|
Κάθε φορά που σκέφτομαι
«Τσίρκο», αναρωτιέμαι πώς τα
καταφέρνουν οι άνθρωποί του κι αντέχουν
τον φόρτο της εργασίας που απαιτούν το
στήσιμο και το λύσιμο... που αρχίζει και
τελειώνει... και ύστερα «φτου» κι απ’
την αρχή. Όσο για τους κινδύνους των
καλλιτεχνών-ακροβατών, κι εκείνων των
γητευτών των ζώων... κανένα σχόλιο!..
Η ιστορία μας αγγίζει
τα νεύρα της υπομονής και της
ανεκτικότητας, εξαιτίας των συνεπειών
όπως αυτές σκιαγραφούνται ένεκα της
αδυναμίας του συνανθρώπου και της
ασυδοσίας του!..
Οι χαρακτήρες που μας
απασχολούν σ’ αυτή την ιστορία,
χρειάζονται μία σύσταση εδώ... έτσι απλά
-όπως δηλαδή αναφέρονται στη συνέχεια-
μόνο και μόνο για να μη μπερδευόμαστε
στην εξέλιξη της νουβέλας τελικά...
Μπάρρυ Γουώλτερς
διευθυντής του Τσίρκου
Megaplex
Φιλίππα
σύζυγος του Μπάρρυ
Τζόουνς
ο
γιατρός του Τσίρκου
Leo
Συντονιστής του προγράμματος του Τσίρκου
Τζίνο
επικεφαλής του
συνεργείου του Τσίρκου και όταν
χρειάζεται εκτελεί και καθήκοντα
φύλακα.
Ρίτσι
φύλακας
Μαρίνος
»
Άννα Λίζα-Rosy
Ακροβάτρια
Βερόνικα
»
Λουσίντα
»
Μαριόν
»
Ροζάριο
ακροβάτης
Άλντο
ακροβάτης
Λολίτα
ακροβάτρια ιππεύτρια
Vero
κλάουν
Nimo
»
Leanne
opera signer
Μπρούνο
»
Ρεβέκκα
»
Symphonic
Manager
Care taker-Φροντιστής
Λούκας
Αστυνόμος
Κέλλυ
Ντεντέκτιβ
Η ιστορία
μας...
Ο Λίο είχε
όπως πάντα την επίβλεψη και τον
συγχρονισμό όλων των ενεργειών για την
καλή λειτουργία του Τσίρκου. Ανέκαθεν
ήταν ο συντονιστής. Συνεργαζόταν
απόλυτα αρμονικά με τον Διευθυντή του Μegaplex,
Μπάρρυ. Μία συνεργασία χρόνων, κάτι σαν
δύο σώματα, μία ψυχή! Δεν τον πείραζε
κάποτε να κάνει και τον φύλακα, ‘σαν από
χατίρι για τον Μπάρρυ’, αναπληρώνοντας
έναν απόντα, της δουλειάς αυτής.
Είχε πάρει περισσότερο από
μία εβδομάδα να ‘διαλύσουν’ το φημισμένο
Τσίρκο, μετά από την τελευταία παράσταση
στο Παρίσι και τώρα στο Σύδνεϋ,
χρειαζόταν τουλάχιστον άλλη μία
εβδομάδα εντατικής εργασίας για να το
‘ξανασκαρώσουν’, να το στήσουν.
Ταξίδευαν σε χώρες όπου το
Τσίρκο είχε δυνατότητες καλών
εισπράξεων. Τα έξοδα ήταν τρομερά
μεγάλα και χρειαζόταν η προσέλευση
χιλιάδων θεατών στις παραστάσεις τους
ώστε να μπορούν να ανταπεξέρχονται στις
οικονομικές απαιτήσεις του οργανισμού
τους.
Το Σύδνεϋ, η
μαγική πολιτεία του Νότου είχε την
ικανότητα να προσφέρει τα αντίδωρα στην
αντίστοιχη προσφορά του τσίρκου: το
entertainment
νεύρων. Ήταν χωρίς αμφιβολία μία πολύ
σοβαρή υπόθεση. Δεν επρόκειτο απλά για
όργανο παροχής διασκέδασης -σ’ αυτό
ειδικά το Τσίρκο- αλλά για μία μεγάλη
επιχείρηση όπου οι παράγοντες, οι
συντελεστές και τα υλικά (και η ελάχιστη
ασήμαντη βίδα, μία συνηθισμένη τροχαλία
θα μπορούσαν να αποβούν πηγή ανωμαλίας
για να μην πούμε συμφοράς) κυριολεκτικά
τα πάντα, λειτουργούσαν σαν ωρολόγι,
γιατί έπρεπε να λειτουργούν στους
ρυθμούς του τελικά.
Οι εργάτες με τα
μηχανήματα, με τους λοστούς, με τις
σκαπάνες και τα φτυάρια, έδιναν τη δική
τους μάχη και οι τεχνίτες ακολουθούσαν
με τις εγκαταστάσεις και τη διαρκή
συντήρησή τους. Πέρα από το τεχνικό
μέρος του στησίματος του χώρου υποδοχής,
υπήρχε η συνεχής επίβλεψη των σωληνώσεων
και των συνδέσεών τους, η παρακολούθηση
των σχοινιών των μονόζυγων, και των
δικτύων πριν και κατόπιν της χρήσης
των. Μία αμέλεια, μία παράβλεψη, μία
χαλάρωση, μία καθυστέρηση, μπορούσε να
κοστίσει τη ζωή των
ακροβατών-καλλιτεχνών τους. Ένα τέτοιο
ατύχημα εκτός του ότι ήταν ασυγχώρητο θα
μπορούσε να κοστίσει στο Τσίρκο
πανάκριβα... όχι μόνο ως προς τις
χρονοβόρες διαδικασίες στην πορεία της
δικαιοσύνης, αλλά και η απουσία του
σπάνιου καλλιτέχνη που ίσως και να είναι
ανεκπλήρωτη. Εξάλλου η ασφάλεια δεν
ήταν αρκετή να εξαλείψει από τη μνήμη
των θεατών ένα τρομακτικό ατύχημα.
Χανόταν η εμπιστοσύνη, ο ειρμός της
καλής συνεργασίας, η ευχαρίστηση της
συνεργασίας και ο οργανισμός
κηλιδωνόταν. Οι αρχές, τα ΜΜΕ και το
πλήθος φέρουν μνήμη ελέφαντος σε τέτοιες
περιπτώσεις. Ιδιαίτερα τα ΜΜΕ που στους
πρόσφατους χρόνους ενεργούν παγκόσμια
πλέον, σαν ανώτατο δικαστικό σώμα και
σπάνια στο ρόλο του αδέκαστου,
καταδικάζουν, την όποια φίρμα είναι
ανακατεμένη σε μία τέτοια περίπτωση. Τα
ερωτήματα ασφάλειας, αξιοπιστίας, το
θέμα ζωής και υγείας, των σπανίων
ακροβατών-καλλιτεχνών ταλαιπωρούν και
-όχι χωρίς λόγο-, χρεοκοπούν μία τέτοια
επιχείρηση. Να λοιπόν πώς μπορεί να
παραβλέπει κανείς πέρα από τη φήμη και
την δόξα, τον αέναο ζωντανό κίνδυνο, που
περιδιαβάζει σε κάθε πιθαμή του Τσίρκου!
Και αφού πρόκειται για έναν
ολοζώντανο οργανισμό, το άγχος είναι
παρόν σε ημερήσια γραμμή, και αναμφίβολα
στο μυαλό του Λίο αυτή ήταν η ωμή
πραγματικότητα που επισφράγιζε την
αφοσίωσή του στο καθήκον του.
Η δουλειά τους εμπεριείχε ως
ακατάλυτο στοιχείο το άγχος, αλλά είχαν
πετύχει να το προσαρτήσουν στο
ψυχολογικό τμήμα της ύπαρξής τους, ομαλά
και μαλακά, όπως γίνεται με τα γάντια.
Δεν υπήρχε τρόπος απαλλαγής από αυτό το
άγχος, καθώς ενισχυόταν με την παρουσία
του η ανάγκη της ευθύνης για το
αλάνθαστο. Ήταν ένας πόνος στο στήθος
που πλάκωνε σαν πλάκα και δεν έφευγε,
παρά μόνο όταν έκλεινε το τσίρκο για τις
ετήσιες διακοπές. Και τότε αναρωτιόνταν,
ψάχνονταν: ‘κάτι μου λείπει...κάτι μου
λείπει!’ Ήταν αξεπέραστη η γοητεία της
δόξας που αποκόμιζαν από το Τσίρκο, που
τους πότιζε και τους έκανε να το
αποζητούν, όπως άλλοι αποζητούσαν το
όπιο!
Στον τεράστιο
χώρο
που επελέγη ή μάλλον που είχε
προταθεί, εγκριθεί και τελικά είχε δοθεί
προς ενοικίαση από την τοπική διοίκηση
στο
Megaplex,
για την εγκατάστασή του και τις
παραστάσεις του, έχουν τώρα συγκεντρωθεί
όλα τα οχήματα ‘στοκαρισμένα’ με ό,τι
καλύτερο και νεότερο είχε να επιδείξει η
σύγχρονη τεχνολογία, και ανεξαιρέτως, σε
όλους τους τομείς. Το
τεχνολογικό-ηλεκτρονικό υλικό:
μικρόφωνα, μεγάφωνα, κάμερες,
βιντεοκάμερες κτλ. κτλ. όλα, μα όλα,
ήταν στη θέση τους. Το ανθρώπινο υλικό
που θα μεταμορφώσει αυτόν τον ήσυχο,
σιωπηλό χώρο, σε τεράστιο ολοζώντανο
κύτταρο, γεμάτο παλμό και πνοή, από την
πρώτη ημέρα που θα λειτουργήσει ως την
τελευταία, που θα ξαναλύσουν, τα μέλη
του ειδικού προσωπικού, τα επιμέρους
του, εκείνα από τα οποία θα σχηματιστεί
εκ νέου.... και θα ‘τα ξαναμαζέψουν’ με
στόχο ένα νέο προορισμό πάντα...
συνεχώς... και ως το τέλος... ήταν
επίσης πανέτοιμοι. Ήταν μία αέναη
επανάληψη μία συνεχόμενη πορεία, πάντα
προσεκτική στη λεπτομέρεια και εξίσου
επικίνδυνη σε κάποιους τομείς, μέχρι
απελπισίας και δακρύων...
Η Άννα Λίζα
η αγαπημένη ‘Ρόζυ’ όλων,
τεντώθηκε στο κρεβάτι της. Ήταν πολύ
ενωρίς αλλά όταν ταξίδευαν, συνέβαινε
πάντα το ίδιο: δεν μπορούσε να
ξεκουραστεί. Και σίγουρα αυτό ήταν
απαραίτητος παράγων για τη φόρμα της ως
ακροβάτριας. Κύτταξε προς το μέρος της
Βερόνικας. ‘Κύττα πώς κοιμάται! Σαν
κανένα αγγελάκι μα τω Θεώ’ σκέφτηκε με
θαυμασμό, χωρίς ίχνος ζήλειας ή άλλου
χαμηλού συναισθήματος. Την αγαπούσε τη
Βερόνικα. Ήταν το δίδυμό της το
αγαπημένο, το αχώριστο. Αχώριστη σε
σημείο υπερβολής. Για τη ‘Ρόζυ’ η
Βερόνικα ήταν το μισό του είναι της, της
ύπαρξής της.
Και η Βερόνικα αισθανόταν
κάτι ανάλογο με τη Ρόζυ, μόνο που στα
όνειρά της συμπεριλαμβανόταν κάτι
παραπάνω: να βρει ‘τον πρίγκιπά της’
όπως έλεγε, μαγεμένη ακόμη από τα
παραμύθια που τους διάβαζε η μητέρα τους
όταν ήταν παιδούλες αυτή και η δίδυμη
αδερφή της, Άννα-Λίζα ή Ρόζυ.
Ήταν πολύ
ευαίσθητη και πολύ χαριτωμένη η
Βερόνικα. Είχε κάτι πολύ γλυκό και αθώο
πάνω της. Σε ετούτο διέφερε από την
Άννα- Λίζα, με την οποία κατά τα άλλα
ήταν το πραγματικό της δίδυμο, «identical
twins»
χωρίς καμία αμφιβολία.
Για τις δύο πανέμορφες
καστανομάλλες αδερφές-ακροβάτριες, πάνω
από όλα μετρούσε η αγάπη για τη δουλειά
τους, που ξεπερνούσε την αγάπη τους για
τον ίδιο τον εαυτό τους κι αυτό ακριβώς
αποτελούσε τη δύναμή τους. Ήταν η ίδια
τους η ζωή. Το ζευγάρι των δύο
γοητευτικών κοριτσιών μάγευε κάθε φορά
που εμφανίζονταν και τα διεθνή ΜΜΕ τις
είχαν κατατάξει στις καλλιτέχνιδες που
εξείχαν στο διεθνές καλλιτεχνικό
στερέωμα. Δεν ήταν λίγοι οι άντρες που
τις πλησίαζαν για να τους κάνουν
δελεαστικές προτάσεις -μέχρι και
προτάσεις γάμου- και τα δώρα που τις
συνόδευαν, συμπεριλάμβαναν και πανάκριβα
κοσμήματα. Αν ήταν δυνατόν ποτέ αυτές
οι δύο εξέχουσες καλλιτέχνιδες να
προέβαιναν σε τέτοιες κινήσεις
αποδοχών, αναμφίβολα θα σήμαινε το
τέλος της καριέρας τους, μία καριέρα που
είχε ακόμη μέλλον: το λιγότερο μία
δεκαετία. Φύλαγαν λοιπόν τον εαυτό τους
από τις ‘κακοτοπιές’ μέχρι την κατάλληλη
στιγμή. Αυτό τουλάχιστον είχε γίνει
πιστευτό στον κόσμο του Τσίρκου.
