Στη
δεκαετία
του ’50
δούλευα σ’
ένα χωριό
στα railways
με ένα άλλο
παλικάρι
Έλληνα.
Μια
Παρασκευή
βράδυ, μας
ήρθε ένας
λεβέντης,
Έλληνας
και αυτός,
όμορφος,
ψηλός,
μέχρι εκεί
πάνω, να
πιάσει
δουλειά.
Πρώτα
φάγαμε και
μετά
ξαπλώσαμε
επάνω στις
καινούργιες
τραβέρσες
να
συζητήσουμε
με τον
νεοφερμένο.
Μας
είπε πως
ήρθε από το
Σύδνεϊ,
ήταν
άνεργος
καιρό,
παλάβωσε
να
τεμπελιάζει,
δανείστηκε
λεφτά με
κάποιον
άλλον και
πήγαν στο Queensland
να
δουλέψουν
στο
ζαχαροκάλαμο,
εκεί έχουν
δουλειές,
τους είπαν,
πληρώνουν
καλά. Το
αποφάσισαν,
αλλά ήταν
λίγο αργά,
το
ζαχαροκάλαμο
είχε
σχεδόν
τελειώσει.
Δούλεψαν
λίγον
καιρό και
μετά πάλι
άνεργοι.
Δεν
ήθελαν να
πάνε πίσω
στο Σύδνεϊ,
χρώσταγαν
λεφτά.
-Αλλά,
πρόσθεσε,
εκεί πάνω ο
κόσμος
είναι όλος
τρελός, και
ο φίλος μου
πιο τρελός
από όλους,
δε θέλω να
ξαναπάω.
Ήρθε στη
Μελβούρνη
και εκεί
στη Lonsdale street τον
πλησίασε
κάποιος
που έκανε
και τον
διερμηνέα,
και του
είπε πως
ζητάνε στα
railways
εργάτες
για έξω,
αλλά για να
τον πάει
στα
γραφεία
και να του
συμπληρώσει
τη φόρμα
ήθελε δέκα
λίρες,
πράγμα που
έκανε και
νάτα μας.
-Πόσα
παίρνετε
εδώ ρε
παιδιά, μας
ρώτησε. -Έξι
λίρες, του
είπαμε, και
εγώ στο
ζαχαροκάλαμο
έπαιρνα 30-40
μας είπε. -Εσείς
εδώ,
παίρνετε
πενταροδεκάρες.
Φουκαράδες!
Ήταν
καλοκαίρι
καιρός και
όπως
είμαστε
ξαπλωμένοι,
τα
κουνούπια
ήσαν σωστό
μαρτύριο.
-Πάμε
μέσα, του
είπαμε, μας
ακολούθησε,
ανεβήκαμε
στο βαγόνι.
Πετάει
τη βαλίτσα
πάνω στο
κρεβάτι με
το
αχυρένιο
στρώμα και
βγαίνει
έξω. Και
ξαναξάπλωσε
πάνω στις
τραβέρσες. -Δεν
είναι καλά
το παιδί,
είπα στον
δικό μου. -Το
βλέπω, μου
απάντησε.
Την άλλη
μέρα τον
είχαν
κατακρεουργήσει
τα
κουνούπια.
Σαββατόβραδο
πάλι
ξαπλωμένοι
έξω, μας
είπε να του
δανείσουμε
λεφτά, να
πάει στην
Τασμάνια
που
γίνονται
μεγάλα
έργα. -Για
πόσα λεφτά
μιλάς, τον
ρώτησα. -Καμιά
εκατοστή
λίρες,
πιστεύω θα
με φτάνουν,
μου
απάντησε.
-Δηλαδή
ψιλοπράγματα,
του είπα.
Δυστυχώς,
δεν
υπάρχουν.
Ανεβήκαμε
στο βαγόνι,
αυτός
πέταξε τη
βαλίτσα
του κάτω,
και
ξάπλωσε
όπως ήταν
στο
κρεβάτι.
Σε
λίγο
άρχισε να
μουγκρίζει,
τον
πλησίασα
και τον
ρώτησα, αν
είναι καλά.
Πετάχτηκε
απάνω και
χωρίς να
απαντήσει
πήρε τη
βαλίτσα
του και
χάθηκε
μέσα στη
νύχτα. Που
να πήγε;
Τότε πολλά
παιδιά
είχαν
τρελαθεί
από μεγάλη
απελπισία.
Που να πήγε;;
Τι ν’
απόγινε;;
Βασίλης
Καλαντζής
Reproduced with the permission
O
Logos December 2007/20thEdition