ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            





ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ

 


Από τον καιρό που χάσαμε τον πατέρα μου η μητέρα μου το ήξερε πως θα  έπαιρνα τη θέση του στο χωριό.

-Δεν θα το κάνεις, μονολογούσε.

-Θα το κάνω, απαντούσα.

Για μια κοπέλα το να πάει στην Αρένα και να υποστεί ταπείνωση ήταν κατόρθωμα.

-Δεν θα το κάνεις, μου έλεγε.

-Το χρωστώ στον εαυτό μου, μάνα.

Η Αρένα δεν ήταν για αθλήματα. Σαν αμφιθέατρο έμοιαζε. Μικρό κι απόμακρο. Παλιά είχανε λίγους ταύρους στο χωριό και κάθε μήνα οι πιο γενναίοι βρίσκονταν στα κόκκινα, ξερά της χώματα κι έπαιζαν μ ένα θάνατο αλλιώτικο. Θάνατο ταπείνωσης. Αφότου σκοτώθηκε ένας συγχωριανός μας την πήρε ένας κοντοχωριανός και την έκανε ταβέρνα. Μεθούσε ο καθένας με πιοτό δόξας, κι ας ήταν κερασμένο, κι ας ήταν ξινισμένο. Μια μέθη που ζητούσαν τα κουρασμένα πνεύματα.

Κάθε Δευτέρα του Αυγούστου, στις πέντε το απόγεμα, η Αρένα διασκεδάζει τον λίγο κόσμο του χωριού. Το φεγγάρι βγαίνει νωρίς και τις μέρες που είναι γεμάτο δεν μπορείς να κρύψεις ούτε υπαινιγμό ούτε υπεροψία.

Μετριούνται στα δάχτυλα οι Χωματιανοί. Ορισμένοι έχουν την καταγωγή τους σε μια ομάδα που κατέβηκε παλιά από τα βουνά και τις συγγενικές λίμνες και περνούσε τους δύσκολους μήνες του χειμώνα στο Χώμα. Όμορφοι άνθρωποι μα σαν περνούσαν τα χρόνια, και το χωριό τους είχε πνιγεί στα χιόνια, ήρθαν και ρίζωσαν στο δικό μας. Δεν τους άρεσε πως τους φιλοξενήσαμε. Γιατί είναι πιο δύσκολο το να δεχτείς από το να δώσεις. Θέλανε να τα βάζουν με τους παλιούς που είχαν όνομα φυτεμένο, ριζωμένο στο Χώμα. Δουλευταράδες ήταν οι φιλοξενούμενοι, και καλόκαρδοι οι πιο πολλοί, μ αυτοί οι λίγοι, οι τσενγκένηδες, θέλανε άλλο από χρήμα, θέλανε το όνομα των αρχονταραίων και αυθεντών. Ας το αποκτούσαν! Έτσι, οι θρασείς, που βιάζονταν για δόξες και τέτοια γίνανε αλαζόνες, ρισκαδόροι και ψεύτες, ανήθικα με λίγα λόγια στόματα.

Θα πρέπει να υπήρχε στο χωρίο, η Αρένα, από τα παλιά χρόνια. Στην περιοχή πολλά ονόματα παρέμειναν λατινικά και ίσως να ήταν με το πέρασμα των Ρωμαίων στο νησί, μα ποτέ κανείς δεν θέλησε να μάθει πώς και γιατί από τα λίγα απομεινάρια που μας έμειναν η Αρένα ήτα το πιο συζητημένο. Μαζεύονταν όσοι είχαν να πουν κάτι, αυτό το κάτι που συχνά κατέληγε σε επιθέσεις, από καλά οχυρωμένα παράπονα που βρίσκαν τρόπο να ξεφύγουν από τα στήθη. Διαφορές για το τίποτε, αν είχε ή όχι κάποιος κληρονομήσει, παλιές υποθέσεις που έμεναν αδίκαστες, πάθητα, απομεινάρια ανθρώπινων δεινών, όλα εκεί κατέληγαν. Κάτι σαν εφημερίδα. Κάτι σαν συναγωνισμός. Σαν δικαστήριο χωρίς δικηγόρο, κι όποιος ήταν πιο τραχύς κέρδιζε, με τους συνηγόρους του. Κι όλοι στο τέλος φεύγαν χωρίς να λύνεται τίποτε. Κι όλοι διχασμένοι.