Κατά βάθος η Βερόνικα εξακολουθούσε να
φυλάει καλά το μυστικό της επιθυμίας της
ν’ αγαπηθεί να φιληθεί, να λιώσει στα
μπράτσα ενός ‘γόη’ που θα την λάτρευε
και θα την έκανε βασίλισσά του. Η αγάπη
ήταν γι αυτήν ένα άγνωστο και ξεχωριστό
φρούτο με γεύση εξωτική. Και ενώ η
δουλειά τους τη συνάρπαζε και τη μάγευε,
η επιθυμία της να δεθεί ερωτικά με
εκπρόσωπο του άλλου φύλου, την έκανε να
ονειρεύεται πολλές φορές, έναν απρόσωπο
άντρα. Θαρρείς και ονειρευόταν πάντα
τον ίδιο άντρα. Την επισκεπτόταν στον
ύπνο της και τον ξεχώριζε από τη ματιά
του που όμοια με πυρωμένο σίδερο, έλιωνε
την καρδιά της. Στον ύπνο της του είχε
δώσει τον όρκο της... πως όταν αντάμωναν
στην αλήθεια της ζωής, θα του δινόταν.
Η αδερφή της Άννα Λίζα, δεν
είχε ιδέα για όλα αυτά. Για κάποιον λόγο
–αυτοπροστασίας, θα έλεγε κανείς- η
Βερόνικα δεν μιλούσε, δεν εξωτερίκευε
τις επιθυμίες της ή τις αμαρτωλές
σκέψεις της, στη ‘Ρόζυ’. Εκείνη την
έκανε να αισθάνεται ότι ανήκαν πάντα
μαζί, και πάντα μαζί στο Τσίρκο. Για
άντρα και έρωτες... τσιμουδιά. Κάποτε η
Βερόνικα επαναστατούσε, αλλά ήταν μια
σιωπηλή αντίδραση που τελείωνε μ’ έναν
αναστεναγμό, ένα αγκάλιασμα κι ένα φιλί
στην αδερφή της, που είχε συνηθίσει στις
τέτοιου είδους συμπεριφορές, εκ μέρους
της Βερόνικας.
Η Βερόνικα κύτταξε
τον Άλντο. Ήταν η νέα
παρουσία στην οικογένεια των ακροβατών
του Τσίρκου. Είχε εισχωρήσει για πρώτη
φορά στον κόσμο τους στη Γαλλία στο
Παρίσι και σχεδόν αμέσως είχε κατορθώσει
να κερδίσει τους πάντες με τους τρόπους
του, στον Οργανισμό του Τσίρκου.
Μάθαινε πολύ γρήγορα, ήταν έξυπνος και
πρόθυμος. Γοητευτικός και στην ίδια
περίπου ηλικία με το δίδυμο
Ρόζυ-Βερόνικα είχε καλούς τρόπους και
μία συμπεριφορά που θα μαλάκωνε και τον
πιο άξεστο εργάτη του Τσίρκου.
Η Βερόνικα τον κύτταξε. Ο Άλντο της
χαμογέλασε ‘Λοιπόν; Δεν μου απάντησες.
Θα πάμε για ένα ποτάκι ύστερα από την
παράσταση;’ ‘Ποτάκι; Μα δεν πίνω ποτέ.
Είναι απαγορευμένο το ποτό. Επηρεάζει τα
νεύρα...’ είπε η Βερόνικα χαμογελώντας.
‘Μα υπάρχουν και τα αναψυκτικά ποτά...’
είπε εκείνος. ‘Μόνο που... εντάξει θα
το ταχτοποιήσω...’ ‘ποιο;’ ρώτησε ο
Άλντο με περιέργεια. ‘Α... μη σε
νοιάζει... κάτι προσωπικό. Εντάξει θα
έρθω’. Ο Άλντο την κύτταξε χαρούμενος.
‘Τι καλή που είσαι!’ είπε ευτυχισμένος
που η χαριτωμένη Βερόνικα θα έβγαινε έξω
μαζί του, έστω και για λίγο.
Ο Άλντο το ένιωθε, ήταν
ερωτευμένος με την γλυκιά Βερόνικα. Ήταν
νέος, ωραίος, ικανός ακροβάτης σαν τη
Βερόνικα και το σπουδαιότερο, ήταν
ελεύθερος. Ονειρευόταν να ζευγαρωθεί
επαγγελματικά με μία ακροβάτρια, ισάξιά
του, και τα ονόματά τους να φιγουράρουν
σε αφίσες με τεράστια φωτεινά γράμματα:
‘Το παγκόσμια φημισμένο ζευγάρι: Άλντο
και...’ αυτό το και..., το συμπλήρωμα
δηλαδή, ήταν άγνωστο ως τη στιγμή που
γνώρισε τη Βερόνικα. Πόσο θα ήθελε
ετούτη η σπουδαία καλλιτέχνιδα να γίνει
το ταίρι του στην καριέρα του και...
ίσως και στα υπόλοιπα!
Η αιλουροειδής σκιά
σκαρφάλωσε με προσοχή στο σκοτάδι.
Γνώριζε καλά την πορεία προς τα
μονόζυγα, σαν τον ειδικό που εξέταζε τα
πάντα στον κόσμο των σχοινιών και των
κρίκων του Τσίρκου. Η πορεία για το
ειδικό ήταν γνωστή και συγκεκριμένη.
Φαινομενικά τουλάχιστον. Αλλά ποιος
μπορούσε να ήταν τέτοια ώρα;
Η σκιά που φαινόταν να φορά
μία εφαρμοστή μαύρη φόρμα και είχε
ολόκληρο το κεφάλι καλυμμένο, εκτός από
τα μάτια, φαινόταν πως ακόμη και μ’ αυτά
κλειστά, γνώριζε εκείνη την εναέρια,
δαιδαλώδη κάποτε πολιτεία του τσίρκου,
καθώς και όλες τις διασυνδέσεις της, σαν
την παλάμη της. Έφτασε στο ένα από τα
κύρια τρία μονόζυγα, στο σημείο της
σύνδεσης με τον κρίκο, του ενός από τα
δύο σχοινιά, που επέτρεπε την
οποιαδήποτε κίνηση. Επρόκειτο για το
συγκεκριμένο μονόζυγο που θα
χρησιμοποιούσε ο Άλντο την επόμενη
επίσημη παράσταση από κοινού σε
συνεργασία με τις αδερφές Ρόζυ και
Βερόνικα. Σ’ εκείνες τις παραστάσεις δεν
έμπαινε το προστατευτικό δίχτυ στα
χαμηλότερα επίπεδα για την προστασία των
ακροβατών. Έτσι η παράσταση απέβαινε,
επικίνδυνη, εντονότερη, δραματικότερη.
Η σκιά στάθηκε πάνω στο
δοκάρι που συγκρατούσε τον μεγάλο,
παντοδύναμο κρίκο και με προσοχή
καβαλίκεψε το μέρος της ένωσής του με
αυτόν. Από το ζωσμένο στη μέση του
θηκάρι έσυρε ένα εργαλείο που για ένα
κλάσμα του δευτερολέπτου άστραψε στο
λιγοστό φως, για να αφανιστεί γρήγορα
και πάλι στο σκοτάδι που επικρατούσε στο
θόλο του Τσίρκου. Ήταν ένα πριονωτό
μαχαίρι. Με αυτό πριόνισε το σχοινί κάτω
από τον κρίκο. Δεν πήρε πολύ. Το σχοινί
είχε κοπεί περίπου στο ήμισυ. ‘Αρκετά,
το βάρος και η κίνηση θα φέρουν το
αποτέλεσμα’ σκέφτηκε. Ποιος ήταν ο
κεραστής του θανάτου που ταξίδευε σ’
εκείνη την πολιτεία των ακροβατών;
Γιατί άραγε έκανε ό,τι έκανε; Ποιος ήταν
ο σκοπός του; Μα δεν ήταν ολοφάνερο;
Ο Νίμο ρούφηξε το
τσιγάρο του. Ένιωθε τόσο μόνος! Σήκωσε
τα μάτια του προς τα γαλαρία του Τσίρκου
φυσώντας τον καπνό από τους πνεύμονές
του. ‘Διάβολε... κάτι κινείται εκεί
πάνω!’ σκέφτηκε παγωμένος και σταμάτησε
ν’ αναπνέει. Είχε διακρίνει μία μαύρη
ανθρώπινη σκιά απάνω στα δοκάρια που
κρατούσαν τα μονόζυγα. Κινούνταν σαν
αίλουρος και κάτι σκάρωνε εκεί πάνω με
την άνεση του ανθρώπου που ξέρει το χώρο
και... τη δουλειά του. Θα πρέπει να
είχε κάνει ότι ήταν να κάνει, και όταν
την είχε δει να κινείται εκεί πάνω ο
Νίμο, αποχωρούσε. Την είδε να κατεβαίνει
γρήγορα, προσεκτικά και να εξαφανίζεται
στους διαδρόμους των τροχόσπιτων του
Τσίρκου. Δεν ήταν εκεί μέσα κανείς
άλλος, επομένως δε μπορούσε να είχε δει
και κανείς άλλος, τίποτα. Ήταν
βέβαιο... Κανείς, παρά μόνο εκείνος, ο
Νίμο, που κυττάζοντας ακόμη στα σκαριά
εκεί στα σκοτάδια δεν ήταν βέβαιος αν
είχε δει ή είχε φανταστεί εκείνη την
ανθρώπινη σκιά, που κινούνταν με την
άνεση είδους φαντάσματος .
Η μαυροντυμένη παρουσία, εκείνη ‘η
σκιά’, δεν είχε αντιληφθεί την ελάχιστη
εκείνη παρουσία του Νίμο, στο μακρινό
δάπεδο του τσίρκου... Άλλωστε τέτοια ώρα
όλοι είναι χωμένοι στα κρεβάτια τους
εκτός από τους φύλακες των τεσσάρων
εισόδων-εξόδων του απέραντου Τσίρκου.
Κάποτε κι εκείνοι απουσίαζαν ύστερα από
κάποια ώρα τα μεσάνυχτα και μία
περιπολία που είχε τη βάση της στην
ανατολική κεντρική είσοδο του Τσίρκου,
έκανε μία ή δύο βόλτες γύρω από αυτό.
Όπως πάντα η επόμενη θα
εύρισκε τους ακροβάτες να παίζουν κρυφτό
με τον κίνδυνο. Εδώ ο καφές, δεν ήταν
μέσον ενίσχυσης των νεύρων. Αντίθετα ο
ύπνος, η ξεκούραση, η καλή δίαιτα και
κυρίως η εξάσκηση, ήταν τα μέσα της
συντήρησης ενός ικανού και υγιούς
ακροβάτη.
Τι ήταν επιτέλους ετούτο
το ‘επεισόδιο’; Ο Νίμο είχε βγει
να καπνίσει ένα τσιγάρο. Είχε
ανταλλάξει δύο λόγια με τον φύλακα της
ανατολικής εισόδου και είχε προχωρήσει
στο τέλος του διαδρόμου που έβγαζε μέσα
στην τεράστια Αρένα του Τσίρκου. Δεν
μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.
Είχαν περάσει μεσάνυχτα. Ένα σκυλί
έκλαιγε μέσα στη νύχτα και το επίμονο
κλάμα του αντηχούσε ανατριχιαστικά μέσα
στη φαινομενική ησυχία. Ήταν πολύ
σκοτεινά. Κάποια φώτα αναμμένα δεν
έφταναν για να διαλύουν όλες τις υποψίες
του Νου. Το φεγγάρι σα φέτα πεπόνι,
μόλις που έδειχνε το ελάχιστο δάνειό του
από τον ήλιο.
Κάτι τραβούσε τον Νίμο στην
Αρένα, και μέσα στην καρδιά της νύχτας.
Τα βήματά του τον είχαν φέρει εκεί. Είχε
αποφασίσει ν’ ακολουθήσει τη Μοίρα του
και έτσι δεν πρόβαλε καμία προσπάθεια ή
δύναμη να αντισταθεί στις ακούσιες
κινήσεις του. Κάνοντας αυτό, είχε βρεθεί
σε μία άκρη της Αρένας. Από κάτω
κύτταξε μια στιγμή την τεράστια τέντα
ένα γύρω και ύστερα εκεί ψηλά, στο
κέντρο της.
Ο Νίμο ήταν ο
χαριτωμένος και πολύ αγαπητός νάνος
στην οικογένεια του Τσίρκου.
Συμπαθέστατος και αστείος, πάντα
καλόβολος ο Νίμο, ήταν Ιταλός. Η
χαριτωμένη Ρόζυ, ήταν η κρυφή αδυναμία
του. Κρίμα λοιπόν που εκείνη δε θα το
μάθαινε ποτέ. Τι να τον έκανε έναν
μικρούλη άντρα, μία κοπέλα σαν τη Ρόζυ;
Κουνούσε το κεφάλι του απελπισμένα και
χαμογελούσε πικρά. ‘δεν ξέρω γιατί μου
φύτεψες καρδιά στα στήθη θεέ... Και τώρα
που αγαπάω αυτή την νέα... πώς θα
παρηγορηθώ; Πώς θα τολμήσω ποτέ να της
εξομολογηθώ τον έρωτά μου; Δε θα
μπορέσω να υποφέρω το ειρωνικό της
βλέμμα, την περιφρόνησή της, γιατί μόνο
αυτά θα μπορούσε να μου ανταποδώσει η
Ρόζυ στην εξομολόγηση της αγάπης μου
προς εκείνη. Νάνος ίσον... μισός από
μισός άντρας... να τι είμαι!’
