cc

       ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ     Του Γιάννη Λιάσκου

 



GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above




 Hellenes around the Globe






Το Μουσείο Μετανάστευσης

 

Μουσείο Μετανάστευσης. Ένας ιδιαίτερα καλαίσθητος, φροντισμένος και λειτουργικός χώρο όπου μέσα από μια πλούσια ποικιλία εκθεμάτων, όπως παλιά διαβατήρια, κιτρινισμένα έγγραφα, προσωπικά αντικείμενα, μέσα από προβολές ιστορικών ντοκουμέντων και σπάνιου φωτογραφικού υλικού, καταγράφεται η πορεία του ανώνυμου μετανάστη από τη γενέτειρά του στην μέχρι πρότινος «άγνωστη» ήπειρο, την Αυστραλία.

Παράλληλα αποκαλύπτεται και το πραγματικό μέγεθος της προσφοράς του στη θετή του πατρίδα μέσα από το μόχθο σκληρής δουλειάς ατέλειωτων χρόνων, αλλά και από τους θησαυρούς της πολιτιστικής του κληρονομιάς που κουβάλησε μαζί με τα σιδερένια μπαούλα και τα φθαρμένα μπαγκάζια του.

Σεργιανίζοντας στους διαδρόμους και τις αίθουσες αυτής της εντυπωσιακής οπτικοακουστικής πανδαισίας, νιώθει κανείς το παρελθόν να αγκαλιάζει και να καταπίνει το σήμερα.  

Ταξιδεύει στο χτες και ζει νοερά όλες αυτές τις εικόνες του μισεμού που σημάδεψαν ανεξίτηλα τις ψυχές των ξεριζωμένων.  

Κάπου στη δεκαετία του ’50 και του ’60… Πειραιάς,,, λιμάνι… πλήθος στην προκυμαία, μπροστά ο πελώριος όγκος του καραβιού που θα μεταφέρει τα όνειρα και τις ελπίδες χιλιάδων συμπατριωτών μας.  

Τα όνειρα και τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο. Θ’ αφήσουν πίσω τους εικόνες και πρόσωπα γνώριμα κι αγαπημένα.  

Το καφενείο του χωριού, τη μορφή του πατέρα με το βασανισμένο πρόσωπο, τα γεμάτα πόνο και παράπονο μάτια της μάνας, τους κάμπους και τις πλαγιές που συντρόφεψαν τ’ ανέμελα παιδικά τους χρόνια.  

Τραβάνε γι’ άγνωστες πολιτείες και παράξενες θάλασσες. Ζητάνε αυτό που δεν μπόρεσε να τους προσφέρει η χιλιοβασανισμένη μεταπολεμική Ελλάδα:  

Το δικαίωμα για ένα καλύτερο αύριο, χτισμένο μέσα από σκληρή δουλειά και πολλά όνειρα.  

Η λαχτάρα και η ελπίδα ότι θα ζήσουν τα παιδιά τους πιο ανθρώπινα απ’ ότι αυτοί, απαλύνει κάπως τον αβάσταχτο πόνο του χωρισμού.  

Το σφύριγμα του καραβιού χωρίζει επιτέλους τα σφιχταγκαλιασμένα κορμιά. Βαλίτσες και μπαγκάζια φορτώνονται βιαστικά.  

Τα πρώτα άσπρα μαντίλια – παντιέρες λύπης και απόγνωσης – ανεμίζουν. Τα μάτια γεμίζουν δάκρια. Ευχές και κατευόδια δονούν τη νοτισμένη ατμόσφαιρα του λιμανιού…  

Εικόνες που δεν πρόκειται, που δεν πρέπει να ξεχαστούν ποτέ. Ιστορικές στιγμές που σημάδεψαν την ίδια την πορεία του ελληνικού έθνους.  

