GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above




 Hellenes around the Globe



tt
ΚΥΠΡΙΑΚΑ   ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

cc

vv
55

Στο παναΰριν

 

Κάθουμαι τζιαι συλλοούμαι, ρε κοπέλια, αν θα ξανάρτουν καμμιά φοράν τζείν' τα χρόνια τα παλιά, που επηαίνναμεν στα παναΰρκα των χωρκών τζι επεριχαρίζαμεν μιτσιοί τζιαι μιάλοι. Ηταν, αλήθκεια, καλοί τζαιροί. Αμαν εκόντευκεν παναΰριν, είτε στο χωρκό μας είτε σε διπλανόν χωρκόν είτε ακόμα σε μακρινόν, αν είμαστιν ταμένοι, αρκέφκαμεν τες προετοιμασίες έναν μήναν πρωτίττερα.

Στο χωρκό μου εν εγινήσκετουν κανέναν μεγάλον παναΰριν αλλά εν θα ξηχάσω ποττέ μου την χαράν που έκαμνα τζι εγιώ τζιαι τ' άλλα κοπελλούθκια της ηλικίας μου, άμαν μας ετάσσαν οι γονιοί μας να μας πάρουν σε κανέναν που τα μεγάλα παναΰρκα.

Ξέρετε, τον τζαιρόν τζείνον, τα αυτοκίνητα ήταν λλιοστά. Για να πάει αυτοκίνητον στο παναΰριν έπρεπεν να βρεθούν που πριν οι επιβάτες, να ποσοστούν, για να συφφέρει του σιωφέρη. Πολλά σπάνια, όμως, εγινήσκετουν τούτον γιατί τα ριάλια του κόσμου ήταν μετρημένα τζι εν εθέλαν να τα ξοθκιάζουν πας τ' αυτοκίνητα... Ετσι, άμαν κανένας ήταν ταμένος στη χάρην του Αγίου έπρεπεν να κανονίσει τον δικόν του τρόπον να πάει στο παναΰριν.

Ο πιο πρακτικός τζι ο πιο συνηθισμένος ήταν το γαούριν ή τα γαούρκα της οικογένειας. Αν εβασκιούνταν νάκκον παραπάνω τζι είχασιν κάρον ή καρρέτταν εζέγναν τα γαούρκα ή τους αππάρους τζι επηαίνναν πιο αναπαμένα. Φαντάζεστε ότι το ταξίδιν, ανάλογα με το μάκρος του, έπαιρνε τζιαι τον ανάλογον τζαιρόν. Αν ήταν να πας που την Μεσαρκάν στον Απόστολον Αντρέαν ή στην Παναΐαν του Τζύκκου το ταξίδιν εκράταν παραπάνω που μιαν εφτομάδαν.

Μια φοράν, επήρεν μας, τον αρφόν μου τζι εμέναν, ο θκειος μου ο Κωσταντής, με το κάρον του, στον Χρυσοσώτηρον στην Ακαθθούν. Εκάμαμεν τρεις ημέρες να πάμεν αμμά που να νώσουμεν ποστασιάν. Που τη χαρά μας τζιαι που την αγωνία μας ούτε φαΐν εθέλαμεν ούτε ύπνον. Αμαν μας ελάλεν ο θκειος μας, "άτε, ρε κοπέλια, πέτε μας τζιαι κανέναν τραούδιν", για να μεν τον κακοφανίσουμεν εκαμπανιάζαμεν την τζι ελαλούσαμεν του ούλα τα τραούθκια του σκολείου που ξέραμεν.

