|
Όμως η
ανάγκη μιας πιο ενιαίας διοικητικής αρχής έγινε συνειδητή από τους
πρώτους μήνες της Επανάστασης, από τις ανάγκες στήριξης και ανεφοδιασμού
των πολεμιστών.
Στις
αρχές του Αγώνα τις ανάγκες αυτές τις κάλυπταν τοπικές αρχές, όπως η
«Μεσσηνιακή Γερουσία», η «Μεσσηνιακή Σύγκλητος», το «Αχαϊκό
Διευθυντήριο», η «Εφορεία της Καρυταίνης», κ. ά.
Από τη
συνειδητοποίηση αυτής της ανάγκης για τη δημιουργία ενός συντονιστικού
οργάνου προέκυψε η Συνέλευση των Καλτετζών, στις 26 Μαΐου 1821, στη Μονή
των Καλτετζών, στα σύνορα των νομών Αρκαδίας και Λακωνίας. Ο Παπαφλέσσας
πήρε μέρος στη Συνέλευση εκείνη.
Με την
«Πράξη των Καλτετζών» συστάθηκε η «Πελοποννησιακή Γερουσία», η οποία
λίγες ημέρες αργότερα με εγκύκλιό της, που απευθυνόταν στους εφόρους των
επαρχιών, ίδρυσε στις επαρχίες της Πελοποννήσου «Γενικές Εφορείες», και
καθόρισε τις αρμοδιότητές τους.
Η
θητεία της Πελοποννησιακής Γερουσίας είχε αποφασισθεί να λήξει μετά από
την άλωση της Τριπολιτσάς, η πολιορκία της οποίας είχε αρχίσει τον
Απρίλιο του 1821.
Όταν
όμως στις 8 Ιουνίου 1821 έφτασε στην Ύδρα, και στην συνέχεια στο Άστρος
της Πελοποννήσου, ο Δημήτριος Υψηλάντης, ως πληρεξούσιος του αδελφού του
Αλέξανδρου, που ήταν ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, άρχισαν να κάνουν
την εμφάνισή τους οι πρώτες προστριβές μεταξύ του Δημήτριου και των
προκρίτων που απάρτιζαν την Πελοποννησιακή Γερουσία.
Όμως η
σύνεση του Δημήτριου Υψηλάντη, ο υψηλός πατριωτισμός του, η αγνότητα των
αισθημάτων του και η ανιδιοτέλειά του, εκτιμήθηκαν από τους οπλαρχηγούς
της Πελοποννήσου, οι οποίοι στο πρόσωπό του βρήκαν τον ηγέτη που θα
περιόριζε την παντοδυναμία των προκρίτων, οι οποίοι ήταν γνωστοί και ως
κοτζαμπάσηδες.
Κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των κατατρεγμένων κατά την τουρκοκρατία
οπλαρχηγών, όχι μόνο από τους Τούρκους, αλλά και από κάποιους
κοτζαμπάσηδες, ο Δημήτριος Υψηλάντης πήρε με το μέρος του και ένα μεγάλο
μέρος του λαού.
Με την
άφιξη του Υψηλάντη στην Πελοπόννησο οι διαφορές μεταξύ των κοτζαμπάσηδων
και καπετάνιων αναφορικά με το ποιοι θα έβγαζαν τις αποφάσεις για την
διεξαγωγή του Αγώνα πήραν μεγαλύτερες διαστάσεις, και εξελίχθηκαν σε
ανταγωνισμό μεταξύ των πολιτικών και των στρατιωτικών.
Τα
πράγματα περιπλέχθηκαν ακόμη πιο πολύ με την άφιξη στην Ελλάδα του
Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Θεόδωρου Νέγρη και του Κωνσταντίνου
Καρατζά από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.
Οι
Φαναριώτες αυτοί, συνηθισμένοι καθώς ήταν στην άσκηση πολιτικής εξουσίας
κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θέλησαν να πάρουν στα
χέρια τους την ηγεσία της Επανάστασης.