έτσι σκεφτόταν και
αναστέναζε μεγαλύτερο από το μπόϊ του
αναστεναγμό. Είχε μεγάλο πρόβλημα ο
Νίμο... έτσι τουλάχιστον το έβλεπε το
αίσθημά του για την πανέμορφη
ακροβάτρια, Ρόζυ.
Ο Νίμο κύτταξε μέσα
από τους καπνούς του τσιγάρου του πάνω
στο θόλο του τεράστιου Τσίρκου. Το μάτι
του είχε συνηθίσει κάπως σ’ εκείνο το
σκοτάδι. Κύτταξε προς τα σχοινιά.
Νόμισε ότι τα ξεχώριζε. Από εκεί
κρέμονταν η αγαπημένη του κάθε βράδυ
μαζί με την αδερφή της Βερόνικα...
Αναστέναξε και πάλι στις μπερδεμένες
σκέψεις του. Ξαφνικά σταμάτησε η καρδιά
του. Κατέβασε το τσιγάρο του στο
δάπεδο και το πάτησε με το χέρι του
απελπισμένα, χωρίς να ξεκολλάει τα μάτια
του από το μέρος εκείνο. Μία σκιά
πλανιόταν εκεί πάνω στα σίδερα του
θόλου, πάνω από τα δοκάρια και τα
μονόζυγα. Δεν τολμούσε να κουνηθεί.
Κύτταζε μόνο παγωμένος. Ήταν αλήθεια
κάποια σκιά ή τον περιέπαιζε η φαντασία
του; Κι αν ήταν μια αληθινή σκιά... τι
δουλειά μπορούσε να έχει τέτοια ώρα εκεί
πάνω; Κι αν ήταν μια αληθινή σκιά...
ποιος άραγε ήταν τέτοια ώρα στο σκοτάδι;
Δεν τολμούσε ούτε το κεφάλι του να
κουνήσει. Είχε παγώσει. Νόμιζε ότι μια
κίνησή του θα γκρέμιζε εκείνον τον
άνθρωπο, εκείνη τη σκιά, στο δάπεδο του
Τσίρκου... Πώς ν’ αποτολμήσει να
αρθρώσει φθόγγο; Αν έλεγε κάτι η ηχώ
θα ταξίδευε ως εκεί πάνω σαν αντίλαλος,
θα ξάφνιαζε τον άνθρωπο, θα κόστιζε την
ισορροπία του! Μα γιατί ακροβατούσε
τέτοια ώρα σε τέτοιο ύψος; Σκέφτηκε
ύστερα αστραπιαία: ‘Το πρόσωπο ετούτο
ξέρει, ξέρει που βαδίζει και τι κάνει...
Ποιος μπορεί να είναι άραγε;’
αναρωτήθηκε πανικόβλητος.
Το θέαμα του προκάλεσε
αρνητικές σκέψεις. Κουνήθηκε πιστεύοντας
ότι θα κρυβόταν καλύτερα στη σκιά που
νόμιζε ότι τον κάλυπτε και κόλλησε τα
μάτια του απάνω στη σκιά του
αετώματος... Οι κινήσεις του ατόμου
άρχισαν να γίνονται κάπως οικείες.
‘Ρόζυ;’ αναρωτήθηκε και έφριξε μ΄εκείνη
τη σκέψη του ο Νίμο. Όποιος κι αν ήταν
εκείνη η αιλουροειδής σκιά, δεν ήταν για
καλό εκεί πάνω. Αυτό μαρτυρούσαν οι
κινήσεις της και το ένιωθε. Τι να έκανε;
Πώς να το έκανε; Είδε το καλυμμένο
πρόσωπο ν’ αφήνει από τα χέρια του το
σχοινί ή το ονειρεύτηκε; Όχι ετούτη η
σκιά θα πρέπει να είχε ήδη κάνει κάτι,
αν τελικά είχε κάνει. Και αν δεν ήταν
έτσι τότε τι γύρευε τέτοιαν ώρα εκεί
πάνω στις επικίνδυνες σκαλωσιές γύρω από
τα δοκάρια της τέντας και τα μονόζυγα;
‘Σα να σκάλωσε! Τραβάει το χέρι του...ω!
λευτερώθηκε!..’ Έβλεπε όμως κάποια
στιγμή είχε αρχίσει να μην είναι
βέβαιος. Ήταν πολύ κουρασμένος και το
τσιγάρο ήταν απαγορευμένο στο χώρο του
Τσίρκου, και επομένως παρανομούσε... Μα
όχι το είχε σβήσει... Είχε ξεχάσει τις
δικές του κινήσεις απορροφημένος από τις
κινήσεις εκείνης της άγνωστης σκιάς.
Κύτταξε με τα κουρασμένα, από την
προσπάθεια να δει καλύτερα, μάτια του.
Η σκιά είχε εξαφανιστεί έτσι ξαφνικά
όπως την είχε συνειδητοποιήσει ή την
είχε ονειρευτεί. ‘Κάτι πρέπει να κάνω,
κάτι!’ σκέφτηκε φοβισμένος. Αν έκανε
κάτι η Ρόζυ, ή ό,τι κι αν έκανε το
έκανε για κάποιον, για ποιον όμως; ‘Θεέ
μου, η Ρόζυ μου το αγγελούδι μου... δεν
είναι δυνατόν να θέλει να κάνει κακό σε
κανέναν!’
Ο Νίμο ενεργούσε τώρα υπό
την επίδραση του πανικού του. Έτρεξε
λοιπόν ώσπου βρέθηκε μπροστά στο
τροχόσπιτο του Άλντο. Ανέβηκε με
δυσκολία τα δύο σκαλοπάτια. Δε
σκεφτόταν, ήθελε μόνο να μιλήσει σε
κάποιον, και ο Άλντο, ήταν σημαντική
μερίδα του ακροβατικού ομίλου. ’Άλντο
άνοιξέ μου, ο Νίμο είμαι’. φώναξε με
πνιγμένη από τον πανικό του φωνή. Ο
Άλντο παρουσιάστηκε στην πόρτα
χαμογελώντας. ‘Εει! Πώς και δεν πήγες
για ύπνο ακόμα;’ Ρώτησε τον Νίμο φιλικά.
‘Δώσε μου λίγο το πρόγραμμα της αυριανής
παράστασης φίλε μου, κάτι θέλω να δω’,
είπε ο Νίμο. ‘Ο.Κ. ένα λεπτάκι!’
απάντησε ο Άλντο και πήγε ως το τραπέζι
του τροχόσπιτου. ‘Έλα μέσα μην στέκεσαι
εκεί!’ προσκάλεσε το Νίμο στο κάραβαν.
‘Να σε ρωτήσω, έχεις παράσταση με τη
Ρόζυ και τη Βερόνικα αύριο;’ ρώτησε ο
Νίμο. Ο Άλντο τον κύτταξε. ‘Ναι, γιατί;’
Ρώτησε ο νέος. ‘Άλντο, έχω ένα κακό
προαίσθημα. Πρέπει να δούμε αύριο
πρωί-πρωί το αφεντικό. Να στείλει να
εξετάσουν τα μονόζυγα. Φοβάμαι!’ είπε ο
Νίμο με φωνή πνιγμένη. ‘Έλα τώρα, τι
είναι αυτά που λες; Σήμερα που είχαμε
την δοκιμαστική παράσταση όλα πήγαν
τέλεια. Τι θα αλλάξει μέχρι αύριο το
πρωί;’ Ρώτησε ο Αλντο πάντα
χαμογελώντας. ‘Κάποιος μπορεί να πάει
εκεί πάνω και να κάνει κάτι. Να κόψει
το σχοινί να πούμε, όταν όλοι οι άλλοι
κοιμόμαστε’, επέμενε ο Νίμο. ‘Μα τι
είναι αυτά που λες Νίμο βραδιάτικα;
Γίνονται αυτά τα πράγματα; Αυτά είναι
φοβίες. Εδώ μέσα, από ότι ξέρω, είμαστε
όλοι πολύ αγαπημένοι!’ είπε κάπως
ανήσυχα αυτή τη φορά ο Άλντο,
επηρεασμένος από τις υποψίες του Νίμο.
‘Ξέρω, ξέρω! Όμως ποτέ δεν μπορείς και
να προβλέψεις. Μα τω Θεώ, το είδα στον
ύπνο μου πριν από λίγο και ξύπνησα
αγριεμένος σου λέω και έτρεξα να σου το
πω. Σε παρακαλώ, κάνε κάτι! Ζήτησε να
βάλουν το δίχτυ κάτω από τα μονόζυγα!
Φοβάμαι τόσο πολύ για σένα και για τα
κορίτσια!’ είπε ο Νίμο με μάτια που
γυάλιζαν από δάκρυα. ‘Καλά... θα το
κυττάξουμε αύριο! Ηρέμησε όμως τώρα και
προσπάθησε να ξεκουραστείς λιγάκι.
Έχουμε πολύ δουλειά αύριο!’, είπε ο
Άλντο αναστατωμένος και ο ίδιος τώρα
πια, από την επιμονή και το φόβο του
Νίμο. Ήταν άραγε μεταδοτικός αυτός ο
φόβος, ή μήπως ήταν η προαίσθηση του
‘Ιχθύος’ μέσα του; Η ευαισθησία που
χαρακτήριζε τον Άλντο, σε κάποιες
ιδιάζουσες περιπτώσεις μπορούσε να
οδηγήσει στην αύξηση της ανησυχίας του
και στη συνέχεια να του προκαλέσει άγχος
σε σημείο μάλιστα που να μην μπορεί να
εργαστεί. Από τη στιγμή που ο Νίμο του
είχε πει το ‘όνειρό του’ και την
ανησυχία του ο Άλντο έχασε τη γαλήνη
του. Δεν μπόρεσε λοιπόν να κλείσει μάτι
το υπόλοιπο της νύχτας.
Τα χαράματα πήγε να
δει τον Μπάρρυ, τον
διευθυντή του Τσίρκου. Χτύπησε την πόρτα
του. ‘Ποιος είναι;’ ακούστηκε εκείνος
ερεθισμένος. Ήξερε πως επρόκειτο για
κάτι πολύ σοβαρό, αλλιώς δε θα τολμούσε
κανείς να τον ενοχλήσει τέτοια ώρα.
‘Μπάρρυ, εγώ είμαι, ο Άλντο!’ ακούστηκε
ανήσυχη η φωνή του νέου. Ο Μπάρρυ
σηκώθηκε και ρίχνοντας μια ρόμπα απάνω
του άνοιξε. Παρά το λιγοστό φως,
αντιλήφθηκε μάλλον, παρά είδε το άγχος
του Άλντο. ‘Τι τρέχει; Έλα πέρασε μέσα’,
είπε εκείνος και μόνο όταν τον έβαλε να
καθίσει παρατήρησε: ‘Είσαι άρρωστος
μήπως;’ ‘άρρωστος... μόνο από το άγχος
μου’ απάντησε ο Άλντο κοκκινίζοντας. ‘Τι
συμβαίνει επιτέλους; Σ’ ακούω!’ είπε
χωρίς περιστροφές και πρόσθεσε βλέποντας
τον Άλντο να καθυστερεί. ‘Θα πρέπει να
είναι κάτι πολύ σοβαρό, Έ;’ Είπε
παρακολουθώντας την κάθε κίνησή του.
‘Ναι είναι. Φοβάμαι μήπως και βγει
αληθινό το όνειρο του Νίμου!‘ είπε ο
Άλντο. ‘Είσαι με τα καλά σου; τι
κάθεσαι και λες;’ θύμωσε τώρα ο Μπάρρυ.
‘Ξέρω... καταλαβαίνω τι εννοείς, αλλά
ξέρεις υποψιάζομαι πως ο Νίμο ξέρει κάτι
και δεν το λέει. Ουσιαστικά ο... Νίμο,
είναι πολύ σοβαρός άνθρωπος στη δουλειά
του, παρά τους ρόλους του, του κωμικού.
Τον ρώτησα μάλιστα. Αλλά όπως ξέρεις κι
εσύ... δεν βγάζεις λέξη από το στόμα
του!’ είπε ο Άλντο κυττάζοντας τον
Μπάρρυ και τις αντιδράσεις του,
ανελλιπώς. ’Ναι εντάξει, όμως γιατί
πράγμα μιλάς επιτέλους παιδί μου; Γιατί
δεν μπορεί κανείς να ανησυχεί ή να
παίρνει μέτρα χωρίς υπόθεση και χωρίς
απόδειξη. Εγώ είμαι υπεύθυνος εδώ για
την επιχείρηση κι αλίμονό μου αν
βασιζόμουν στις υποψίες ή στα όνειρα των
καλλιτεχνών ή του προσωπικού του
Τσίρκου, για να παίρνω τις αποφάσεις
μου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;’ Ρώτησε ο
ανυπόμονος τώρα Μπάρρυ. ‘Καταλαβαίνω!’
είπε ο Άλντο αλλά ξαναρώτησε με
περισσότερο θάρρος: ‘Θα ήταν τόσο πολύ
δύσκολο να βάλεις το δίχτυ ασφαλείας
κάτω από τα μονόζυγα; Αυτό ήρθα να σου
ζητήσω... Παρακινούμαι από τις υποψίες ή
τα όνειρα του Νίμο... Να μιλήσεις στον
Λίο... που κανονίζει την πορεία της
παράστασης. Αυτό μόνο σε παρακαλώ!’ είπε
και το ύφος του έδειχνε αγωνία, ενόσω
περίμενε για την απάντηση του Μπάρρυ.