Η μεγαλλίττερη χαρά, όμως, ήταν άμαν εφτάνναμεν στο παναΰριν. Εδιούσαν μας δκυο-τρείς μπακκίρες, εγυρίζαμεν τζι εν εξέραμεν ήντα λοής να τες ξοθκιάσουμεν. Επηαίνναμεν στα σσιεπεττούθκια, στο καζαντίν τζιαι στ' άλλα παιχνίθκια τζι εκάμναμεν το κκέφι μας. Εδιούσαμεν στο καθέναν μιαν εικοσάραν ή μια δεκάραν τζι εφυλάαμεν τ' άλλα να γοράσουμεν πωρικά. Καμμιά φοράν ετρώαμεν ούλα τα ριάλια μας στα παιχνίθκια γιατί εξέραμεν ότι πωρικά θα μας εγόραζεν η μάνα μας, ο τζύρης μας ή κανένας θκειος ή θκεια μας.

Ητουν, αλήθκεια, καλοί τούτοι οι παλιοί τζαιροί. Αθθυμάσαι τους, τζιαι τ' αθθύμιον τους φέρνει σου έναν γλυτσιύν ανατρίσιασμαν. Κάμνει σε να πεθυμάς να ξαναζήσεις τζείν' τα παλιά τα χρόνια. Αμμά, εφύαν, επήαν τζι εν ηξαναγυρίζουν!

Εννά μου πείτε τωρά, "ήνταμ που σ' έπιασεν τζι άρκεψες μας για τα παναΰρκα τον τζαιρόν πούσουν μιτσής". Να σας πω:

Την Κυριακήν, όϊ εχτές, την περασμένην, επήα στον Απόστολον Αντρέαν - δοξάζω τ' όνομαν του τζιαι τη χάρην Του - στο Σάνσιαϊν, που εν Κυπριακή εκκλησιά. Κάθε χρόνον, έτσι τζαιρόν, γινήσκεται μιάλον παναΰριν τζιαι συνάουνται οι Κυπραίοι όπου τους έσιεις.

Η μέρα τ' Αποστόλ' Αντρέα ήτουν την Πέμπτην αλλά δαμέσα, επειδή ούλλοι δουλεύκουμεν τες καθημερινές, το παναΰριν κάμνουν το την πιο πάνω Κυριακήν. Εποφάσισα τζι εγιώ να πάω νε την κοτζιάκαρη μου στη χάρην Του. Επιάσαμεν το τρένον τζι εκατεβήκαμεν στο Σίτι. Που τζαμαί επιάσαμεν άλλον τρένον τζι επήρεν μας στο Σάνσιαϊν. Ποτζεί-ποδά ήβραμεν την στράταν τζι επήαμεν στην εκκλησιάν.

Εμπήκαμεν μέσα, άψαμεν το τζερί μας, επροσκυνήσαμεν, ακούσαμεν την λουτουρκάν τζι ύστερα εφκήκαμεν έξω στην αυλήν να δούμεν το παναΰριν τζιαι κανέναν Κυπραίον. Είπα, "κανέναν Κυπραίον", αμμά είσιεν καμμιάν δεκαρκάν σιηλλιάες.

Ετσι σαν εγυρίζαμεν τζι εθωρούσαμεν τα παναϋρκώτικα, κάθε λλίον άκουα τ' όνομα μου:

-"Γεια σου, κουμπάρε Χωρκάτη, Ηνταμ που κάμνεις; Είσαι καλά; Χρόνια τζιαι ζαμάνια να σε δούμεν. Πως παν οι δουλειές;"

Εγιώ, απάντουν στερεότυπα:

-"Καλά, δόξα σοι ο Θεός. Εσού πως πάεις;"

Εσυνεχίσαμεν την βόλταν μας για κάμποσην ώραν. Πιστεύκετε το πως είδα αθθρώπους που είσιεν πάνω που δέκα χρόνια να τους δω; Ακόμα, είδα αθθρώπους που τους έξερα που την Κύπρον τζι εν τους εξαναείδα που τότες.

Μια γνωστή μου, που την ήβρα τυχαία στο παναΰριν, είπε μου πως ήβρεν μιαν φιλενάδαν της, που είσιεν να την δει που τον τζαιρόν που επηαίνναν σκολείον. Τωρά, εν τζι οι δκυο γεναίτζες παντρεμένες με κοπελλούθκια. Χαζίριν να μεν καταλάβει η μια την άλλην.