Οι
Φαναριώτες έλαβαν την ονομασία τους από την περιοχή του Φαναρίου της
Κωνσταντινούπολης, όπου είχε εγκατασταθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο το
έτος 1601, ύστερα από τις πολλές μετακινήσεις του σε διαφόρους
ιστορικούς ναούς της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο όρος
Φαναριώτης είχε διπλή έννοια. Η μια απλώς δήλωνε τον ομογενή κάτοικο του
Φαναρίου. Η άλλη έννοια, η οποία πέρασε και στην ιστορία, δήλωνε τον
μορφωμένο, και ισχυρό οικονομικά ομογενή, που είχε και ανάλογη θέση στον
χώρο της εκκλησίας ή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Γλωσσομαθείς καθώς ήταν, οι Φαναριώτες είχαν τις θέσεις του Δραγουμάνου,
δηλαδή διερμηνέα ή μεταφραστή στην αυλή του Σουλτάνου. Ο Μέγας
Διερμηνέας της Πύλης, που αντιστοιχούσε με το σημερινό αξίωμα του
Υπουργού Εξωτερικών, ήταν κατά κανόνα Φαναριώτης.
Από
τους Φαναριώτες επιλέγονταν και οι ηγεμόνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών
της Βλαχίας και Μολδοβλαχίας, από τις οποίες όπως είδαμε ξεκίνησε η
Επανάσταση.
Και η
οικογένεια των Υψηλάντηδων ανήκε στην τάξη των Φαναριωτών, αν και τα
περισσότερα μέλη της επέλεξαν την στρατιωτική σταδιοδρομία, κυρίως στη
Ρωσία, και αναδείχθηκαν σε ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας και της
Επανάστασης.
Είναι
λοιπόν ευνόητο το ότι οι Φαναριώτες που κατέβηκαν στην Ελλάδα για να
πάρουν μέρος στην Επανάσταση προσεταιρίσθηκαν τους κοτζαμπάσηδες, αφού
και εκείνοι, σαν τοπικοί προύχοντες, ασκούσαν πολιτική εξουσία επί των
Ελλήνων στις περιοχές τους.
Ο
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν μια από τις κυρίαρχες μορφές της
Επανάστασης, και συνδέθηκε με την πολιτική παράταξη, η οποία συχνά είχε
αντιδικίες με την στρατιωτική παράταξη, της οποίας ηγείτο ο Υψηλάντης.
Από
πολλούς ιστορικούς ο Μαυροκορδάτος χαρακτηρίζεται ως μια αμφιλεγόμενη
προσωπικότητα. Μια όμως αντικειμενική αξιολόγηση του ρόλου που
διαδραμάτισε κατά τη διάρκεια του Αγώνα οφείλει να αναγνωρίσει μια
μεγάλη συμβολή του Μαυροκορδάτου στην επιτυχή έκβαση της Επανάστασης.
Όταν
το 1825 η Επανάσταση άρχισε να καταρρέει, με την απόβαση του
στρατεύματος του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος,
αξιοποιώντας τις γνωριμίες που είχε κάνει με επιφανείς Άγγλους, έστειλε
επιστολή στον Υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, και δήλωσε πως η
Μεγάλη Βρετανία θα είχε τη συνεχή συμμαχία της Ελλάδας, αν την βοηθούσε
σε εκείνη την κρίσιμη φάση της Επανάστασης.
Ο
Μαυροκορδάτος, προσφέροντας προνομιακή σχέση κατά προτεραιότητα στη
Μεγάλη Βρετανία, ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια απελπισμένη
στην πραγματικότητα αντεπίθεση στον Μοριά ελπίζοντας και στην
ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις
τους. Το σχέδιο πέτυχε. Ακολούθησε η θετική στροφή της Μεγάλης
Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Μεγάλης
Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας) για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού
κράτους, πράγμα που επιτεύχθηκε μετά την καταστροφή του τουρκικού και
αιγυπτιακού στόλου από τον στόλο των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ναυμαχία του
Ναβαρίνου τον Οκτώβριο του 1827.