‘Γιατί να το κάνω αυτό; Γιατί έχει
κάποιες υποψίες ο Νίμο λες... μα το
θέαμα θα χάσει την αξία του, οι θεατές
δε ‘θα ανατριχιάσουν...’ και σ’ αυτό
ακριβώς έγκειται η επιτυχία μας. Θα
είμαστε όπως κάθε άλλο τσίρκο και όχι
‘Το Τσίρκο!’ είπε ο Μπάρρυ τονίζοντας τα
λόγια του πάρα πολύ δυσαρεστημένος.
‘Τότε θα κάνεις κάτι άλλο Μπάρρυ. Επειδή
πιστεύω ότι αυτό με το Νίμο δεν είναι
τυχαίο, ότι δηλαδή κάτι πρέπει να
συμβαίνει που μόνο αυτός το ξέρει, θα
στείλεις τους τεχνικούς σου απάνω να
ελέγξουν τη βάση, των σχοινιών και τους
κρίκων τους πάνω στη βάση. Διαφορετικά
δε μπορεί να γίνει το νούμερο. Θα φέρεις
εσύ την ευθύνη αν συμβεί κάτι!’ είπε
θαρραλέα ο Άλντο γνωρίζοντας ότι
διακινδύνευε και την ίδια τη δουλειά
του, με την συμπεριφορά του. Για να
δείξει μάλιστα ότι περίμενε από τον
Μπάρρυ να κάνει κάτι, σηκώθηκε
εκνευρισμένος και κινήθηκε προς την
πόρτα του καραβάνι του διευθυντή.
Εκείνος δεν επεχείρησε τίποτα, ούτε που
πρόφερε μία λέξη για να τον σταματήσει.
Μόλις έφυγε ο Άλντο, ο
Μπάρρυ άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Δεν
τον πήρε παρά μερικά λεπτά. Έχυσε νερό
μετά από νερό στο πρόσωπό του, και σε
λίγα λεπτά ήταν έξω από το τροχόσπιτό
του. ΄Εφερε βόλτες γύρω από αυτό. Δεν
περνούσαν τα λεπτά. Τελικά δεν κρατήθηκε
και βιάστηκε στο τροχόσπιτο του
Συντονιστή Λίο και του επικεφαλής του
συνεργείου του Τσίρκου, Τζίνο. Χτύπησε
άγρια την πόρτα. Δεν είχε ξημερώσει
εντελώς ακόμη. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν
αμέσως. Ήταν ο Τζίνο και παρά το
γεγονός ότι ήταν αγουροξυπνημένος,
χαμογέλασε. Ο Μπάρρυ μίλησε βιαστικά με
χαμηλή φωνή αλλά κατακάθαρη: ‘Καλημέρα
Τζίνο και συγγνώμη... Ξέρω ότι ακόμη δεν
χάραξε και θα ρωτάς τι διάβολο κάνω εδώ.
Όμως άκουσέ με. Μόλις φέξει, ετοιμάσου
και βιάσου φίλε μου, έχουμε δουλειά.
Κάτι... κάτι έγινε... Φοβάμαι πως
πρόκειται για μια βρομοδουλειά. Κάποιο
σαμποτάζ, αλλιώς δεν εξηγείται. Πρέπει
να πάρεις τους άντρες για μία πλήρη
έρευνα απάνω στο στερέωμα του τσίρκου:
σιδεριές σχοινιά όλα.... Ας ελπίζουμε
ότι θα καλύψουμε όλη την περιοχή των
μονόζυγων έγκαιρα και αν συμβαίνει κάτι
να το διορθώσουμε. Να μη χάσουμε την
παράσταση!’
Ο Τζίνο σε μερικά λεπτά
ήταν κιόλας έτοιμος, και έπινε τον
καφέ του όταν ο Μπάρρυ χτύπησε για
δεύτερη φορά την πόρτα του τροχόσπιτου.
Ο Τζίνο του άνοιξε: ‘Έρχομαι, το έχω
πει και στους άλλους. Ετοιμάζονται’ είπε
και μπήκε ξανά στο τροχόσπιτο. Σε τρία
λεπτά ήταν κιόλας έξω. ‘Θα μας
συναντήσουν στο δρόμο για την τέντα’
είπε στον Μπάρρυ λες και ήθελε να τον
καθησυχάσει. Το αφεντικό του φαινόταν
να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα από το
άγχος του.
Ο Τζίνο είχε
πάρει μαζί του ένα μεγάλο κουτί, αν και
όλα τα απαραίτητα εργαλεία ήταν πάντα
μέσα στο αυτοκίνητό του. Προχώρησαν δέκα
βήματα και σταμάτησαν μπροστά στο ‘Toyota
Hilux’
της δουλειάς του. ‘Μπες και φύγαμε!’
είπε στον Μπάρρυ. Σε τέσσερα-πέντε
λεπτά βρίσκονταν έξω από την τεράστια
Τέντα του Τσίρκου. Ο Τζίνο βγήκε και
ανοίγοντας την πλαϊνή πόρτα του
Toyota
άρχισε να διαλέγει κάποια εργαλεία. Ο
Μπάρρυ έκανε σχεδόν έφοδο στο χώρο. Οι
φύλακες έβγαλαν τα κασκέτα τους για να
τον καλημερίσουν. ‘Εσείς... είδατε
τίποτα ασυνήθιστο αργά μετά τα
μεσάνυχτα;‘ ρώτησε χωρίς άλλη λέξη. Ένας
από τα τέσσερα άτομα, τα εφοδιασμένα με
περίστροφα και κατάλληλη ενδυμασία, ο
Ρίτσι, φύλακας της ανατολικής εισόδου,
που ήταν και η κεντρική είσοδος στο
εσωτερικό του Τσίρκου, απάντησε πρώτος:
‘Αφεντικό, εγώ... είμαι εδώ από τις
έντεκα το βράδυ. Από τη στιγμή δηλαδή
που οι δικοί μας είχαν αρχίσει ν’
αποχωρούν από το χώρο της τέντας. Κατά
τις δώδεκα και μισή, μετά τα μεσάνυχτα,
είχαν φύγει όλοι. Ο Νίμο ήταν από τους
τελευταίους ή μάλλον είχε φύγει και είχε
επιστρέψει. Είχε πει κάτι για αϋπνία.
Ήταν αργά είχαν περάσει προ πολλού τα
μεσάνυχτα. Είχε καθίσει κάποια στιγμή
εδώ στην είσοδο. Ύστερα είχε προχωρήσει
και είχε πιάσει τη γωνιά στην αρχή του
διαδρόμου προς την πίστα και καπνίζοντας
έκανε κόρτε τη γαλαρία του τσίρκου. Έτσι
είναι, κάπνιζε. Αργότερα –δηλαδή μερικά
λεπτά ύστερα- τον είδα να βγαίνει πολύ
βιαστικός, τόσο βιαστικός μάλιστα, που
δεν είπε ούτε καληνύχτα. Τώρα όπου νά
‘ναι τελειώνει η βάρδια μου. Ορκίζομαι
πως δεν πρόσεξα τίποτα το ασυνήθιστο’,
επέμενε ο Ρίτσι. ‘Καλά-καλά’, είπε ο
Μπάρρυ και μαζί με τον Τζίνο προχώρησαν
ως το κέντρο, την περιοχή, πάνω από την
οποία σε ένα αρκετά μεγάλο ύψος
κρέμονταν τα διάφορα σχοινιά αναρρίχησης
ή καθόδου, και τα κύρια αιωρούμενα
μονόζυγα και οι κρίκοι.
Ο Τζίνο ανέβηκε γρήγορα και
την ίδια στιγμή άλλοι τρεις από τους
έμπειρους τεχνίτες του συνεργείου του,
αναρριχούνταν από άλλα σημεία του
Τσίρκου. Οι φακοί πάνω από τα κράνη των
τεχνικών έφεγγαν εκτυφλωτικά με
τεράστιες δέσμες φωτός. Οι προβολείς του
τσίρκου είχαν κι εκείνοι ανάψει στο
φουλ. Είχαν δημιουργηθεί στα γρήγορα οι
βασικότερες προϋποθέσεις για την
σπουδαία έρευνά τους: την πιθαμή προς
πιθαμή έρευνα σε όλη τη σιδεριά του
Τσίρκου, στα σχοινιά του και στους
κρίκους, εκείνους που κρατούσαν
κρεμασμένα από τους τεράστιους
σωληνοειδείς υποστηρικτές της απέραντης
σκηνής, τα έξοχα μονόζυγα ακροβασίας και
τα χοντρά μονά σκοινιά, τα κατάλληλα για
την αναρρίχηση των καλλιτεχνών, κυρίως
σε σχέση με τα μονόζυγα.
Δεν άργησαν λοιπόν να
κυκλοφορούν εκεί απάνω αργά, ένα με τη
σιδεριά και τα σκοινιά και την απέραντη
τέντα, που με ζήλο κρατούσε το φως της
νιας μέρας, ακόμη στις πρώτες πρωινές
της ώρες, μακριά από το ναό της
καλλιτεχνικής, ριψοκίνδυνης άσκησης.
Δεμένοι από τη μέση με σκοινί και
προστατεύοντας το κεφάλι τους με
προφυλακτικά κράνη που έφεραν μπροστά έν
μικρό προβολέα, κινούνταν αργά,
προσεκτικά, εξετάζοντας τα σίδερα, τους
αρμούς και εκείνα που ένωναν, καθώς και
τους κρίκους των σχοινιών. ‘Ε... εκεί
πάνω... εξετάστε τα σχοινιά των
μονόζυγων.. ολόκληρα... παντού: αρμούς,
βίδες, κι ό,τι άλλο, μ’ ακούτε; Μέχρι
κάτω στις σανίδες... παντού... Τραβήχτε
τα και εξετάστε τα!’ Ο Μπάρρυ έβραζε
μέσα του. Αυτό τους έλειπε τώρα να
χάσουν μία μέρα από τις εισπράξεις τους.
Κάθε δολλάριο μετρούσε.
Ο Νίμο που εμφανίζεται
ξαφνικά, προχωρεί μέσα στο Τσίρκο και
στέκεται μπροστά στον Μπάρρυ. Χαιρετά
σιωπηλά, περισσότερο με μία κίνηση του
κεφαλιού του και περιμένει. ‘Γεια σου
Νίμο! Γνωριζόμαστε περισσότερο από
δεκαπέντε χρόνια, έτσι δεν είναι;’ τον
ρωτάει ο Μπάρρυ. Ο Νίμο κουνάει το
κεφάλι του καταφατικά. Φαίνεται άυπνος
και στεναχωρημένος. ‘Φίλε μου ξέρεις
πόσο σε εκτιμώ και θέλω να μου πεις τι
ακριβώς έγινε, και γιατί είπες αυτά που
είπες στον Άλντο. Ξέρεις τι σημαίνει να
χάσουμε τις εισπράξεις μιας ημέρας από
ένα καπρίτσιο;’ λέει ο Μπάρρυ. Ο Νίμο
τον κυττάζει και δε μιλάει. Ο Μπάρρυ
εξαγριώνεται: ‘Μίλησέ μου ανάθεμά σε! Τι
ξέρεις λοιπόν; είδες κάτι; μίλησε! Ξέρω
ότι ήσουν ο τελευταίος που έφυγε από εδώ
μέσα, μου το είπε ο Ρίτσι. Σε είδε που
καθόσουν κοντά στην ανατολική είσοδο και
κάπνιζες... Ήταν μετά τις 12 τα
μεσάνυχτα... Κάτι λοιπόν είδες που δεν
το είδε κανείς άλλος... έτσι;’ ‘Όχι δεν
είναι έτσι, οραματίστηκα μία συμφορά,
ένα ατύχημα, εκεί στα μονόζυγα! Αυτό
είναι όλο. Είπα του Άλντο να σου
ζητήσει να βάλετε το δίχτυ ασφαλείας.
Αυτό’, είπε πάλι ήσυχα δείχνοντας πως
είχε κάνει το καθήκον του τελικά. Ο
Μπάρρυ όμως που τον ήξερε αρκετά επέμενε
με τη σειρά του: ‘Σε ξέρω εσένα... ποτέ
δε θα πρόδινες έναν συνάδελφό σου.
Πάντα βρίσκεις άλλους τρόπους να
επισημάνεις κάτι κακό!’ ‘Δεν ξέρω για
τι πράγμα μιλάς. Αν έβλεπα κάτι θα το
έλεγα, αφού όμως δεν είδα... ‘ είπε ο
Νίμο κυττάζοντας ψηλά τους μηχανικούς
της τέντας. Είχε σταματήσει να μιλάει.
Κύτταζε μόνο.
Ξάφνου ένας θόρυβος
ακούγεται από τη γαλαρία του Τσίρκου,
κουβέντες κι αναταραχή από το συνεργείο
του Τζίνο. ‘Μπάρρυ! Το βρήκαμε. Στο
αριστερό μονόζυγο, το σκοινί είναι
κομμένο με πριονάκι κατά τα ήμισυ. Πολύ
επικίνδυνο μα τω Θεώ! Φαίνεται
φρεσκοκομμένο και καλά πριονισμένο.