Αυτό το συνήθειο αφανίστηκε μετά τον πόλεμο. Τις λίγες κερκίδες που αντικατέστησαν τα καταφαγωμένα πέτρινα σκαλιά της είχαν κτίσει οι Εγγλέζοι τον καιρό του Σαράντα. Ο στρατός μαζευόταν εκεί και αυτοσχεδίαζαν ερασιτέχνες ηθοποιοί. Θα πρέπει να γίνονταν πολλά παλαιότερα,  ανατριχιαστικές σκηνές που δεν θέλει ο νους να φιλοξενήσει. Η προγιαγιά μου είχε πει στη μάνα μου, την εγγονή της, πως τα κορίτσια δεν περνούσαν ποτέ από τη δυτική πλευρά του χωριού γιατί μπορούσαν τα μαχαίρια να περπατούν τη νύχτα χωρίς να τα κρατάει κανείς.  Τίποτε το φιλόξενο. Και όλα τα υπόλοιπα προκλητικά. Γιατί στην Αρένα μέχρι τα χρόνια μας ο χώρος παρέμεινε για ν ακούγονται φωνές, γιουχαΐσματα, αλαλαγμοί και κομπορρημοσύνες. Φωνές άγριες που αντικατέστησαν τα παλιότερα μαχαίρια που σηκώνονται και περπατούν το βράδυ χωρίς να τα κρατάει κανένας. Εδώ οι φωνές είχαν όνομα, σε μαχαίρωναν μπροστά σε όλους, και κανένας δεν μπορούσε να κάνει τίποτε από το να δεχτεί το μαχαίρωμα, φτάνει να το κόταγε. Το παράξενο αυτό άθλημα κατέληγε πάντα σε διχόνοιες. Στα δυο καφενεία του χωριού πολλοί από τους συχωριανούς δεν μιλιόντουσαν από τ αστεία παιχνίδια που παίζονταν εκεί κάθε Αύγουστο.

Δεν ήταν στις κερκίδες που συνέβαιναν όλα. Εκεί ήταν όλοι με τον καλύτερό τους εαυτό. Αλλά αν αποφάσιζες να μπεις στην αυγουστιάτικη Αρένα, εκεί που όλοι σε άκουγαν να πεις μιαν αλήθεια αντίθετη με όσα περιμένει η αφεντιά τους... θα βρισκόσουνα στη μπούκα. Κανένας δεν θέλει όποιον αφαιρεί αθανασία για χάρη της ανόητης, όπως τη λέγαν, αρετής.

Τις μέρες μας, εδώ και τριάντα χρόνια, η Αρένα απέκτησε τη φήμη ενός χώρου λεβεντοσύνης, όπου ο τολμών, και σε ανήκουστες περιπτώσεις η τολμούσα, κατέληγε στο κέντρο σαν ταύρος που περιμένει να καρσιλατιστεί με όσους θέλουν να κρύψουν κάτι, κάτι που θα ξετρυπωνόταν κάποτε, όταν θα το μπορούσαν οι ήρωες. Ερχόντουσαν κι από άλλα χωριά να παρακολουθήσουν το ξέσχισμα της λογομαχίας που τελικά ούτε σε μάχη ολοκληρωνόταν. Ήταν ακαριαία τα κτυπήματα των λέξεων. Ή σε αφάνιζαν ή σε ξέγραφαν ή ακόμα σε κάνανε τελικά τον ήρωα της βραδιάς. Και το χωριό, το Χώμα,  μικρό ήταν. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζαμε. Όλοι στην ίδια εκκλησιά και στο ίδιο προαύλιο μοιράζαμε τα κόλλυβα των πεθαμένων μας.  Ερχόντουσαν από μακριά, και πολλοί γελούσαν με το θέαμα, γιατί για να πληρώσει κανείς το ακριβό εισιτήριο της εισόδου στον κύκλο αυτό της δύναμης και της  ταπείνωσης ταυτόχρονα έπρεπε να υπάρχει κι ένα είδος διασκέδασης.

Η μάνα μου φοβόταν πως θα το κατάφερνα κάποτε, κι όπως έλεγε, όποιος τα καταφέρνει στην Αρένα ή μένει μόνος του ή αποκτά μια φήμη.

-Θέλω να μου κάνεις κάποτε τα μνημόσυνά μου. Να μη φοβάσαι να ξεμυτίσεις από το σπίτι.

-Θα σου τα κάνω, απαντούσα κτυπώντας ξύλο.