Σε
αυτήν την στροφή που πήρε ο Αγώνας της εθνεγερσίας σημαντική ήταν και η
συμβολή του Παπαφλέσσα με τον ηρωικό του θάνατο στο Μανιάκι το 1825.
Πριν όμως φτάσουμε εκεί ας παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των γεγονότων
μετά τη Συνέλευση των Καλτετζών.
Όπως
ανάφερα πιο πάνω, στη Συνέλευση των Καλτετζών είχε αποφασισθεί η θητεία
της Πελοποννησιακής Γερουσίας να λήξει μετά από την άλωση της
Τριπολιτσάς, η πολιορκία της οποίας είχε αρχίσει τον Απρίλιο του 1821.
Με την
άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, η ανάγκη για ενιαία
πολιτική και στρατιωτική διοίκηση έγινε έντονα αισθητή, και οδήγησε στην
πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου.
Ο
Παπαφλέσσας πήρε μέρος ως πληρεξούσιος στην Α΄ αυτή Εθνοσυνέλευση.
Εκεί, εκπροσωπώντας τους φιλικούς και τα λαϊκά στοιχεία, ήρθε σε
δριμύτατη σύγκρουση με τους κοτζαμπάσηδες που ζητούσαν να καπηλευτούν
τον Αγώνα.
Η
Συνέλευση συνήλθε στις 20 Δεκεμβρίου 1821. Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η
Ιανουαρίου 1822, ψηφίσθηκε το πρώτο Σύνταγμα του ελληνικού κράτους,
γνωστό ως «Προσωρινόν Σύνταγμα της Ελλάδος», ή το «Σύνταγμα της
Επιδαύρου», και κήρυξε την ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους,
ακολουθώντας το παράδειγμα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων
Πολιτειών της Αμερικής το 1776.
Το
κείμενο της διακήρυξης θεωρείται κλασικό παράδειγμα από πλευράς
διατύπωσης και πατριωτικής έξαρσης. Δίνω ένα απόσπασμα:
«Το
ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικτώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον
να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και
αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διά των νομίμων
παραστατών του, εις εθνικήν συνηγμένων συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και
ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».
Η
εθνοσυνέλευση έληξε στις 15 Ιανουαρίου 1822, αφού προηγουμένως όρισε την
Κόρινθο για προσωρινή έδρα της νέας κυβέρνησης. Με την επιλογή της
Κορίνθου, το κέντρο του βάρους του υπό σχηματισμό νέου κράτους
μετατοπίσθηκε στο μεταίχμιο της Πελοποννήσου και της άλλης ηπειρωτικής
Ελλάδας.
Με την
μεγάλη νίκη των Ελλήνων στα Δερβενάκια στα τέλη του Ιουλίου 1822, και
την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του στρατεύματος του Δράμαλη, η
δόξα του Κολοκοτρώνη, ο οποίος ήταν ο κύριος συντελεστής της νίκης,
έφτασε στο ζενίθ της. Η Γερουσία τον ανακήρυξε αρχιστράτηγο.
Αυτή
του η φήμη ανησύχησε την παράταξη των πολιτικών, οι οποίοι φοβήθηκαν πως
η μεγάλη δύναμη του Κολοκοτρώνη θα είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση των
στρατιωτικών.
Η
κατάσταση επιδεινώθηκε από την κίνηση του Μαυροκορδάτου να συνενώσει
τους πολιτικούς της Πελοποννήσου εναντίον των στρατιωτικών, αρχηγοί των
οποίων ήταν ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης.
Έτσι
είχαν τα πράγματα όταν στις 29 Μαρτίου του 1823 άρχισε η Β΄
εθνοσυνέλευση του Άστρους, κωμόπολη της επαρχίας Κυνουρίας, νομού
Αρκαδίας.