Η μετανάστευση, όπως δίνεται στο μουσείο Μετανάστευσης, καταγράφεται και καταθέτεται σαν ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, σαν ορόσημο, σαν ένα σημάδι μιας αδικημένης γενιάς, που κατόρθωσε μέσα από τόσες αντιξοότητες και δυσκολίες να προοδεύσει και να δημιουργήσει σε ξένους τόπους, προκαλώντας το θαυμασμό και το σεβασμό όλου του κόσμου και διατηρώντας αλώβητη την πολιτιστική της
ταυτότητα.


gg
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

 

Στις 30 Μαρτίου 1952, τις πρώτες πρωινές ώρες, σύρθηκαν στο απόσπασμα στο Γουδί, κατά τρόπο κυριολεκτικά συνωμοτικό, ο Νίκός Μπελογιάννης και οι τρεις σύντροφοί του, Δημήτρης Μπάτσης, Νίκος Καλούμενος και Ηλίας Αργυριάδης.  

Σήμερα, πενήντα έξι ολόκληρα χρόνια αργότερα, μετά την εκτέλεση του κομμουνιστή ηγέτη, η υπόθεση παραμένει ακόμα όπως την είχαν προσδιορίσει τα πολιτικά πάθη που είχε αφήσει ο Εμφύλιος.

Για άλλους ήταν μια υπόθεση κατασκοπίας, για τους κομμουνιστές μια πολιτική δολοφονία, καλυμμένη με την σκηνοθεσία της κατασκοπίας.  

Ακόμα, μέχρι σήμερα, δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα που πλανιόταν στα χείλη όλων, φίλων και αντιπάλων του, την ημέρα που έγινε η εκτέλεση: Γιατί εκτελέστηκε ο Μπελογιάννης; Γιατί δεν δόθηκε χάρη, αφού οι εκτελέσεις κομμουνιστών είχαν από καιρό σταματήσει;  

Σήμερα που τα πάθη έχουν εκλείψει και οι σκοπιμότητες δεν θολώνουν πια την ιστορική αλήθεια, οι εικασίες συγκλίνουν προς την επικρατέστερη εκδοχή: Στο πρόσωπο του Μπελογιάννη, οι αρτηριοσκληρωτικοί του καθεστώτος βιάστηκαν να δώσουν ένα ακόμη χτύπημα στην ελληνική Αριστερά.  

Ποιος, όμως, ήταν ο Νίκος Μπελογιάννης και ποια η αποστολή του που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο; Ο φάκελος «Μπελογιάννη» στην Ασφάλεια ήταν ογκώδης. Επρόκειτο για δοκιμασμένο κομμουνιστή, αφού από τα νεανικά του χρόνια μπήκε στις δοκιμασίες των διώξεων και των φυλακίσεων.  

Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα στις 22 Δεκέμβρη του 1915. Ο πατέρας του, μετανάστης στην Αμερική, επιστρέφει και ανοίγει ξενοδοχείο στην Αμαλιάδα. Έχει την οικονομική άνεση να σπουδάσει το γιο του, ο οποίος μετά το Γυμνάσιο μπαίνει στη Νομική. Από μαθητής, όμως, συνδέθηκε με τις πρώτες κομμουνιστικές οργανώσεις και συνελήφθη πολλές φορές.  

Τον Μάρτη του ’36 εκτοπίστηκε στην Ίο, ενώ τον ίδιο χρόνο στρατεύτηκε για να υπηρετήσει την θητεία του. Συνελήφθη και ως στρατιώτης και δικάστηκε σε φυλακή και εξορία. Όταν αποφυλακίστηκε, πέρασε, πλέον, στην παράνομη δράση και συνελήφθη το 1938.  

Μέχρι το 1943 παρέμεινε στις φυλακές, ενώ στην κατοχή απέδρασε και πέρασε στην αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση ετέθη επικεφαλής του διαφωτιστικού τομέα του ΚΚΕ στην Πελοπόννησο και εξέδιδε τις εφημερίδες του κόμματος: «Ελεύθερος Μοριάς» και «Ελεύθερη Αχαΐα».  

Στον εμφύλιο τραυματίστηκε στο χέρι και τον Αύγουστο του ’49 κατέφυγε με την ηγεσία του ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες.  

