ξύλο που
βάζανε
επάνω του
τη ζύµη και
ανοίγανε
φύλλο για
πίττες.
Υπάρχει
και ένα
φρούριο
πιο ψηλά
που εγώ
δυστυχώς
δεν πήγα.
Το
λεωφορείο
τρέχει.
Μαζί του
και οι
σκέψεις µου.
Παίρνοντας
µου µακριά
από το
Μικρό
Σούλι, από
αυτό το µικρό
χωριουδάκι
που αγάπησα
τόσο πολύ.
Και δεν µπορ |