Στην
αρχή οι οπαδοί των πολιτικών συγκεντρώθηκαν στο Άστρος, ενώ οι οπαδοί
των στρατιωτικών συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο. Ύστερα από πολλές
λογομαχίες, και τη μεσολάβηση των ναυτικών νησιών, συνάχθηκαν όλοι στο
Άστρος. Στην συνέλευση αυτή πήρε μέρος και ο Παπαφλέσσας.
Η
συνέλευση, που τερμάτισε τις εργασίες της στις 18 Απριλίου, έσπειρε τους
σπόρους του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε μεταξύ των πολιτικών και των
στρατιωτικών.
Στην
κυβέρνηση του Γιώργου Κουντουριώτη, που σχηματίσθηκε μετά από την
εθνοσυνέλευση του Άστρους, ο Παπαφλέσσας υπηρέτησε ως Υπουργός
Εσωτερικών. Γραμματέας της κυβέρνησης ήταν ο Φαναριώτης Αλέξανδρος
Μαυροκορδάτος.
Η
Πελοπόννησος χωρίσθηκε σε δύο αντίπαλες παρατάξεις: των πολιτικών, με
αρχηγούς τον Ζαΐμη και τον Λόντο, και άλλους, οι οποίοι έλεγχαν το
βουλευτικό μέρος της κυβέρνησης, και των στρατιωτικών, με αρχηγούς τον
Κολοκοτρώνη, τον Δεληγιάννη και άλλους, που έλεγχαν το εκτελεστικό μέρος
της κυβέρνησης.
Τα
κομματικά πάθη είχαν φτάσει σε τέτοιο βαθμό, που οι οπαδοί των δύο
παρατάξεων είχαν αρχίσει να συγκρούονται σε διάφορες περιοχές.
Η
κατάσταση επιδεινώθηκε όταν η κυβέρνηση του Κουντουριώτη κάλεσε στην
Πελοπόννησο τον Γκούρα και τον Καραϊσκάκη με τα στρατιωτικά τους σώματα
από την Στερεά Ελλάδα.
Σε
αυτήν τη φάση ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε από τον ανταγωνισμό
μεταξύ των πολιτικών και των στρατιωτικών, πήρε τη μορφή συνασπισμού των
Πελοποννησίων απέναντι των Ρουμελιωτών και των Νησιωτών.
Ο
εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος από τη Ζάκυνθο
παρακολουθούσε με αγωνία τις εξελίξεις της Επανάστασης, περιέγραψε ως
ακολούθως τον εμφύλιο πόλεμο στο ποίημά του «Ύμνος εις την Ελευθερία».
Διαβάζω τις στροφές 144 και 145:
Η
Διχόνοια, που βαστάει Κειό το σκήπτρο, που σας δείχνει
ένα
σκήπτρο η δολερή, έχει αλήθεια ωραία θωριά.
καθενός χαμογελάει, Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
πάρ’
το, λέγοντας κι εσύ. εισέ δάκρυα θλιβερά.
Ένας
από τους πολλούς νεκρούς από τις συγκρούσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων
ήταν και ο γιος του Κολοκοτρώνη Πάνος. Ο Κολοκοτρώνης, μολονότι ζήτησε
συμβιβασμό γιατί ήταν συντετριμμένος από τον φόνο του γιου του,
συνελήφθη με 24 άλλους ηγέτες της Πελοποννήσου και φυλακίσθηκε στην Ύδρα
τον Ιανουάριο του 1825.
Αυτή
ήταν η πιο μελανή περίοδος της Επανάστασης, που παρ’ ολίγο να σημάνει το
τέλος της. Ενώ οι ηγέτες των δύο παρατάξεων είχαν εμπλακεί σε έναν
αδελφοκτόνο πόλεμο, ο τουρκικός στόλος κατέστρεφε την Κάσο και τα Ψαρά,
και ο Ιμπραήμ με τα αιγυπτιακά στρατεύματα αποβιβαζόταν στην
Πελοπόννησο.