Ο Μπελογιάννης ήταν ιδεολόγος κομμουνιστής, διανοούμενος, γνωστός για το ήθος του, την μόρφωσή του και την οξύτητα του μυαλού του.  

 Έτσι το πολιτικό γραφείο του ΚΚΕ αποφάσισε να τον στείλει στην Ελλάδα κρυφά, με αποστολή να εξυγιάνει και να συμμαζέψει τις οργανώσεις του κόμματος. Αν και η αποστολή του ήταν εντελώς μυστική, την Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου του 1950, συνελήφθη από άντρες της μυστικής αστυνομίας, οι οποίοι τον περίμεναν σε μια γιάφκα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.  

Η δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του άρχισε στις 19 Οκτωβρίου 1951. Οι βαρύτατες κατηγορίες για υπονόμευση του πολιτεύματος και κατασκοπεία είναι χαλκευμένες και όπως ήταν επόμενο στις 15 Ιανουαρίου του 1952 η απόφαση ήταν «εις θάνατον».  

Νέα δίκη στις 15 Φεβρουαρίου του 1952, μαζί με άλλους 28 αυτή τη φορά. Εν τω μεταξύ η υπόθεση έχει προκαλέσει, πια, διεθνές ενδιαφέρον. Η ευγενική μορφή του «ανθρώπου με το γαρύφαλλο» κυριαρχεί στους πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης.  

Η απόφαση για τη δεύτερη δίκη εκδόθηκε την 1η Μαρτίου 1952. «Εις θάνατον» για μια ακόμη φορά, μαζί με τη μνηστή του Έλλη Ιωαννίδη και άλλους έξι συντρόφους του. Ο Πλαστήρας, Πρωθυπουργός τότε της Ελλάδας, δήλωσε ευθέως ότι οι εκτελέσεις δεν θα πραγματοποιηθούν.  

Το παρασκήνιο όμως οργίαζε. Ξημέρωμα Κυριακής της 30ης Μαρτίου, στις 4.11 ακριβώς, υπό το φως των προβολέων των στρατιωτικών αυτοκινήτων, στο Γουδί δίδεται η διαταγή «πυρ» και ο Μπελογιάννης με τους τρεις συντρόφους του είναι νεκροί.  

Ο μεγάλος Τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ θα γράψει αργότερα στο ποίημά του με τίτλο «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»: «Έχω επάνω στο τραπέζι μου τη φωτογραφία του άνθρωπου με το άσπρο γαρύφαλλο, που τον τουφέκισαν πριν την αυγή κάτω απ’ το φως των προβολέων.  

Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα γαρύφαλλο που ‘ναι σα μια φούχτα φως από την ελληνική θάλασσα. Τα δόντια του είναι κάτασπρα, ο Μπελογιάννης γελά. Και το γαρύφαλλο στο χέρι του είναι σαν το λόγο που ‘πε στους ανθρώπους τη μέρα της λεβεντιάς, τη μέρα της ντροπής…».



33

Ανατολικά της Εδέμ

 

Όποτε επισκέπτομαι την Αθήνα, ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνω είναι να μπω στο λεωφορείο της γραμμής και να κατέβω στην Ομόνοια. Από κει κατηφορίζω προς την οδό Αθήνας.  

Κι εκεί, ανάμεσα στις μυρουδιές των μπαχαρικών, των ψαρικών και των κρεατικών που εναλλάσσονται, δίπλα στους μικροπωλητές που διαλαλούν την πραμάτεια τους, πλάι σε γριούλες που πουλούν πλεξίδες με σκόρδα και στους σακάτηδες με τις πλαστικές σακούλες, αισθάνομαι πως βρίσκομαι πραγματικά στην πατρίδα.  

Νιώθω ν’ αποβάλω μεμιάς το «πολιτισμένο» μου πρόσωπο, να βαφτίζομαι εξαρχής σ’ αυτήν την τεράστια κολυμπήθρα της ανατολής και να ξαναπαίρνω την πραγματική μου ταυτότητα.  