Είναι από το μέσα μέρος. Δεν έγινε στα
πρόχειρα. Με το ψάξιμο μόνο μπορούσε να
βρεθεί. Μία-δύο τούμπες και πάρτον κάτω
τον τυχερό! Ποιος είναι σ’ αυτό το
μονόζυγο;’ Ρώτησε πάλι ο Τζίνο. ‘Δεν
ξέρω... αλλάζουν καμιά φορά... Μπορεί να
είναι το ένα ή το άλλο κορίτσι. Σήμερα
είναι και ο Άλντο. Α τώρα θυμάμαι, ο
Άλντο είναι σ’ αυτό το σκοινί!’ ‘Ήταν,
γιατί στο τέλος, όταν έφευγαν, είπαν πως
στο σκοινί αυτό θα είναι η Ρόζυ!’ λέει
ο Ρίτσι ο φύλακας της Ανατολικής
εισόδου-εξόδου που παρακολουθούσε τα
πάντα. ‘Μήπως θυμάσαι ποιος ακριβώς το
είπε;’ Ρωτάει ο Μπάρρυ με περιέργεια.
‘Άκουσα τον προπονητή τους όταν έφευγαν.
Μιλούσε και στους τρεις τους’.
Ο Νίμο μόνο που δεν
λιποθύμησε στο άκουσμα αυτών των λόγων.
‘Είναι δυνατόν να έκανε λάθος; Ποιος
ήταν λοιπόν αυτή η σκιά εκεί πάνω; Ω
Ρόζυ... Ρόζυ... χίλια συγγνώμη,
καρδούλα μου! Κάποια άλλη από το
συγκρότημα των ακροβατών αλλά ποια;
Γιατί η σιλουέτα ήταν θηλυκιά. Κόβω το
χέρι μου γι’ αυτό. Η Βερόνικα μήπως;
Οι κινήσεις της σκιάς ήταν όμοιες μ’
εκείνες της Ρόζυ. Δε λέω, δίδυμες
είναι. Αλλά η Βερόνικα είναι ένας
άγγελος. Και μόνο που το σκέφτομαι,
αμαρτάνω. Δε θα μπορούσε ποτέ να
σκοτώσει άνθρωπο και κυρίως... έναν από
τους δύο συνεργάτες της. Ποιον; Τον
Άλντο; είναι φως φανάρι ότι τον αγαπάει,
και την αδερφή της Ρόζυ... τη λατρεύει.
Όχι, όχι, είναι άδικο και μόνο που το
σκέφτηκα!’ Η Μαριόν μήπως; Α, μπα! Δε
νομίζω... το κορίτσι ακροβατεί στο
σκοινί από μόνη της και ο δικός της
είναι άλλος. Δεν υπάρχει κίνητρο
λοιπόν. Η Λουσίντα από την άλλη μεριά
γιατί να έκανε κάτι τέτοιο; Μόλις ήρθε
στο τσίρκο... Και είναι ερωτευμένη με
‘κεραυνοβόλο φουλ’ με τον θηριοδαμαστή
μας... Η Λολίτα είναι στα άλογα... τι θα
έκανε εκεί ψηλά... δε λέω ακροβάτρια
είναι...’
Ο Άλντο σηκώθηκε.
Ήταν πολύ νευρικός. Κύτταξε από το
παράθυρο του τροχόσπιτου. Ήταν
πραγματικά περασμένη η ώρα. Αναρωτιόταν
τι είχε γίνει τελικά με τον Μπάρρυ.
Ήταν αποφασισμένος ν’ αφήσει το
ακροβατικό νούμερο για σήμερα, ύστερα
από τα λόγια του Νίμου. Έτσι όπως είχαν
έρθει τα πράγματα δεν ήταν δυνατόν να
γίνει το ακροβατικό τους χωρίς δίχτυ
ασφαλείας. Θα ήταν φανερή αυτοκτονία
επιτέλους να παρασυρθούν, αφού άλλωστε
ήταν φανερό ότι ο Νίμο είχε δει κάτι.
Θα το εύρισκαν ενωρίτερα ‘αυτό το κάτι’
που ο Νίμο είχε πει ότι το είχε
ονειρευτεί, ενώ ήταν απόλυτα βέβαιο ότι
το είχε δει. Ανόητος που ήταν ο Νίμο!
Αυτό απέρρεε από το γεγονός ότι το είχε
πει σε κάποιον –όπως είχε κάνει με τον
Άλντο τουλάχιστον- ή σε κάποιους τελικά,
γιατί κι αυτό ήταν άγνωστο σ’ αυτό το
στάδιο: τι ακριβώς είχε δει, τι είχε
καταλάβει και τι είχε πει τελικά, σε
όποιους είχε πει κάτι τέλος πάντων,
εκτός από το άτομό του; Γιατί αν το
είχε πει σ’ εκείνον ίσως να είχε πει
περισσότερα σε άλλους και με ονόματα
μάλιστα. Ταράχτηκε. Από όλους τους
ανθρώπους να τύχει στο Νίμο! Δε θα
μπορούσε ούτε και να το φανταστεί
κανείς. Ένα πράγμα έμενε τώρα, και
οπωσδήποτε θα ήταν το επόμενο βήμα εκ
μέρους του δράστη, να βεβαιωθεί ότι δε
θα αποκαλύπτονταν. Τι σήμαινε αυτό παρά
το εντελώς κατανοητό; τον αφανισμό του
μοναδικού ίσως μάρτυρα, του Νίμο.
Ο Άλντο ήταν πολύ κουρασμένος. Άκουσε
χτυπήματα στην πόρτα του. Άνοιξε. Ήταν
ο Νίμο. Άρχισε να του λέει από εκεί
κάτω, από το έδαφος, τόσο μικρός σαν ένα
πεντάχρονο αγοράκι, κι εκείνος λιγνός
και ψηλός σαν αίλουρος να φράζει το
στενό μάλλον άνοιγμα της πόρτας του
τροχόσπιτου. ‘Το βρήκαν φίλε... το
βρήκαν... ευτυχώς γιατί όλα θα γίνουν
όπως πρέπει τώρα. Εσύ και τα κορίτσια θα
κάνετε το νουμεράκι σας και θα
καταχειροκροτηθείτε!’ τα μάτια του Νίμου
ήταν θλιμμένα και ο Άλντο διάβασε μέσα
τους ένα είδος απορίας. Ένιωσε τον θυμό
να τον συνεπαίρνει. Γιατί ενδιαφερόταν
τόσο πολύ επιτέλους αυτός; Και γιατί
είχε εκλέξει εκείνον και όχι κατευθείαν
τον Μπάρρυ; Η αλήθεια ήταν ότι δεν τον
γνώριζε καλά και είχε ακούσει ελάχιστα
για εκείνον. Ανήκε άλλωστε σε άλλη ομάδα
καλλιτεχνών. Ήταν περισσότερο με τους
μίμους, τους τζάγκλερς και τους
γελωτοποιούς. Ο ίδιος μεταμφιεζόταν πότε
σε κλάουν, πότε ήταν μίμος και πότε
κοντοπίθαμος μασκαράς σε
μικροπαραστάσεις για τα παιδιά. Η
αλήθεια ήταν ότι είχε τη φήμη ότι
κέρδιζε τις καρδιές όλων, όπου κι αν
είχε ταξιδέψει το Τσίρκο. Όμως ο
φιλόδοξος, νεαρός Άλντο, θεωρούσε τον
εαυτό του πολύ πιο ψηλά. Ήταν από τους
ελάχιστους ακροβάτες στον κόσμο που θα
μπορούσαν να κλέψουν την παράσταση από
μόνοι τους. Το γεγονός ότι σα νέος
συμπλήρωνε την παράσταση των αστέρων:
της Ρόζυ και της Βερόνικας δεν ήταν
βέβαια το όνειρό του. Μόνος του ή και με
μία ακροβάτρια-σύντροφο, σε ένα μοναδικό
νούμερο, αυτό ήθελε κι αυτό θα επεδίωκε
να πετύχει τελικά. Η Βερόνικα ήθελε τη
σχέση μαζί του κι αυτό τον διευκόλυνε να
προωθήσει το φιλόδοξο σχέδιό του. Το
πρόβλημα βέβαια ήταν η Ρόζυ. Εκτός...
αν μπορούσε να κάνει κάτι παρόμοιο και
μ’ εκείνη όπως είχε πετύχει με τη
Βερόνικα. Ήταν κι αυτό μία άλλη λύση.
Εντάξει του άρεσε πολύ η Βερόνικα...
όμως... ίσως τελικά τον συνέφερε να
προσπαθήσει να ικανοποιήσει και τις δύο,
τη μία κρυφά από την άλλη, να τις
αδυνατίσει και να τις εξουδετερώσει
τελικά από τους πρωτεύοντες ρόλους τους.
Τι τις ήθελε δύο γυναίκες μαζί του; Θα
έπρεπε να περιοριστεί η συνεργασία τους
μαζί του, ώστε να φανεί τελικά και
μοναδικά η δική του λάμψη! Ο Άλντο είχε
πειστεί. Αίφνης είχε κατακυριευτεί τόσο
πολύ από την φιλοδοξία του, που ακόμα
και η Βερόνικα που αρχικά
συμπεριλαμβανόταν στα σχέδιά του, καθώς
νόμιζε ότι την είχε ερωτευτεί τρελά,
ακόμα κι εκείνη... είχε ξαφνικά
παραγκωνιστεί. Ο Άλντο για τον Άλντο
τελικά!
Ο Νίμο παρακολουθούσε
τον Άλντο. Ξαφνικά ένιωθε πώς κάτι δεν
πήγαινε καλά. Ο Άλντο ήταν πολύ
νευρικός τώρα και είχε αρχίσει ν’
ανησυχεί για τη νευρικότητά του. Ο Νίμο
απομακρύνθηκε από εκεί. Πήγε στο
τροχόσπιτο του Μπάρρυ. ‘Μπάρρυ είσαι
μέσα φώναξε και χτύπησε την πόρτα του.
‘Έλα Νίμο!’, είπε εκείνος και του
άνοιξε. ‘Νίμο σ’ ευχαριστώ για την
τόλμη σου να μιλήσεις στον Άλντο. Όμως
κόψε τη σάλτσα και πες μου την αλήθεια.
Τι είδες εκεί πάνω; ‘ ‘Αφεντικό είσαι
και έχεις δίκιο να θέλεις, να μάθεις.
Θα σου πω. Κάπνιζα που λες και μέσα από
τους καπνούς του τσιγάρου μου νόμισα πως
είδα μια κατάμαυρη μασκοφορεμένη σκιά να
κινείται εκεί πάνω. Νόμισα πως
επρόκειτο για φάντασμα. Λέω συνέχεια
‘νόμισα’ γιατί ό,τι κι αν ήταν,
εξαφανίστηκε σχεδόν αμέσως. Ποιος μπορεί
να ήταν; Δεν το ξέρω. Όμως μου φάνηκε
τόσο άρρωστο αυτό, που νόμισα ότι ίσως
και να το φαντάστηκα. Ξέρεις που μιλάνε
για φαντάσματα της κούρασης, της
κόπωσης... και τα τέτοια; Φοβήθηκα
λοιπόν. Σκέφτηκα τα κοριτσάκια μας τη
Βερόνικα και τη Ρόζυ και λαχτάρησα. Τις
φαντάστηκα ν’ ακροβατούν και κάποια
στιγμή να γίνεται ένα φοβερό ατύχημα!’ Ο
Μπάρρυ τον διέκοψε: ‘Και ο ‘Άλντο...
ακροβατεί μαζί με το δίδυμο και ο
Άλντο!... ξέχασες;’ ‘ Ναι, ναι, καλά
λες, κι αυτός... Λοιπόν όπως έλεγα, δεν
μπορούσα να πω τίποτα σε κανέναν. Ήταν
αλήθεια η φαντασία μου, ή ήταν πέρα για
πέρα η αλήθεια; Ίσως και να ήταν μία
προαίσθηση σκέφτηκα και κατέληξα μέσα
στην αγωνία μου να πάω στον Άλντο και να
του προτείνω να επιδιώξει να σε πείσει
για το δίχτυ ασφάλειας. Αυτό είναι
όλο.’ ολοκλήρωσε ο Νίμο. ‘Εντάξει Νίμο
έχω εμπιστοσύνη στην εντιμότητά σου,
όμως όπως βλέπεις το σχοινί βρέθηκε
κομμένο. Το φτιάξαμε για τη χάρη της
δικής σου ανησυχίας. Ετοιμαζόμουν να
έρθω εγώ στο δικό σου τροχόσπιτο για να
σ’ ευχαριστήσω για την πρωτοβουλία σου
να πεις ό,τι είπες τέλος πάντων. Όμως
ήρθες εσύ πρώτος. Τέλος πάντων... αυτό
δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Πρέπει
να βρούμε ποιος το έκανε και γιατί. Τα
κορίτσια είναι μοναδικά στο είδος τους
και ο Άλντο βέβαια. Δε θα επιτρέψουμε να
απειλούνται από κανέναν. Δεν μπορούμε να
κάνουμε τίποτ’ άλλο σήμερα. Ευτυχώς που
τα κορίτσια δεν έχουν ιδέα και θα πρέπει
να μη μάθουν τίποτα, γιατί δεν είναι
εύκολο πράγμα να δουλεύεις και να
σκέφτεσαι τον κίνδυνο του θανάτου από
φονικό χέρι. Μετά από αυτή την
παράσταση -ίσως και σ’ αυτήν– θα βάλουμε
και δίχτυ ασφάλειας τελικά. Θα δούμε αν
μπορέσουμε να κάνουμε κάτι μόνοι μας σε
σχέση μ’ αυτό το πρόβλημα, γιατί αν
σύρουμε την αστυνομία μέσα στο Τσίρκο,
πάμε χαμένοι. Θα καταστραφούμε.