Ο
πρωθυπουργός Γιώργος Κουντουριώτης, Υδραίος στην καταγωγή, ξεκίνησε με
3000 άντρες προκειμένου να αντιμετωπίσει τον εχθρό, αλλά σύντομα
εγκατέλειψε την προσπάθεια, εξουθενωμένος προτού εμπλακεί σε μάχη,
αμάθητος καθώς ήταν στις χερσαίες επιχειρήσεις.
Στην
ένοπλη σύρραξη Ελλήνων και Αιγυπτίων στις 7 Απριλίου 1825, κοντά στη
θέση Κρεμμύδι της Μεσσηνίας, οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν κατά
κράτος, με περισσότερους από 600 πολεμιστές νεκρούς στο πεδίο της μάχης.
Στη συνέχεια, οι 800 Έλληνες που ταμπουρώθηκαν στη Σφακτηρία, μικρό νησί
απέναντι στην Πύλο, δέχθηκαν καταιγισμό πυρών και σφαγιάστηκαν στις 26
Απριλίου από τους στρατιώτες του Ιμπραήμ. Ακολούθησε η πτώση του
Νεοκάστρου στις 11 Μαΐου. Η Μεσσηνία εγκαταλείφθηκε από τους Έλληνες
κατοίκους της, καθώς και από τις περισσότερες φρουρές της.
Έτσι
είχαν τα πράγματα όταν ο Παπαφλέσσας δήλωσε ενώπιον της Βουλής και του
Εκτελεστικού της Κυβέρνησης ότι ήταν αποφασισμένος να αφήσει το Ναύπλιο,
όπου έδρευε η Κυβέρνηση, και να κατευθυνθεί προς την Τριπολιτσά, και εν
συνεχεία προς τη Μεσσηνία, με σκοπό να αναμετρηθεί με τη στρατιά του
Ιμπραήμ. Χαρακτηριστικά λέγεται ότι δήλωσε πως είτε θα επέστρεφε
νικητής, είτε θα έπεφτε στο πεδίο της μάχης.
Παρ’
όλο που στον εμφύλιο πόλεμο ο Παπαφλέσσας, ως μέλος της Κυβέρνησης του
Γιώργου Κουντουριώτη, βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όταν ο
Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, πρότεινε την
αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη και των άλλων φυλακισμένων, για να
αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον κοινό εχθρό.
Η
πρόταση του Παπαφλέσσα για αμνηστία δεν εισακούστηκε και έτσι ανέλαβε ο
ίδιος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Η Επανάσταση βρισκόταν στην
κρισιμότερή της καμπή. Περιοχές ολόκληρες της Πελοποννήσου είχαν
ερημωθεί, οι στρατιωτικές δυνάμεις είχαν αποδεκατιστεί, ενώ οι κορυφαίοι
Πελοποννήσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί τελούσαν υπό κράτηση.
Ό
Παπαφλέσσας από το Ναύπλιο τράβηξε για την Τριπολιτσά, όπου σχημάτισε
τον πυρήνα του εκστρατευτικού του σώματος. Από την Τριπολιτσά πήγε στο
Λεοντάρι, όπου έσμιξαν μαζί του ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας, με
εκατόν πενήντα παλικάρια, καθώς και άλλοι καπετάνιοι.
Ο
στρατός που συγκέντρωσε ο Παπαφλέσσας έφτανε τους 2000 άντρες, δύναμη
ασήμαντη για να σταματήσει την προέλαση του Ιμπραήμ.
Παρά
το γεγονός ότι στον Παπαφλέσσα έφταναν ειδήσεις πως οπλαρχηγοί από
διάφορα μέρη της Πελοποννήσου συγκέντρωναν άντρες για να τον συνδράμουν,
εκείνος αποφάσισε να φράξει τον δρόμο του Ιμπραήμ στο Μανιάκι της
Μεσσηνίας, πριν προχωρήσει περισσότερο στα ενδότερα της Πελοποννήσου.