Ο πατέρας μου τη χωράτευε.

-Λες ότι αγαπάς την αλήθεια, κι όλοι το ξέρουμε. Μα έχει κάτι μεγαλύτερο. Να εξευτελιστείς γι αυτήν! Το μπορείς;

-Γιατί να το κάνω, έλεγε η αγχίνοιά της . Η αλήθεια σάματις εξευτελίστηκε ποτέ για κανέναν;

Η μάνα μου ήταν πρακτική. Και συνέχιζε κοφτά:

-Δεν το ήξερα πως για να πεις μιαν αλήθεια πρέπει να χάσεις και τους φίλους σου. 

Πως θα κατέβαινα στην αρένα να πω κάτι αντίθετο για έναν απ αυτούς τους μασκαράδες που θέλαν άδικο προσκύνημα το είχα αποφασίσει. Έτρεμε η μάνα μου, γιατί είχε περάσει την ίδια αγωνία με τον πατέρα μου. Τον έγαφε η τόλμη του.  Ήθελε μια ζωή να κατέβει να τον ξεσχίσουν οι φαύλοι, να τον ταπεινώσουν.  Μα να πει την αλήθεια που έβλεπε. Μέρες στο προσκεφάλι του μετά από αυτό που είχε κατορθώσει τού περιποιότανε τον υψηλό πυρετό του, ένα πυρετό που δεν έπεφτε.

-Δεν είναι αρρώστια έλεγε. Είναι πυρετός μιας μικρής νίκης. Όταν κερδίσεις τη μικρή δεν σε φοβίζει η μάχη για τη μεγάλη.

Της είχα υποσχεθεί πως κάποτε θα το έκανα. Το ήξερε. Το ήξερε κι ένας γέρος με άσπρη γενειάδα που με είδε τον προηγούμενο χρόνο να κάθομαι με χαμηλωμένο σκουφάκι ιππασίας σε μια άκρη των χαμηλών κερκίδων. Θα είδε μια σπίθα ανάγκης να συναγωνιστώ, να νικήσω με κάποια ηθική αμοιβή την ταπείνωσή μου από τους υπερόπτες Χωματιανούς. Σαν αμαρτία με τραβούσε ο συναγωνισμός να βγω να πω κάτι σωστό που θα υπέγραφαν όλοι εκτός από αυτούς τους δυνατούς που ζητούσαν σάρκα ξένη, σεμνή υπόσταση να ζήσουν και να τραφούν. Το ήθελα, το ήθελα όσο τίποτ άλλο. 

Η μάνα μου πριν φύγω μου πέρασε ένα παλιό κολιέ της στο λαιμό.

-Πάει με τα ρούχα σου, είπε. Είναι όμως ψεύτικο. Το πήρα από το πανηγύρι του Αγίου Ρηγίνου.

Διάλεξα τη Δευτέρα που θα κατέβαινα. Ήμουν ήρεμη αλλά μ ασχήμαινε ο φόβος. Πώς θα μπορούσα ν αποκτήσω την ασυλία που απέκτησαν χρόνια τώρα οι φωνακλάδες της Αρένας;

Ο γέρος με την άσπρη γενειάδα, εκεί, μου είχε υποδείξει από την προηγούμενη φορά ποιος απ όλους στο χωριό χωλαίνει την αλήθεια. Καθόταν χαμηλά, με χέρια σταυρωμένα. Είχα ρωτήσει κι είχα μάθει πολλά για λόγου του. Αν το έκανα θα μ έτρωγαν ζωντανή οι δικοί του. Δεν υπήρχε τρόπος να βγω από την Αρένα παρά μόνο από ψηλά, από τις κερκίδες της. Εκεί που θα κάθονταν οι συμμορίτες του ...εναγόμενου.

Ήταν εκεί κι ο γέρος. Με αναγνώρισε, παρότι φορούσα το χαμηλό μου κασκέτο. Μου έδειξε  τον άντρα με τα μάτια. Πετάχτηκα αμέσως στην Αρένα. 

Πολύ αργά για ν αποσυρθώ. Έπρεπε να πω μια λέξη, τη λέξη ψεύτης και την είπα. Την είπα καθαρά. Είσαι ψεύτης, είπα δεν είσαι αυτό που δηλώνεις. Ακούστηκε ένας βρυχηθμός μετά. 