Κατάλαβες;’ Ο Νίμο κούνησε το κεφάλι
του. ‘Φοβάμαι Μπάρρυ. Φοβάμαι και για
τον εαυτό μου τώρα. Μετάνιωσα που δεν
τόλμησα να έρθω σε σένα κατευθείαν και
πήγα στον Άλντο. Ο Άλντο είναι ένας
ξένος για μένα. Για να είμαι
ειλικρινής δεν τον εμπιστεύομαι όσο
τους παλιούς συνεργάτες μας. Αλλά τελικά
κατέληξα να μιλήσω σ’ εκείνον γιατί
φοβήθηκα την πιθανότητα ειρωνείας εκ
μέρους σου. Ξέρω πόσο σοβαρός είσαι και
δεν πείθεσαι με κάτι τέτοια‘. Ο Μπάρρυ
τον κύτταξε προσεκτικά: ‘Σε τέτοιες
περιπτώσεις δεν επιτρέπονται οι
αμφιβολίες. Για να πας στον Άλντο
μπορεί και να πίστεψες κάποια στιγμή σ’
εκείνο που... μπορεί όπως λες, να
φαντάστηκες. Πές μου λοιπόν, υποψιάζεσαι
κάποιον;’ Ο Νίμο αντέδρασε. ‘Όχι...
Πώς θα μπορούσα να κατηγορήσω κάποιον
όταν ακόμη και η σκιά που είδα μου
φάνηκε σαν φάντασμα, κάτι σαν όνειρο...
ή κάτι σαν προαίσθηση. Μα τω Θεώ, δε θα
ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Δεν ήταν παρά
μόνο ελάχιστες στιγμές που είχα
αντιληφθεί την ασυνήθιστη παρουσία εκεί
πάνω, στα σκοτεινά και μάλιστα τη στιγμή
που γλιστρούσε εκτός του κέντρου. ‘ Ο
Μπάρρυ δεν επέμενε, τον καταλάβαινε τον
‘νάνο’. Ο Νίμο ήταν καλό ανθρωπάκι,
φιλόπονος, ήσυχος, καλός στον συνάνθρωπο
και αρκετά σοβαρός στις σχέσεις του. Η
ειλικρίνειά του αλλά και η
διακριτικότητά του ήταν γνωστά σε
όλους. Δε θα μπορούσε όμως να ορκιστεί
ότι ο Νίμο θα ήταν ασφαλής ως μάρτυρας
ενός τόσο σοβαρού γεγονότος, εκείνης της
απόπειρας εναντίον τριών, και κυρίως
εναντίον των δύο από αυτούς και διεθνώς
αναγνωρισμένων, ακροβατών του. Το
γεγονός και μόνο ότι η πληροφορία είχε
δοθεί από το Νίμο, έστω και έτσι, σαν
‘όραμα, όνειρο ή παραίσθηση’ και
διαπιστώθηκε η διάθεση κάποιου για
έγκλημα, έθετε τον σπουδαίο ‘νάνο’ του
Τσίρκου σε άμεσο κίνδυνο. Τον
συμβούλεψε λοιπόν, με επίγνωση ότι
προσπαθούσε να τον προστατέψει, αν και
ήταν αβέβαιος ακόμη για τις προτάσεις
που του πρότεινε τελικά: ‘Λοιπόν...
κάθισε μέσα και περίμενε ως την
παράσταση. Αν ανησυχείς για κάτι,
τηλεφώνησε. Ίσως θα ήταν καλό να μη
μείνεις ολομόναχος τελικά, αλλά να πας
και να αναμειχθείς με κάποιο γκρουπ,
τουλάχιστον μέχρι την ώρα της
παράστασης’. Ο Νίμο δήλωσε ότι ήταν
άυπνος και κουρασμένος και ότι
χρειαζόταν τον ύπνο ώστε να μπορεί να
κάνει σωστά τη δουλειά του στην
παράσταση. ‘Μην ανησυχείς για μένα...
Δεν αποκάλυψα σε κανέναν άλλον από τον
Άλντο, τίποτα, γιατί απλά δεν αναγνώρισα
κανέναν!’ είπε, αβέβαιος ωστόσο κι
εκείνος για τη δήλωσή του στον Μπάρρυ.
Αποχώρησε φανερά ανήσυχος
και κατευθύνθηκε στο τροχόσπιτό του, που
ήταν συνδεδεμένο με αυτοκίνητο. Πέρα από
το ασυνήθιστο ύψος του, ήταν ένας
άνθρωπος με τις ίδιες ανάγκες όπως όλοι
οι άλλοι γύρω του.
Την επόμενη ο Άλντο
είχε αφήσει το τροχόσπιτό του για μία
ώρα, και πέρασε από το Τσίρκο. Ήταν
κοντά 12 μεσημέρι. Είχε τρεις και πλέον
ημέρες που δεν μπορούσε να μυρίσει
καλά. Η αλλεργία του ‘των ανθέων’, όπως
έλεγε, τον είχε επηρεάσει. Του το είχε
πει ο γιατρός του τσίρκου Τζόουνς, ότι
το κλίμα του Σύδνεϋ θα ενέτεινε πιθανόν
τα συμπτώματα της αλλεργίας του
ιδιαίτερα, επειδή ήταν η εποχή της
άνοιξης. Αυτή λοιπόν την εποχή το Σύδνεϋ
ήταν ένα τεράστιο ανθοκήπιο και παρά τη
σπανιότητα βροχοπτώσεων τον τελευταίο
χρόνο. Ο Άλντο όμως ήταν γενικά πολύ
καλά πέρα από το μειονέκτημα ότι δεν
μπορούσε να μυρίσει ούτε το πολύ γνωστό
του άρωμα: το άρωμα της Βερόνικας. Τη
Βερόνικα την ξεχώριζε από τη Ρόζυ, όχι
μόνο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
του χαρακτήρα της, από το σχέδιο των
μαλλιών της και το διαφορετικό μακιγιάζ
της, αλλά και από το όμορφο άρωμά της.
Ο Άλντο είχε πλησιάσει την
ανατολική-κεντρική είσοδο του Τσίρκου.
Τον Τζίνο που είχε πάρει άδεια εκείνο το
πρωί, τον είχε αντικαταστήσει ο
Μαρίνος. Ο Ρίτσι είχε δύο ημέρες άδεια.
‘Τι έγινε φίλε;’ Τον ρώτησε τυπικά. ‘Όλα
εντάξει λοιπόν;’ ‘Ναι αμέ... νόμισα ότι
ο Μπάρρυ το είχε κοινοποιήσει σε όλους.
Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα απολύτως.
Ήταν πραγματικά ένα όνειρο του Νίμο.
Αυτό κατάλαβα εγώ. Ο νάνος τα έκανε
μούσκεμα. Αναγκάστηκε ολόκληρο
συνεργείο να ψάχνει για δυο ώρες και
ύστερα, τίποτα. Κατάλαβες;’
Ο Άλντο κούνησε το κεφάλι
του. Είχε καταλάβει πολλά περισσότερα
από ότι έδειχνε. Είχε κιόλας αποφασίσει
ότι ο Μπάρρυ πιθανόν να μην είχε
αποκαλύψει την αλήθεια στην ευρύτερη
μικρή κοινωνία του Τσίρκου. Άλλωστε κι
αυτόν τον ίδιο, τον είχε προειδοποιήσει
με καλό τρόπο ο Μπάρρυ: ‘αυτό θα μείνει
μεταξύ μας αγαπητέ Άλντο!’ εννοώντας
πάντα το μυστικό που του είχε
εμπιστευτεί ο Νίμο. Είχε διατάξει λοιπόν
να αποσιωπηθεί το γεγονός, ώστε να
μπορούν να εργαστούν τα μέλη του Τσίρκου
καλά, χωρίς φόβο και υποψία ή και για να
παρακολουθήσει τον καθένα χωριστά χωρίς
δημοσίευση, χωρίς κοινοποίηση. ‘Έξυπνος
άνθρωπος ο Μπάρρυ!’ σκέφτηκε. Έτσι
λοιπόν το Τσίρκο θα λειτουργούσε σα να
μην είχε συμβεί τίποτα. ‘Εν μέρει...
είναι καλό αυτό’, σκέφτηκε. Ωστόσο το
δικό του πρόβλημα παρέμενε άλυτο, κι
αυτό τον απασχολούσε. Πώς θα τα
κατάφερνε να πετύχει στις επιδιώξεις
του. Προτιμούσε για ντάμα του τη
Βερόνικα και δεν είχε ιδέα ότι η Ρόζυ
τον ήθελε έξω από το νούμερό τους.
Ο Ρίτσι είχε εκνευριστεί
πολύ μ’ όλα εκείνα που είχαν
συμβεί. Είχε μια παλιά νευροπάθεια, και
αυτό ήταν το μεγάλο, το κρυφό και
επικίνδυνο μυστικό του. Κανείς δε θα
μάθαινε τίποτα, γιατί εδώ στην χώρα του
για τους ασθενείς του είδους του, ισχύει
μία νόμιμη μυστικότητα που τους
προστατεύει από τις διακρίσεις. Στο
κομπιούτερ, μόνο οι ειδικοί που έχουν
νομικά το δικαίωμα πρόσβασης,
επιτρέπεται να ελέγξουν τους φακέλους
τους. Άνθρωποι σαν αυτόν είναι πάρα
πολλοί, παίρνουν όμως τα φάρμακά τους,
αισθάνονται καλά, φαίνονται καλά,
μπορούν να εργαστούν, να προσφέρουν και
επομένως να συμπεριλαμβάνονται στο
κοινωνικό σύνολο, αδιακρίτως. Είχε
ζητήσει δύο ημέρες άδεια. Δεν
αισθανόταν πολύ καλά. Το Τσίρκο τον είχε
προσλάβει μαζί με κάποιον άλλον ντόπιο
σαν τον εαυτό του, ως έκτακτο, δίπλα
στους δύο μόνιμους φύλακες που είχε
πάντα: τον Τζίνο και τον Μαρίνο.
Συγκεκριμένα ο Τζίνο, ήταν μόνο
αναπληρωτής φύλακας. Η δουλειά του ήταν
άλλη όπως γνωρίζουμε, του Συντονιστή του
προγράμματος του περίφημου Τσίρκου. Το
γραφείο εύρεσης εργασίας είχε δώσει
συστάσεις για το παρελθόν του. Δεν
υπήρχε κάτι το ασυνήθιστο, υπήρχαν καλές
συστάσεις επομένως... γιατί όχι αυτός, ο
Ρίτσι. Ήταν καλός, είχε συνείδηση... μα
μόνο όταν έπαιρνε τα φάρμακά του. Ήταν
ένας από τους φύλακες της ανατολικής
εισόδου που όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν και
η κεντρική είσοδος του Τσίρκου.
Θυμήθηκε τα λόγια του στον Μπάρρυ: ‘Αφεντικό
εγώ είμαι εδώ από τις 11 το βράδυ. Από
το στιγμή δηλαδή που ακόμη και οι δικοί
μας είχαν αρχίσει να αποχωρούν από την
τέντα. Κατά τις 12.30 μ.μ. όλοι είχαν
βγει. Ίσως ο Νίμο να ήταν από τους
τελευταίους ή μάλλον είχε φύγει και είχε
επιστρέψει. Είχε πει κάτι για αϋπνία.
Είχε καθισει κάποια στιγμή εδώ στην
είσοδο. Ύστερα... είχε προχωρήσει και
είχε πιάσει τη γωνιά στην αρχή του
διαδρόμου προς την πίστα και καπνίζοντας
έκανε κόρτε τη γαλαρία του τσίρκου. Έτσι
είναι, κάπνιζε. Αργότερα –δηλαδή μερικά
λεπτά ύστερα- τον είδα να βγαίνει πολύ
βιαστικός, τόσο βιαστικός μάλιστα, που
δεν είπε ούτε καληνύχτα. Τώρα όπου νά’
ναι τελειώνει η βάρδια μου. Εγώ...
ορκίζομαι πως δεν είδα τίποτα το
ασυνήθιστο’, είχε επιμείνει και ο
Μπάρρυ είχε πει: ‘Καλά-καλά!’ και είχε
προχωρήσει μαζί με τον Τζίνο στο κέντρο,
του δαπέδου που περιελάμβανε το Μεγάλο
Τσίρκο για τις παραστάσεις του, και πάνω
από την οποία, και σε μεγάλο ύψος,
κρέμονταν τα σχοινιά αναρρίχησης ή
καθόδου, και τα κύρια αιωρούμενα
μονόζυγα. Ο Ρίτσι είχε ανησυχήσει
ξαφνικά. Φοβόταν την εμπλοκή του σε μία
υπόθεση που θα αποκάλυπτε την αρρώστιά
του πιθανόν. Είχε λοιπόν ζητήσει δύο
ημέρες άδεια για να καλμάρει.
Είχε δει τον Νίμο να
στέκεται εκεί κοντά στην είσοδο του
Τσίρκου, το περασμένο βράδυ και το είχε
αναφέρει. Μα έπρεπε. Τώρα είχε
μπλεχτεί. Η ιδέα άρχισε να τον
ταλαιπωρεί αφάνταστα. Είχε κολλήσει στο
νου του και δεν έλεγε να τον αφήσει.