Εκεί
οχυρώθηκε στις 16 Μαΐου και έστησε τρία πρόχειρα προχώματα (ταμπούρια)
σε θέσεις που επέτρεπαν την εποπτεία της γύρω περιοχής από ψηλά. Στο ένα
πρόχωμα επικεφαλής τοποθετήθηκε ο ανιψιός του, ο Δημήτριος Φλέσσας, με
τους Μεσσηνίους, το άλλο ανέλαβαν να προστατεύσουν ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης
και οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και τέλος στο τρίτο, το βόρειο, το πιο
επικίνδυνο και εκτεθειμένο, έμεινε ο ίδιος με μερικά από τα παλικάρια
του.
Ξημέρωνε 20ή Μαΐου 1825. Ο αιγυπτιακός στρατός πλησίαζε από τον κάμπο.
«Είχεν μαυρίσει ο κάμπος από τον πολύν στρατόν», σημειώνει
χαρακτηριστικά ο Φωτάκος. Στη θέα του αιγυπτιακού πεζικού και ιππικού
–περίπου 3000 - πολλοί ήταν οι Έλληνες που δείλιασαν, και εξέφρασαν την
άποψη ότι το σημείο εκείνο δεν ήταν κατάλληλο για άμυνα, πόσο μάλλον για
αναμέτρηση των άνισων αριθμητικά στρατών, με συνέπεια τη γενικευμένη
λιποταξία. Περισσότεροι από 1000 εγκατέλειψαν το μέτωπο.
Ο
ιστορικός της Επανάστασης Φωτάκος, στον τρίτο τόμο των
«Απομνημονευμάτων» του περιγράφει ως ακολούθως τις στιγμές λίγο πριν
από τη μάχη:
«Βλέπων δε ο Φλέσσας ότι εκυκλώθησαν υπό του εχθρικού ιππικού, ενόμιζε
τούτο μεγάλον ευτύχημα, διά να συνέλθουν όλοι ομού οι Ελληνες και να
πολεμούν καλλίτερα και αποφασιστικώτερα, και να μη λιποτακτούν. [...]
Αφού δε συνήλθαν οι στρατιώται, τότε είδε κατά μέγα μέρος ηλαττωμένην
την δύναμιν, και έμαθε την φυγήν των προειρημένων, εμέτρησεν έπειτα τους
μείναντας και ηύρεν αριθμόν ολιγώτερον των χιλίων. [...] Αφού δε ο
στρατός συνηθροίσθη [...] ο Φλέσσας ήλθεν εν τω μέσω των στρατιωτών και
εξεφώνησε λόγον, ενθαρρύνων αυτούς και υπενθυμίζων εις τους στρατιώτας
τας πρότερον μάχας και τας νίκας του Βαλτετσίου, του Λεβιδίου, της
Γράνας, των Βερβένων και των Δολιανών, την άλωσιν της Τριπολιτσάς, την
καταστροφήν του πολυπληθούς στρατεύματος του Δράμαλη, και τους παρέστησε
νίκην άφευκτον· διότι τους είπεν ότι έρχονται τόσα στρατεύματα εις
βοήθειαν εντός ολίγου τα οποία θα υπερβούν τας 15.000, ότι έρχεται ο
Πλαπούτας και όλοι οι Αρκαδινοί, ο αυτάδελφός του Νικήτας, ο Κατσάκος
και άλλοι Μανιάτες, ότι όλοι ούτοι θα φθάσουν μετά μίαν ώραν και θα
είναι εδώ ολοτρόγυρα του Ιμβραήμ να τον κτυπούν από τις πλάτες, και
τελειώνων είπεν ότι: Σήμερον η πατρίς περιμένει από ημάς την δόξαν της
διά της νίκης ταύτης!».
Ύστερα
από αλλεπάλληλες βολές του αιγυπτιακού πυροβολικού, και από σειρά εφόδων
του ιππικού, το πρώτο οχύρωμα που έπεσε ήταν αυτό του Παπαφλέσσα, και
στη συνέχεια αυτό του Βοϊδή. Ακολούθησε δραματική μάχη σώμα με σώμα.