Ετσι σαν εγυρίζαμεν, έδωκα πας τον φίλον μου τον Αντρέαν που εγιόρταζεν. Αμαν με είδεν, επιάσαν τον τα φουαρταλλίκκια.

-"Φίλε μου, ελάτε να σας τζεράσω".

Επήρεν μας τζι ετζέρασεν μας σουβλάκια, λοκμάδες, μαχαλλεπίν τζι έναν σωρόν άλλα πράματα.

Τζείνον που μου έκαμεν μεγάλην εντύπωσην είναι ότι, ούλλα τα μέλη της Επιτροπής της εκκλησιάς είχαν το πόστον τους. Εδουλεύκαν ούλλοι, που τον Πρόεδρον ως τον τελευταίον. Ακόμη τζιαι αθθρώποι που έννεν μες την Επιτροπήν εδουλεύκαν σαν τους μαύρους για να πετύχει το παναΰριν. Τούτοι εν οι εθελοντές. Πράβο τους!

Λλίον ύστερα που το μεσομέριν, ο κόσμος άρκεψεν να φεύκει. Λαλεί μου ο φίλος μου ο Αντρέας:

-"Πάσιν στο Μπάκους Μαρς. Πάμεν τζι εμείς;"

-"Ηνταμ πον να κάμουμεν", λαλώ του.

-"Να πα να φάμεν οφτόν τζιαι σούβλαν".

-"Τζι εν πάμεν, αφού εν έτσι;"

Επήαμεν με τ' αυτοκίνητον του. Αν κάτσω να σας πω ήνταμ που γίνηκεν στο Μπάκους Μαρς εννά με κατσάρει ο αρχισυντάχτης της εφημερίας γιατί εννά πιάσω τον τόπον ούλλον. Εναν μόνον πράμαν εννά σας πω. Ηβρα έναν σωρόν Αντρέηες που εθέλαν ούλλοι να μου τζεράσουν. Εν εμπόρουν, φυσικά, να τους ευκαριστήσω ούλους, αμμά τους παραπάνω ευκαρίστησα τους.

Ασσέν καλά τζιαι καθεχρονικόν ν' αξιώννουνται.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

11.12. 78

 TOP OF THE PAGE*

66



Το Πάσκαν τους σιοίρους

 

Κοντεύκουν οι μέρες, που οι χρισκιανοί ούλου του κόσμου εννά γιορτάσουν την γέννησην του γιου του Θεού. Τα Χριστούγεννα εν μια που τες μεγαλλίττερες γιορτές της πίστης μας. Ούλος ο κόσμος ετοιμάζεται να τη γιορτάσει όσον πιο καλά μπορεί.

Οι Αφστραλοί θεωρούν τα Χριστούγεννα την πιο σπουδαίαν τους γιορτήν. Εχουν το άσσιημον να μεν δώκουν δώρα την ημέραν τούτην. Ετσι βρίσκουν την ευκαιρίαν τζιαι τα μαχαζιά να κάμουν χρυσές δουλειές, Μιτσιοί-μιάλοι εννά δώκουν δώρα στους συγγενείς, τους γνωστούς τζιαι τους φίλους τους τζιαι προ παντός στα μωρά. Εμείς οι Κυπραίοι τα δώρα διούμεν τα τ' Αη Βασιλιού.

Τωρά, που κοντεύκει τούτ' η άγια μέρα,  που σάζουμαι τζι εγιώ να τη γιορτάσω όπως ούλος ο κόσμος, ο νους μου πάει πίσω στα παλιά, τον τζαιρόν πούμουν κοπελλούϊν.

Αθθυμούμαι χαρές που κάμναμεν άμαν εβαώνναν τα σκολεία, τζιαι είχαμεν όλον τον τζαιρόν μπροστά μας, ενεκατωννούμαστιν μες τα πόθκια τους μεγάλους που εκάμναν τες προετοιμασίες, μέρες πριν την ημέραν της γιορτής, για να βοηθήσουμεν τάχα.