Αφήνοντας τον Μπάρρυ που ακόμα ήθελε να
ασχοληθεί με τον Νίμο, προχώρησε προς το
τροχόσπιτό του, που βρισκόταν δίπλα στο
τροχόσπιτο του Νίμο. Σταμάτησε μία
στιγμή σα να θυμήθηκε κάτι. Ύστερα
βιάστηκε στο τροχόσπιτό του αλλά δεν
άργησε να βγει. Κύτταξε γύρω του.
Κανείς δε φαινόταν πουθενά. Χτύπησε την
πόρτα του Νίμο. Βέβαια δεν είχε
επιστρέψει ακόμη και το ήξερε. Αλλά το
έκανε τέλος πάντων: επιχείρησε να μπει
μέσα. Γύρισε το πόμολο της πόρτας.
Άνοιξε. Μπήκε μέσα για λίγα μόνο λεπτά
και ύστερα βγήκε, αφού πρώτα είχε
κυττάξει από τα παράθυρα του
τροχόσπιτου. Δεν ήθελε να τον δούνε.
Τι θα έλεγε αν τον έπιαναν να μπαίνει
και ύστερα να βγαίνει από του Νίμου, σαν
αφεντικό; Τι έκανε εκεί μέσα στην
απουσία του κατοίκου του τροχόσπιτου;
Απομακρύνθηκε με γρήγορο βήμα και
κατευθύνθηκε αόριστα αρχικά, αλλά ύστερα
άλλαξε και κατευθύνθηκε προς το μέρος
κάποιων παλιών στάβλων, που υπήρχαν σε
μικρή απόσταση από την περιοχή του
Τσίρκου και πέρα από τον κεντρικό
δρόμο. Δεν είχαν περάσει είκοσι λεπτά,
όταν είχε μπει σε ένα από αυτά και είχε
αρχίσει να περιεργάζεται το χώρο.
Γέλασε σε μία σκέψη του... και ύστερα
δυνατότερα... τα ζούδια στο μυαλό του
είχαν αρχίσει να τον κατευθύνουν...
Ύστερα από τη συζήτησή
του με τον Μπάρρυ εκείνο
το πρωινό ο Νίμο είχε μπει στο
τροχόσπιτό του κουρασμένος. Αισθανόταν
τον ύπνο να τον συνεπαίρνει όταν
αποφάσισε να πιει λίγο νερό. Πάνω στο
τραπέζι του είχε συνήθως μία κανάτα
γεμάτη νερό. Κούνησε το κεφάλι του
‘Πάλιωσε ετούτο’ σκέφτηκε και άδειασε
την κανάτα στο νεροχύτη. Άνοιξε ύστερα
το ψυγείο του και πήρε ένα μπουκάλι με
νερό. Έβαλε λίγο στο ποτήρι του. Του
φάνηκε γλυφό. ‘Το στόμα μου το κάνει
δηλητήριο’ σκέφτηκε. Ακούμπησε το ποτήρι
του πάνω στο τραπεζάκι και ξάπλωσε με τα
ρούχα του στο κρεββάτι. Δεν άργησε να
τον πάρει ο ύπνος. Κάποια στιγμή στην
πορεία του χρόνου, άκουσε ν’ ανοίγει η
πόρτα του. Άνοιξε τα μάτια του. Ήταν η
Ρόζυ. Τα ξανάκλεισε άθελά του σχεδόν.
‘Νίμο... ξύπνα! Ξύπνα σου λέω!’ επέμενε
η φωνή. Ο Νίμο άνοιξε τα μάτια του με
κόπο. Την κύτταξε και τα ξανάκλεισε. Η
Ρόζυ τον κούνησε ξανά. ‘Έλα τώρα...
άνοιξε τα μάτια σου επιτέλους. Ο Νίμο
άνοιξε πάλι τα μάτια του με πολύ ζόρι.
Ένα δάκρυ λαμπύρισε στην άκρη του ενός,
ενώ προσπαθούσε να κινηθεί και δεν το
κατόρθωνε. Κάτι του είχε δέσει χέρια
και πόδια και όταν δοκίμασε να πει κάτι,
αντιλήφθηκε ότι είχε χάσει και τη μιλιά
του. Η Ρόζυ βλέποντάς τον σ’ αυτή την
κατάσταση, έτρεξε πανικόβλητη έξω από το
τροχόσπιτο. Κατευθύνθηκε προς το
τροχόσπιτο του γιατρού Τζόουνς. Χτύπησε
άγρια την πόρτα του: ‘Γιατρέ, γιατρέ,
είσαι μέσα;’ Φώναξε με αγωνία. Η πόρτα
άνοιξε και ο γιατρός Τζόουνς, δεν
πρόλαβε καν να ρωτήσει καθώς η Ρόζυ
φώναξε με άγχος: ‘γρήγορα... κάνε
γρήγορα... κάτι έπαθε ο Νίμο!’ Ο γιατρός
έριξε ένα σακκάκι στην πλάτη του, άρπαξε
την τσάντα του και έτρεξε με την Ρόζυ
στο τροχόσπιτο του Νίμο. Όρμησαν και οι
δύο μέσα μπροστά ο γιατρός, πίσω του η
Ρόζυ. Ο Νίμο ήταν στο κρεβάτι του
ακριβώς όπως τον είχε αφήσει η Ρόζυ
μερικά λεπτά νωρίτερα. Ο γιατρός άνοιξε
την τσάντα του. Του πήρε την πίεση,
εξέτασε το πρόσωπό του προσεκτικά και
έμεινε στα μάτια του. ‘Νίμο σφίξε μου με
τα χέρια σου το μπράτσο...’ συμβούλεψε
και κάθισε δίπλα στο κρεβάτι του. Ο
Νίμο κίνησε αργά το δεξί χέρι του προς
την κατεύθυνση του γιατρού χωρίς
ν’αρθρώσει λέξη. ‘Κούνησε τώρα τα
πόδια σου’, συμβούλεψε τον άντρα.
Εκείνος κούνησε ελαφρά και πάλι, το δεξί
του. Ο γιατρός αποφάνθηκε με προσοχή.
‘Μοιάζει με εγκεφαλικό. Θα καλέσουμε
αμέσως το ασθενοφόρο’ είπε και τράβηξε
το ακουστικό του. Μίλησε και στη
συνέχεια επέμενε: ‘ναι τώρα αμέσως...
πρέπει να τον μεταφέρουμε επειγόντως στο
Νοσοκομείο. Θα συνέλθει ελπίζω, αν όχι
μέχρι αύριο, σε δυο-τρεις ημέρες’. Του
έκανε μία ένεση και σηκώθηκε αργά πάνω
από το νάνο, που κύτταζε με τα μάτια
ακίνητα. ‘Μην προσπαθείς να
επικοινωνήσεις μαζί μας. Θα είσαι
καλύτερα σε μερικές ώρες’, είπε ο
Τζόουνς και τον κύτταξε με συμπάθεια.
Εκείνος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του σε
ένδειξη επικοινωνίας. Δεν άργησε να
φανεί το ασθενοφόρο.
Η Ρόζυ αισθανόταν μεγάλη
θλίψη για τον Νίμο. Ήταν ‘τόσο γλυκός
και συμπαθητικός ο καημενούλης! σκέφτηκε
και τα μάτια της υγράνθηκαν. Ήταν νέος
άνθρωπος, και δεν καταλάβαινε γιατί του
είχε συμβεί αυτό. ‘Μη στεναχωριέσαι
Ρόζυ. Μπορεί απλά να είναι κάτι που τον
πείραξε. Εννοώ μπορεί να έφαγε κάτι
χαλασμένο, να έχει πάθει κάποια
δηλητηρίαση. Μην ανησυχείς λοιπόν. Μόνο
που θέλω να κρατήσεις μυστική τη
γνωμάτευσή μου. Μου το υπόσχεσαι;
Γιατί, πού το ξέρεις; μπορεί κάποιος να
προσπάθησε να τον... καταλαβαίνεις τι
σου λέω; Μυστικότητα λοιπόν για την
ασφάλειά του, και... όλων μας στην
τελική. Δεν πρέπει να μάθει κανείς
τίποτα... έτσι; Εσύ να ξέρεις αυτό που
σου εμπιστεύτηκα, ότι δηλαδή αν όχι σε
μερικές ώρες, σε δυο-τρεις μέρες θα
είναι πολύ καλύτερα!’, την παρηγόρησε ο
Τζόουνς. Η Ρόζυ τον κύτταζε σα χαμένη.
Δεν καταλάβαινε. Τι συνέβαινε
επιτέλους; Ποιος ή ποιοι επιτέλους τα
έκαναν όλα αυτά σε τι απέβλεπαν;
Εκείνη την ημέρα
το Τσίρκο λειτούργησε κανονικά, η
παράσταση υπήρξε επιτυχής και σημειώθηκε
η απουσία του Νίμο ως αισθητή, χωρίς
ωστόσο να δοθούν εξηγήσεις γι’ αυτήν.
Άλλωστε αυτά συμβαίνουν παντού από τους
χώρους διασκέδασης και των διαφόρων
καλλιτεχνικών εκδηλώσεων μέχρις εκείνων
των διαφόρων υπηρεσιών ή εταιρειών και
η απουσία ενός υπαλλήλου είναι μέρος της
ανθρώπινης καθημερινότητας, ‘άνθρωποι
είμαστε ούτως ή άλλως’!
Χωρίς λοιπόν να γνωρίζει
κανείς τις λεπτομέρειες των δύο
επεισοδίων και με το δίχτυ ασφάλειας
κάτω από τα σώματα των ακροβατών
εφαρμοσμένο στη θέση του, είχε ξεκινήσει
στο φημισμένο Τσίρκο, η όλη παράσταση.
Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το
γεγονός ότι το πλήθος των ακροατών που
παρακολουθούσαν τις παραστάσεις -κάποιοι
μάλιστα περισσότερο από μία φορά- δεν
είχαν ενδείξεις για την διαφοροποίηση
της συμπεριφοράς των καλλιτεχνών και των
λοιπών μελών, και εν γένει του
προσωπικού του Τσίρκου. Υπήρχε ωστόσο
μία ένταση που βάρυνε περισσότερο
αυτούς που την ζούσαν και που ήταν οι
άνθρωποι της μικρής κοινωνίας του
Τσίρκου. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους είχε
οξυνθεί από την υποψία που τους έσφιγγε
σαν ένας άυλος και επικίνδυνος κλοιός.
Η επόμενη βρήκε τη
μικρή κοινωνία του Τσίρκου ακόμη
περισσότερο μουδιασμένη. Είχε σοκάρει η
διαρροή του μυστικού του εγκεφαλικού
επεισοδίου που είχε υποστεί ο Νίμο. Αν
και δεν γνώριζαν λεπτομέρειες για την
κατάστασή του, είχαν ακούσει ότι μπορεί
και να μη ζούσε ή αν ζούσε τελικά θα
ήταν ‘χόρτο’. Το άσχημο νέο είχε
κατακεραυνώσει την εμπιστοσύνη, την
ξεγνοιασιά και την αλληλεγγύη στη μικρή
κοινωνία τους και είχε ζωγραφίσει τη
θλίψη στα πρόσωπα όλων. Ένα φάντασμα
είχε διεισδύσει στο χώρο τους που
αδυνατούσαν να το δουν ή να το
υποδείξουν, ούτε και μπορούσαν να
δικαιολογήσουν με τα όποια γνωστά αίτια,
τέτοιες συμπεριφορές.
Με τις
ερωτήσεις ή με τις συζητήσεις ανάμεσά
τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν για όλα
εκείνα φανερά ή μυστικά, ακόμη και
υποθετικά, που είχαν συντείνει προς
εκείνη τη νοσηρή κατάσταση που είχε
δημιουργηθεί ξαφνικά και από το πουθενά.
Ήταν όμως έτσι; Οπωσδήποτε όχι. Γιατί
αυτού του είδους τα φαινόμενα δεν είναι
τυχαία, αλλά ξεκινούν από κάποιους ή από
κάποιον τελικά.
Ο Νίμο είχε υποστεί
εγκεφαλικό χωρίς ποτέ να υπάρχει η
ελάχιστη υποψία κακής υγείας. Οφειλόταν
άραγε σε μία κατακόρυφη επιδείνωση
άγνωστης κατάστασης της υγείας του ή
ήταν το αποτέλεσμα της επέμβασης
κάποιου; Ο γιατρός Τζόουνς είχε πει στη
Ρόζυ και στον Μπάρρυ, αλλά και στην
αστυνομία τελευταία απ’ όλους (και
αναγκαστικά, όταν το νοσοκομείο ζήτησε
να μάθει λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής
του Νίμο), ότι αν είχε πιει μεγαλύτερη
ποσότητα νερού από εκείνη που είχε ήδη
πάρει, ‘θα τα είχε... ‘τινάξει!’ Αυτά
έδειχναν οι εξετάσεις και αναλύσεις
αίματος και ούρων. Το ποτήρι που βρέθηκε
στο τραπέζι και τα περιεχόμενα του
ψυγείου του Νίμου είχαν απομακρυνθεί
προσεκτικά, είχαν εξεταστεί τα δακτυλικά
αποτυπώματα αλλά και τα υγρά ή στερεά
τρόφιμα, είχαν υποβληθεί σε ανάλυση των
επί μέρους συστατικών τους σε βιολογικό
εργαστήριο. Τα αποτελέσματα ήταν ζήτημα
ωρών.
Οποιοσδήποτε μπορούσε να
καταλάβει τι εννοούσε ο γιατρός Τζόουνς
τέλος πάντων. Την είχε ‘σκαπουλάρει...’