Αφού προξένησαν τη μέγιστη δυνατή φθορά στα στίφη των Αιγυπτίων -
περισσότεροι από 600 ήταν οι Αιγύπτιοι νεκροί - τα ελληνικά τυφέκια
σίγησαν μέχρις ενός. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Γιαννάκης Παπάς,
γιος του Μακεδόνα αγωνιστή της Επανάστασης Εμμανουήλ Παπά.
Ο
Φωτάκος, αναφερόμενος στον ανιψιό του Παπαφλέσσα, Δημήτριο Φλέσσα, δίνει
την ακόλουθη περιγραφή:
«Ούτος υπήρξε στρατιωτικός και υπηρέτησε την πατρίδα ως τοιούτος,
παρακολουθών πάντοτε τον μεγαλουργόν Αρχιμανδρίτην Φλέσαν. Έπεσε δε
μαχόμενος κατά την εν Μανιάκι ένδοξον εκείνην μάχην, διότι καθ᾿ ην ώραν
οι Τούρκοι επήδησαν εις το οχύρωμα του θείου του Φλέσα και ελιανίζοντο
με τα σπαθιὰ, ούτος διά να προφυλάζῃ τον θείον του να μην τον σπαθίζουν
οι Τούρκοι, τον αγκάλιασε και ούτως έπεσαν και οι δύο μαζύ».
Μετά
την μάχη ο Ιμπραήμ έβαλε τους στρατιώτες του να βρουν το πτώμα του
αρχηγού. Το βρήκαν, αλλού το σώμα, και αλλού το κεφάλι. Έστησαν τον
νεκρό Παπαφλέσσα όρθιο να ακουμπά σ’ ένα δέντρο, με το κεφάλι
τοποθετημένο στη θέση του. Έτσι καθώς ήταν ορθός φάνταζε σαν ζωντανός.
Αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο Ιμπραήμ στάθηκε μπροστά του ακίνητος και
αμίλητος για πολλή ώρα να κοιτά τον εχθρό του. Κι ότι, κάποια στιγμή,
σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του, τον φίλησε στο μέτωπο, και
γυρίζοντας προς τους αξιωματικούς του είπε: «Αληθινά ήταν γενναίος
άνθρωπος».
Την
επόμενη, 21 Μαΐου, οι Αιγύπτιοι πάτησαν την Κυπαρισσία. Στις 23 Μαΐου
γύρισαν στις βάσεις τους στο Νεόκαστρο και στην Μεθώνη. Ύστερα από λίγες
ημέρες, με βάση τα ίδια ορμητήρια, κυρίευσαν και πυρπόλησαν την Καλαμάτα
και άλλες κωμοπόλεις της Μεσσηνίας.
Έτσι
είχαν τα πράγματα, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να αποφυλακίσει τον
Κολοκοτρώνη και άλλους αρχηγούς των Πελοποννησίων. Όπως και στα πρώτα
χρόνια της Επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης, με τις δημηγορίες και τις
αναφορές του στους αρχαίους Έλληνες, άρχισε πάλι να σκορπίζει τον
ενθουσιασμό και την αισιοδοξία στους συμπατριώτες του.
Μετά
από αγώνα δύο χρόνων, 1825 – 1827, κατά τη διάρκεια του οποίου ο
Κολοκοτρώνης εφάρμοσε τις τακτικές του κλεφτοπολέμου στην αντιμετώπιση
του αιγυπτιακού κινδύνου, ο γέρος του Μοριά αποδείχθηκε σωτήρας της
Πελοποννήσου, και γενικότερα της Ελλάδας.
Ο
απεγνωσμένος αγώνας των Ελλήνων για την αποφυγή της ήττας, που θα
σήμαινε εκ νέου σκλαβιά, και μάλιστα πιο βάρβαρη, υπό τους Τούρκους,
άρχισε να βρίσκει ανταπόκριση στην Ευρώπη.
Παράλληλα με τη διεύρυνση του φιλελληνικού κινήματος, και οι κυβερνήσεις
των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισαν να ασκούν πίεση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδας.