Εκεί, ανατολικά της Εδέμ, στις παρυφές της οδού Αθηνάς, στο Μοναστηράκι και στα στενά της Πλάκας χτυπά ακόμα η καρδιά της αληθινής Ελλάδας.  

Που όσο και να παλεύει να εναρμονιστεί με την υπόλοιπη Ευρώπη, όσο και να προσπαθεί να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν παύει να διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά, τις συνήθειες και τη νοοτροπία της ανατολής.  

Ανήκουμε στην Ευρώπη αλλά δεν ακολουθούμε τον τρόπο ζωής της. Άλλωστε τί δουλειά έχουμε εμείς με τους ψυχρούς Γερμανούς, τους εκλεπτυσμένους Γάλλους, τους φλεγματικούς Εγγλέζους;  

Όλοι εμείς οι Έλληνες, είτε ζούμε στην πατρίδα, είτε σε οποιαδήποτε γωνιά της γης, κουβαλάμε μέσα μας την ιδιοσυγκρασία, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής που διακρίνουν τους λαούς της ανατολής.  

Είμαστε υπέρμετρα εκδηλωτικοί, θορυβώδεις, υπερβολικοί σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας. Χαλάμε τον κόσμο και τραβάμε τη γενική προσοχή και στη χαρά μας και στη λύπη.  

Στα γλέντια μας ξεφαντώνουμε πραγματικά, βγαίνουμε εκτός εαυτού, ενώ στους χορούς μας αποτυπώνονται έντονα τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν.  

Είμαστε ζωντανοί και χαιρόμαστε τη ζωή με το δικό μας μοναδικό τρόπο. Την ανατολή την κουβαλάμε στις γαστρονομικές μας προτιμήσεις, στη μουσική και στα τραγούδια μας, στην ίδια μας τη γλώσσα.  

Λέξεις, εκφράσεις, ήχοι και συνήθειες που ο κύριος όγκος τους μεταφέρθηκε από τα καραβάνια των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, φιλτραρίστηκαν, αφομοιώθηκαν και μετουσιώθηκαν στη χοάνη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αποκτώντας μια νέα ελληνική διάσταση, εμπλουτίζοντας την κουλτούρα μας.  

Αυτό είναι που κάνει εμάς τους Έλληνες, ένα λαό μοναδικό. Η ικανότητα να είμαστε ανοιχτοί, να δεχόμαστε τις ξένες επιρροές και να τις προσαρμόζουμε στα μέτρα μας, διατηρώντας παράλληλα ακέραιη την ελληνική μας ταυτότητα ανά τους αιώνες.

 
55

Εκείνοι οι ωραίοι τρελοί…

 

Διάβαζα, προ ημερών, σε μια παλιά κιτρινισμένη φυλλάδα, για τα κατορθώματα των «διάσημων» γραφικών τύπων της παλιάς Αθήνας, που στην εποχή τους αποτελούσαν ένα από τα πιο δημοφιλή θεάματα, που σκόρπιζαν αβίαστο γέλιο και που διασκέδαζαν τους Αθηναίους με τις τρέλες τους και με τις λόξες τους.  

Και μου ήρθαν στο νου οικείες εικόνες, όταν πιτσιρίκος, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, παρακολουθούσα στου Ψυρρή και στην Κουμουνδούρου, κρατώντας από το χέρι τον πατέρα μου, τις «παραστάσεις» του δημοφιλούς λαϊκού καλλιτέχνη, του Τάσου από το Μοναστηράκι, ο οποίος λύγιζε σίδερα, έσχιζε τράπουλες, μάτωνε, χτυπιότανε, εξηγώντας παράλληλα στο φιλοθεάμον κοινό του, σε άπταιστη… καθαρεύουσα, τις ωφέλειες της γυμναστικής.  

Πρόλαβα, επίσης, πιο μετά, τις υπαίθριες παραστάσεις δυο, ακόμα, πεχλιβάνηδων, του Τζίμη του Τίγρη, που αργότερα έγινε και ο ήρωας ομώνυμης ταινίας μικρού μήκους του Παντελή Βούλγαρη, και του Σαμψών, που «ευτύχησε» να παρουσιάσει για δυο χειμώνες το πρόγραμμά του στο «Κύτταρο», του Διονύση Σαββόπουλου.  