Η μεγαλλίτερη μας χαρά, εμάς των κοπελλουθκιών, ήταν νάμαστιν τζαμαί κοντά που εσφάζαν τους σιοίρους. Ηταν συνήθεια τότε, κάθε οικογένεια να νηώννει έναν σιοίρον τζιαι να τον σφάζει τες παραμονές των Χριστουγέννων. Εν για τούτον που ένας φίλος μου έφκαλεν τα Χριστούγεννα "το Πάσκαν τους σιοίρους" για να ξεχωρίζει, όπως ισχυρίζεται που το "Πάσκαν των φλαούνων" δηλαδή την Ανάστασην.

Γιατί τζιαι που λαλείτε, εσυνάουνταν οι συγγενείς τζιαι οι φίλοι στο σπίτιν που ήταν να σφαχτεί ο σιοίρος για να δώκουν ένα σιέριν. Ηταν πάντα τζιαι ο "μάστρος¨, τζείνος πώξερεν νάκκον παραπάνω που τους άλλους την τέχνην του κασάπη τζι εδίαν διαταγές.

Πρώτα επιάνναν τον σιοίρον ούλλοι μαζίν τζι εβάλλαν τον χαμαί. Εκρατούσαν του τα πόθκια του, τα ομπροστινά τζιαι τα πισινά, άλλοι την τζοιλιάν του για να μεν ταράσσει τζιαι ο μάστρος με την μασιαίραν έκοφκεν του την κκελλέν του σιοιρινά. Υστερα έφερνεν η νοικοτζυρά νερόν βραστόν για να τον ξητρισιάσουν. Επιάνναν ούλοι που μιαν σιοιρόπετραν τζι αρκέφκαν το τρίψιμον. Αμαν εκαθάριζεν το πετσίν του που τες τρίσιες, επλυννίσκαν τον τζι άρκεφκεν το ξιλάρτισμαν. Εφκάλλαν την πετσιάν τζιαι οι γεναίτζες εκάμναν τιτσιρίες.

Υστερα εξεκίναν η "επιστημονική διαδικασία". Ο μάστρος εμοίραζεν τον σιοίρον στα δκυο, έφκαλλεν τα βλαντζιά του τζι εκατακομμάθκιαζεν τον. Τα λαβέζια ήταν έτοιμα για να κάμουν τα παστά τζιαι να τα κουμνιάσουν.

Εμείς οι μιτσιοί εκαρτερούσαμεν  την ώραν που ήταν να φκάλει τη φούσκαν του σιοίρου. Επιάνναμεν την, εφουσκώνναμεν την τζι επηαίνναμεν βουρητοί μες τ' αλώνια να παίξουμεν μάππαν. Την ώραν που εμείς επαίζαμεν, η παρέα τους μεγάλους έριφκεν το στο φαΐν τζιαι το πιοτίν. Ετηανίζαν το βλαντζίν, εβάλλαν τιτσιρίες σαρτζιερές τζιαι άλλα μεζεκλίκκια τζιαι αννοίαν το πιθάριν που το κρασίν. Ετρώαν τζι επίνναν ως το βούττημαν του ήλιου. Την άλλην ημέραν επηαίνναν σε άλλο σπίτιν για να σφάξουν το σιοίρον του. Τζιαι η ιστορία επαναλαμβάνετουν.

Εναν άλλον πράμαν που μας άρεσκεν πολλά τούντες ημέρες ήταν να παρακολουθούμεν το ζύμωμαν των ψουμιών τζιαι των κουλλουρκών. Τζιαι ύστερα, φυσικά, το φούρνισμαν. Εν θα ξηχάσω την μακαρίτισσαν την μάνα μου, που άμα μας εθώρεν μες τα πόθκια της, έβαλλεν μας τες φωνές:

-"Ατε, ρε, φύετε. Πηαίννετε να παίξετε. Φύετε που μες τα πόθκια μου. Αν εφελούσετε ήταν να πα να χαθείτε".