Εν
όψει της απροθυμίας της Υψηλής Πύλης να ανταποκριθεί στις διπλωματικές
προσεγγίσεις των Ευρωπαίων, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις Μεγάλη Βρετανία,
Γαλλία και Ρωσία κατέφυγαν στην στρατιωτική λύση.
Στην
Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 8 Οκτωβρίου 1827, ή 20 Οκτωβρίου με το νέο
ημερολόγιο, ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων κατέστρεψε τον τουρκικό και
αιγυπτιακό στόλο, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την ίδρυση του
σύγχρονου ελληνικού κράτους, το οποίο το 1830 αναγνωρίσθηκε ως αυτόνομο,
και το 1832 ως ανεξάρτητο.
Ως
ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της Φιλικής Εταιρείας από το 1818, ως
απόστολός της στην Ελλάδα από το 1820, και στη συνέχεια ως δεινός
πολεμιστής, διακεκριμένο μέλος των Εθνικών Συνελεύσεων, και υψηλόβαθμο
στέλεχος της ελληνικής κυβέρνησης, ο Γρηγόριος Δικαίος, ευρύτερα γνωστός
ως Παπαφλέσσας, υπήρξε ένας από τους κύριους συντελεστές για την έναρξη
και συνέχιση της Επανάστασης.
Με την
ηρωική του αντίσταση στα στρατεύματα του Ιμπραήμ, και την αυτοθυσία του
στις 20 Μαΐου 1825, σε ηλικία 37 ετών, ο Παπαφλέσσας έγινε σύμβολο
ηρωισμού και παράδειγμα προς μίμηση από τους συμπατριώτες του, στην πιο
κρίσιμη φάση της Επανάστασης.
Ο
πρόωρος θάνατός του γαλβάνισε τις ψυχές του αγωνιζόμενου γένους, και το
κατέστησε πιο δεκτικό στα μηνύματα και στις προτροπές του Κολοκοτρώνη
για την υπέρτατη θυσία στον αγώνα για την αποτίναξη της σκλαβιάς, και
την απόκτηση της πολυπόθητης ελευθερίας.
Στην
περίπτωση του Παπαφλέσσα το σύνθημα της Επανάστασης «Ελευθερία ή
Θάνατος» βρήκε την ιδανική προσωποποίηση.
Η
ιστορία δικαίωσε τον Παπαφλέσσα στο ότι ενώ στην συνέλευση της Βοστίτσας
δεν μπόρεσε να αντιπαραθέσει πειστικές απαντήσεις στον σκεπτικισμό
κάποιων προκρίτων και αρχιερέων ως προς την ετοιμότητα του γένους για
την έναρξη της Επανάστασης, στο χρονοδιάγραμμα που είχε αποφασισθεί από
την Φιλική Εταιρεία, ο ενθουσιασμός του, η αισιοδοξία του και η
θυελλώδης ορμή του είχαν τέτοια απήχηση στα λαϊκά στρώματα, που
συμπαρέσυραν και τους διστακτικούς και σκεπτικιστές.
Αν η
Επανάσταση αποτύγχανε, οι μεταγενέστερες γενιές θα απέδιδαν ένα μεγάλο
μέρος της μομφής και της ευθύνης στον Παπαφλέσσα.
Ο
Παπαφλέσσας απέδειξε πως ήξερε να αγωνίζεται και να πεθαίνει. Μένει
πάντα ο ήρωας που αγωνίστηκε για την ελευθερία του Έθνους, δουλεύοντας
σ’ όλους τους τομείς, ως άριστος οργανωτής, ως έξοχος πολιτικός και με
το σπαθί στο χέρι ως άξιος πολέμαρχος.
Με τον
ηρωικό του θάνατο, επισφράγισε την ανεκτίμητη προσφορά του στην πατρίδα
ο αγνός πατριώτης, ο ενθουσιώδης αγωνιστής, ο φλογερός αυτός
μπουρλοτιέρης των ψυχών, ο Παπαφλέσσας.
Κυριάκος Αμανατίδης
Νεοελληνιστής – Ιστορικός Ερευνητής
|