Πριν, όμως, από τους προαναφερόμενους εκλεκτούς κυρίους, το ενδιαφέρον της αθηναϊκής λαϊκής κοινής γνώμης μονοπώλησαν για δεκαετίες ολόκληρες, «φίρμες» όπως ο Δελαπατρίδης, ο μπαρμπα Γιάννης ο κανατάς, ο πάτερ Καλαμπόκας, ο ποιητής Εξαρχόπουλος, ο Σίμος ο υπαρξιστής, ο Μελαχροινός και, φυσικά, ο περίφημος «ποιητής του κάρου», ο Θεοδοσίου, που ήταν και ο ωραιότερος τύπος της παλιάς Αθήνας.  

Αργότερα, η εσωτερική μετανάστευση, που μετέφερε τα δικά της ήθη και έθιμα, ο κινηματογράφος και πιο μετά η τηλεόραση εξοστράκισαν τους «λαϊκούς καλλιτέχνες» από το ενδιαφέρον του κοινού και τους μετέτρεψαν σε εικόνες του παρελθόντος.  

Το παρελθόν, για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας, είναι γεμάτο από εμφανίσεις αυτών των παράξενων τύπων με τις τρέλες τους που όμως κανένα δεν πείραζαν, κανένα δεν ενοχλούσαν, γιατί ήταν όλοι τους ακίνδυνοι «τρελοί», με μια ξεχωριστή ο καθένας γραφικότητα.  

Αρκετοί από αυτούς είχαν κλειστεί κατά καιρούς στο Δρομοκαΐτειο, όπως ο Βδελόπουλος και ο Δελαπατρίδης, μήπως και θεραπευτούν από τις αθώες μανίες τους.  

Τον ωραιότερο τύπο της παλιάς Αθήνας ενσάρκωνε, όπως αναφέρουν οι περισσότεροι ιστορικοί, ο Θεοδοσίου. Φαίνεται πως ήταν ο εξυπνότερος όλων, ο πιο εμφανίσιμος και δεν τον απασχολούσε ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική πολιτική.  

Αυτοσχεδίαζε ολόκληρα έργα και σκάρωνε με μοναδική ευκολία τα «ποιήματα του κάρου».

Από κάποιο νησί είχε έρθει στην Αθήνα σε πολύ νεαρή ηλικία. Η λόξα του δεν είχε εμφανιστεί τα πρώτα χρόνια. Δούλευε, μάλιστα, σαν επιγραφοποιός, γιατί είχε ταλέντο καλλιτεχνικό.  

Αναφέρεται από Αθηναιογράφους ότι υπήρξε και πρωτοπόρος στη γιγαντοαφίσα, γιατί καθιέρωσε πρώτος τις μεγάλες διαφημίσεις των τοίχων και συγκεκριμένα των μαντρότοιχων.  

Ο μποεμισμός του καλλιεργήθηκε από μια θεατρίνα φιλενάδα του. Αυτή τον παρέσυρε σε κύκλους καλλιτεχνικούς όπου θεατρικές του επιχειρήσις κατέληξαν σε ναυάγιο, αλλά δεν έχασε το κέφι του για άλλου είδους καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες.  

Έτσι ο Θεοδοσίου θεωρείται πρωτοπόρος στα αθηναϊκά καρναβάλια και διοργανωτής παρελάσεων μασκαράδων με ξεφαντώματα στους δρόμους της Πλάκας.

Μια φορά, μάλιστα, κατά τη διάρκεια της Αποκριάς, αποφάσισε να παρελάσει με άρματα δικής του εμπνεύσεως και καμήλες, αλλά δεν του επετράπη, αυτός επέμενε και τελικά οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου εκεί έδωσε τη δική του παράσταση, κάνοντας τους δικαστές να ξεκαρδι&