Εμείς, όμως, που ν' ακούσουμεν. Εκαρτερούσαμεν να φάμεν κουλλούρι βραστόν.

Πόσα τζιαι πόσα εν εκάμναμεν ώσπου νάρτει η μεγάλη μέρα, να παίξουν οι καμπάνες για να μας πουν ότι εγεννήθηκεν ο Χριστός. Εβάλλαμεν τα καλά μας τζι επηαίνναμεν ούλοι στην εκκλησιάν.

Για μας τους μιτσιούς, η πιο μεγάλη γιορτή ήταν τ' Αη Βασιλιού, δηλαδή η Πρωτοχρονιά. Επρεπεν ο καθένας να "παννίσει" κάτι. Αλλος παπούστια, άλλος ρούχα τζιαι να πάμεν καπαρτιστοί στην εκκλησιάν.Αμαν ετέλειωνεν η λουτουρκά εκάμναμεν το παναΰριν μας το μεγάλον.

Εγυρίζαμεν το χωρκόν, όπου είχαμεν συγγενείς, για να τους πούμεν "Καλόν Νέον Ετος τζιαι Χρόνια Πολλά" τζιαι να μας δώκουν την πουλουστρένα μας.Τα πιο πολλά εδίαν τα ο τατάς τζιαι η νούννα. Εσυνάαμεν τες μπακκιρούες τζιαι τα τριαρούθκια τζι εγελούσαν τζιαι τ' αφκιά μας. Γιατί μόνον κάθε Πρωτοχρονιάν εθωρούσαμεν ριάλια μες την πούγκα μας. Εννεν σαν τωρά που οι ροκόλοι εν κάθε μέρα φορτωμένοι  ριάλια.

Νομίζω πως αρκετά σας εζάλισα με τες φλυαρίες μου για τους παλιούς καλούς τζαιρούς. Σήμμερα ζιούμεν στην Αφστράλιαν τζιαι τζείνες οι παλιές συνήθειες έχουν μείνει μανιχά σαν αναμνήσεις.

Την άλλη Δευτέραν εννά γιορτάσουμεν, δαμέσα στην ξενηθκειάν που ζιούμεν, τα Χριστούγεννα. Ο καθένας μας με την οικογένειαν του, τους συγγενείς τζια τους φίλους του εννά κάμει Χριστούγεννα σύφφωνα με τες συνήθειες του τόπου τούτου.Εννά γινούν διασκεδάσεις, εννά φάμεν τζιαι να πιούμεν.

Σε ούλους σας μιαν παραντζελιάν έχω να δώσω. Προσέχετε το πιοτί σας. Μεν πίννετε παραπάνω που το κανονικόν, προ παντός αν οδηγάτε αυτοκίνητον γιατί η αστυνομία τζηνυά τους μεθυσμένους. Τωρά τες γιορτές, σε κάθε καντούνιν εν νάσιει τζι έναν ζαφτιέν. Εν θέλω να πάθετε ότι έπαθεν ένας καλός μου φίλος - γνωστός μες την Κυπριακήν παροικίαν - που τον επιάσαν μεθυσμένον τζι επήραν του την άδειαν. Τωρά παρακαλεί τον έναν τζιαι τον άλλον να τον πάρουν τζει που θέλει να πάει.

Επειδή τα Χριστούγεννα τζιαι η Πρωτοχρονιά φέτι ππέφτουν Δευτέραν, την ημέραν που φκαίννει ο Νέος Κόσμος, η εφημερία εν θα κυκλοφορήσει. Σήμμερα, λοιπόν,εν η τελευταία μου μέρα για το 1978.  Ωσπου να ξαναβρεθούμεν εννά μπει το 1979.

Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, τζι ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος.

Τζιαι με τον νου σας!

 

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

18.12.78

7. `  
TOP OF THE PAGE*


 




γράφει ο Χάρης Σιαμαρής

 
ΧAρης Σιαμαρης

 

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info