-Συχωριανοί, συνέχισα. Ο Λευτέρης ο Κούσουλος δεν ήταν ποτέ ήρωας, ούτε και η οικογένεια του. Ποτέ δεν έκανε τα ανδραγαθήματα που λέει. Καμιά ιστορία δεν το γράφει. Κανένας δεν το αναγνωρίζει, μόνο κάτι δικοί του εδώ που τρων και πίνουν από την τσέπη του. Δεν είναι καλός για δήμαρχος. Να τον ψηφίσουμε; Ναι, μα πρέπει να μας πει αυτό που είναι, όποιο κι αν είναι.

Έπρεπε ν ανέβω τις κερκίδες. Κι εκεί με περίμενε η συμμορία. Τα λόγια από χαμηλά ξέσχιζαν τον αέρα, σαν στο στόμιο ηφαιστείου, λάβα να χυθεί, τα σημάδια της ήττας μου φανερά. Ο κόσμος γιουχάιζε. Ήμουν μόνη. Με μισά ρούχα κατόρθωσα να βγω, στάζοντας μια ζωή ολόκληρη απ όσα μου έμειναν, με τα μάτια στη γη... Με κυνηγούσαν οι λέξεις τους, μ έτρεχαν με ξύλα κι οι τόνοι τους...με χαράκωναν στα χαρακώματα...κι έτρεχα πού, έτρεχα κάπου, εκεί που αποκτάς ελευθερία. Εκεί που η φοβέρα δεν περνά, που όταν πεθαίνεις δεν φοβάσαι, που βρίσκεις κάθε μέρα τον πατέρα σου, που βρίσκεις κάθε μέρα τρόπο να βλέπεις καθαρά, μακριά από κερκίδες.

Κι ας ήταν Αύγουστος. Μ έψαξαν να μ εξοντώσουν ή να με αγιάσουν, μέχρι το χάραμα. Μέσα στο φως δεν με διέκριναν. Βρέθηκα σπίτι το πουρνό, κι όλα πάνω μου σωστά. Όλα, μα έλειπε το ψεύτικο περιλαίμιο. Το είχα σπάσει στις κερκίδες για να τους καθυστερήσω. Ποτέ δε με ρώτησε η μάνα μου τι το έκανα. Θα ξυπνούσα αργά και ίσως, σκεφτόμουν, να έβρισκα στους καφενέδες, το άλλο πρωί, τον κόσμο να μιλάει και να κερνάει ο ένας τον άλλον την καλή του καρδιά. 

Και τους βρήκα. Και μ έκαναν ηρώισσα. Κι από τότε, κάθε βράδυ σχεδόν σκέφτομαι πριν κοιμηθώ πως δεν είμαι πολύ αλλιώτικη από τους συμμορίτες του Κούσουλου. Πως είμαι κι εγώ για δόξα και νίκη, μια νίκη που δεν πρέπει να δίνει στον έναν αλλά σ όλους.  Και ίσως να μη ζω για να δω τι στο καλό κατόρθωσα στην Αρένα εκείνη τη μέρα του Αυγούστου. Γιατί ψηφίστηκε ο Κούσουλος κι είδε χαϊρι το χωριό. Μα εγώ, μα εμένα ο τίτλος της ηρώισσας που μου έφτανε, μου περισσεύει   τώρα  μ αφήνει μόνη, μ αφήνει άδεια. Μ αφήνει Αρένα που μένει κλειστή έντεκα μήνες το χρόνο.  Κανένας δεν θέλει όποιον αφαιρεί αθανασία για χάρη μιας ανόητης, όπως τη λέγαν, αρετής. Αυτός είναι νόμος στο Χώμα, μας τονε φέραν πέρα από τα όρη. Κι εγώ, εγώ δεν θέλω πια ένα εαυτό που καταδέχτηκε να πάρει κάτι, ένα τίτλο έστω, από μιαν απλή αλήθεια που ειπώθηκε. Θέλω ν αλλάζω αθόρυβα τους νόμους. 

Μα δεν το θέλω, δεν το επιθυμώ ούτε και το δίκιο το προσκύνημα.                  

 

 

Έρμα Βασιλείου

 

ακαδημαϊκός, συγγραφέας

 

 

 
 


 



1
Eρμα Βασιλείου
μεταδιδακτορική ερευνήτρια
Australian National  University

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΡΜΑ      erma.vassiliou@anu.edu.au  
 

 

 

 

 

 

 

 
Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info