ο Νίμο ‘γιατί είχε άγιο κοντά του!’ είχε
παραδεχτεί και ο Μπάρρυ γνοιασμένος,
τραβώντας μία ρουφηξιά από το χαβανέζικο
πούρο του. Όλα αυτά ήξερε ότι θα
μπορούσαν να είναι και χειρότερα... αν
είχε τραυματισθεί κάποιος από τους
ακροβάτες του ή αν είχε πεθάνει ο Νίμο.
‘Θεός ‘φυλάξοι’, από τα χειρότερα!’
ευχήθηκε. Κανείς δεν μπορούσε να
κατηγορήσει κανέναν και ο Μπάρρυ είχε
φροντίσει να νουθετήσει το Νίμο ώστε να
αποκρύψουν τις όποιες υποψίες στην
έρευνα της αστυνομίας, αν και όταν θα
προέκυπτε τελικά.
Ο καημένος ο Νίμο πώς μπορούσε αλήθεια
να βοηθήσει αφού ούτε να κουνηθεί ούτε
και να μιλήσει μπορούσε. Ο Μπάρρυ
κούνησε το κεφάλι του στη σκέψη του
Νίμου. Πώς θα μπορούσαν να
παρουσιάσουν την παρά λίγο επιτυχή
απόπειρα δολοφονίας του Νίμο, σαν δική
του απροσεξία; Δεν ήταν παράλογο από
μόνο του; Παρά τα μέτρα λοιπόν που είχε
επιχειρήσει να υιοθετήσει ο Μπάρρυ, το
ήξερε ότι ήταν ζήτημα χρόνου η έκδοση
των αναλύσεων από το σώμα της αστυνομίας
εναντίον του εγκλήματος, και επομένως
και τα στοιχεία του ενόχου...
Ήταν θρησκόληπτος
άνθρωπος ο Μπάρρυ.
Ρωμαιοκαθολικός, από μάνα Γερμανίδα και
πατέρα Ιταλό. ‘Τι σου κάνει η ξενιτιά...
ενώνει ανθρώπους με άλλη λαλιά και με
ταλέντα παράξενα και τους κάνει σαν ένα
‘μεικτό πράγμα’ με δύο σώματα και
μυαλά... εναρμονισμένα όμως‘. Σκεφτόταν
κάποτε. Έτσι ήταν αυτός με τη
Νοτιοαμερικανίδα γυναίκα του την
Φιλίππα και κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν
και ο πατέρας του ο Τζουζέππε με την
μάνα του τη Μαρλίν, ο μαυριδερός θερμός
Ναπολιτάνος με την κατάξανθη, την
λογική, την ψύχραιμη Γερμανίδα. Ο
Μπάρρυ είχε πάρει και από τους δύο: το
επιχειρηματικό μυαλό και τη σοβαρότητα
της δουλειάς από τη μάνα του και το
θυμό, τα νεύρα και την καλλιτεχνία, από
τον φλογερό Ναπολιτάνο πατέρα του.
Παρά την τελευταία απόφασή
του ο Μπάρρυ, ύστερα από τα συμπεράσματα
του Νοσοκομείου και την επικοινωνία
αυτών με τον γιατρό του Τσίρκου, παρά
την απαραίτητη εχεμύθεια για
επαγγελματικούς λόγους, αναγκάστηκε
τελικά να επισκεφτεί την τοπική
αστυνομία για να συζητήσει με εγγυημένη
εχεμύθεια, και για να ζητήσει τη γνώμη
και τη βοήθεια ειδικού σχετικά με τα
συγκλονιστικά φαινόμενα που είχαν
παρουσιαστεί μέσα σε δύο ημέρες και
είχαν αλλάξει τη ζωή του και όλων των
άλλων μελών της μικρής κοινωνίας του
Τσίρκου. Τότε ήταν που ο γιατρός
Τζόουνς είχε πει κάποια ελάχιστα,
σχετικά.
Η ανησυχία του Μπάρρυ ήταν έκδηλη.
Κάποιος είχε βαλθεί να κάνει κακό στο
προσωπικό του Τσίρκου και επομένως και
στην επιχείρησή του. Σκέφτηκε πως ίσως
κάποιος ή κάποιοι από τους ανθρώπους που
εργάζονταν στο Τσίρκο με κάποια ιδιότητα
και μάλιστα ήταν υπεράνω υποψίας μέχρι
εκείνη τη στιγμή, είχαν προκαλέσει αυτά
τα φαινόμενα και ότι όφειλε να είναι
πολύ προσεκτικός και στην επικοινωνία
του με την αστυνομία: ένας εχέμυθης
ντετέκτιβ της αστυνομίας όφειλε ν’
αναλάβει τη εξιχνίαση της σειράς των
μυστηρίων και ακατανόητων φαινομένων που
ταλάνιζαν την κοινωνία του Τσίρκου και
επιπλέον απειλούσαν κι αυτή ακόμη την
ύπαρξή του. Και για καλή του τύχη, αυτό
έγινε τελικά.
Ο Μπάρρυ είχε αποφασίσει ότι
κάποιοι επεδίωκαν με φονικά κόλπα να
κλείσουν το μοναδικής επιτυχίας Τσίρκο
και να πάρουν τη θέση του. Ήταν
αδύνατον; ‘Όχι βέβαια!’ Το σκέφτηκε
τόσες φορές που είχε σχεδόν πειστεί ότι
όντως έτσι είχαν τα πράγματα. Λίγη
καχυποψία άλλωστε ευαισθητοποιεί τους
ανθρώπους και τους καθιστά περισσότερο
προσεκτικούς.
Η Ρόζυ είχε τρελαθεί
από την ανησυχία της. Δεν ήξερε σε
ποιον να απευθυνθεί γι’ αυτό το δεύτερο
γεγονός που την είχε σοκάρει τελικά: το
σακ-βουαγιάζ που είχε βρει έξω από το
τροχόσπιτό της και της Βερόνικας. Η
Βερόνικα που δεν ήταν μαζί της εκείνη
τη στιγμή –είχε βγει με τον Άλντο για
λίγο- την είχε βρει να κάθεται
στεναχωρημένη μέσα στο τροχόσπιτο
μπροστά στο σακ βουαγιαζ κι όταν άκουσε
που το είχε βρει και τι περιείχε, είχε
συμβουλέψει τη Ρόζυ να πάνε μαζί στον
Μπάρρυ. Αυτή όμως αποφάσισε να δει μόνη
της το ‘Μεγάλο Αφεντικό’ τον Μπάρρυ.
Δεν ήξερε όμως από πού ν’αρχίσει για τα
πού, τα πότε και τα πώς της υπόθεσης,
με την οποία είχε βρεθεί αντιμέτωπη έτσι
ξαφνικά το περασμένο βράδυ, ύστερα από
εκείνη την οδυνηρή παράσταση. Αυτός
άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο
είχε τρέξει στο τροχόσπιτο του Νίμου την
επομένη, για να τον βρει τελικά σε
εκείνη την τρομαχτική κατάσταση.
Τρίτη ημέρα λοιπόν αφότου οι άνθρωποι
του Τσίρκου, βίαια είχαν μπει σε εκείνο
τον κύκλο των περίεργων φαινομένων με
απτό θύμα τελικά το Νίμο, που βρισκόταν
για δεύτερη ημέρα στο Νοσοκομείο.
Απαγορευόταν βέβαια η είσοδος στους
όποιους επισκέπτες. Ποιος μπορούσε να
είναι βέβαιος ότι το πρόσωπο που είχε
αποπειραθεί να ‘καθαρίσει’ τον Νίμο δε
θα προσπαθούσε και πάλι; Ναι δεν
μπορούσε να αποκλειστεί η πιθανότητα
μιας νέας απόπειρας εναντίον του. Και
αν η πρώτη απόπειρα είχε αποτύχει, η
δεύτερη πιθανόν να ήταν θανατηφόρα. Η
αστυνομία πάντως είχε καλού-κακού,
τοποθετήσει έναν άντρα έξω από τον
θάλαμό του.
Η Ρόζυ λοιπόν είχε
βρεθεί μπροστά σ’ ένα νέο και αγχώδες
δίλλημα. Κρατώντας το σακ-βουαγιάζ
κατευθύνθηκε στο τροχόσπιτο του Μπάρρυ.
Χτύπησε. ‘Εμπρός!’ ακούστηκε η φωνή του
και η Ρόζυ άνοιξε την πόρτα. Ο Μπάρρυ
καθόταν μπροστά στο κομπιούτερ του με
κάποια από τα χαρτιά του στα πλάγια του
γραφείου του και κάποια άλλα, εδώ κι
εκεί σε καρέκλες. Την κύτταξε
εξεταστικά. ‘Καλώστηνα!’ είπε απλά. Η
Ρόζυ χαμογέλασε δειλά και του πρότεινε
την τσάντα. ‘Τι είναι αυτό;’ Ρώτησε ο
Μπάρρυ περίεργος. ‘Μπάρρυ... δε θα το
πιστέψεις, αλλά τη βρήκα εχτές μετά από
την παράσταση σε μία πλαστική σακούλα
μισοκρυμμένη κάτω από τα σκαλοπάτια του
δικού μας τροχόσπιτου. Την αποκάλυψε
μέσα στο σκοτάδι, ο φακός μου. Την
άνοιξα και φαίνεται ότι περιέχει μία
ολόμαυρη φόρμα με προσαρτημένο απάνω της
είδος μπαλακλάβα. Δεν ξέρω ποιος την
έβαλε εκεί, αλλά χωρίς να το θέλω
σκέφτηκα ότι ίσως να είχε σχέση με τη
σκιά που είχε δει στη γαλαρία, στο
στερέωμα του τσίρκου, ο Νίμος. Αυτός
ήταν και ο λόγος για τον οποίο τον είχα
επισκεφτεί χτες, για να τον δω δηλαδή,
να του μιλήσω γι αυτή τη φόρμα. Τα
υπόλοιπα τα γνωρίζεις. Τον βρήκα στην
κατάσταση που βρίσκεται. Ύστερα από
αυτό που συνέβη στον καημένο το Νίμο
τρομοκρατήθηκα και δεν είπα τίποτα σε
κανέναν, εκτός από τη Βερόνικα. Θα
μπορούσε να είναι μία σοβαρή απόδειξη
στην υπόθεση... Δεν μπορούσα επομένως
να το κρατήσω μυστικό από σένα.
Σκέφτηκα να σε δω... Νά ‘μαι λοιπόν!’
είπε κουρασμένα.
Ο Μπάρρυ σηκώθηκε και την έβαλε να
καθίσει σε ένα κάθισμα, πετώντας πρώτα
τα χαρτιά από πάνω της. ‘Συγγνώμη για
την ακαταστασία. Η γραμματέας μου
απουσιάζει. Έλα κάθισε και ηρέμησε. Μη
στεναχωριέσαι γι’ αυτό. Άφησέ το εδώ
και κανείς δε θα μάθει, εκτός βέβαια από
εκείνον που τα έκρυψε κάτω από τη σκάλα
σου για να ενοχοποιήσει εσένα ή την
αδερφή σου, πιθανόν’ είπε χαμογελώντας
βεβιασμένα. Η Ρόζυ κοκκίνισε και
δαγκώθηκε. Ήταν λοιπόν δυνατόν κάτι
τέτοιο; ‘Αν σου μιλήσει κάποιος ονόματι
Κέλλυ, μη φοβηθείς. Είναι δικός μου
άνθρωπος. Είναι ντετέκτιβ της μυστικής
αστυνομίας. Θα σε βοηθήσει αν
χρειαστεί. Μπορεί να σου κάνει
ερωτήσεις. Πες ό,τι ξέρεις και μη
φοβάσαι’. Ή Ρόζυ ένευσε συγκαταβατικά.
Σηκώθηκε είπε ένα ευχαριστώ και
ετοιμάστηκε ν’ ανοίξει την πόρτα. ‘Δε
θα έχουμε παράσταση σήμερα, ίσως ούτε
και αύριο’, είπε ο Μπάρρυ ήσυχα. Η νέα
δεν έκανε την παραμικρή ερώτηση. Τον
άκουσε μόνο και όταν ο Μπάρρυ τελείωσε,
τον χαιρέτησε και άνοιξε την πόρτα.
‘Ρόζυ μήνυσε εκ μέρους μου και στη
Βερόνικα. Μακριά από εκείνους που δεν
γνωρίζετε από χρόνια’. Η Ρόζυ
αναρωτήθηκε ποιους άραγε εννοούσε;
Πόσοι ήταν καινούργιοι ανάμεσά τους
ένας, δύο ή τρεις; Ένευσε και πάλι το
κεφάλι της. Καταλάβαινε πολύ
περισσότερα από εκείνα που έλεγε. Ήταν
πολύ έξυπνη για υποδείξεις αυτού του
είδους.
Ο ντετέκτιβ Κέλλυ
άνοιξε την τσάντα και την
αναποδογύρισε. ’Τι έχουμε εδώ; Μία
φόρμα μαύρη, ένα μπαλακλάβα, και ένα
σχισμένο μανίκι!..’ ο Μπάρρυ τον κύτταξε
με νεύρο. ‘Τι λες τώρα;’ ρώτησε
νομίζοντας ότι ο Κέλλυ αστειευόταν.
‘Τι, τι λέω; Αυτό που άκουσες: κι ένα
σκισμένο μανίκι!‘ Του έδειξε το μανίκι
από τη φόρμα. Ήταν φρέσκο και δεν είχε
γίνει αντιληπτό από τον δράστη ή μάλλον
δεν έδωσε σημασία. Το αριστερό μανίκι
είναι... θέλω να πω πως κάπου σκάλωσε
και σχίστηκε βίαια. Ήθελα να ήξερα
πόσοι φορούν μακριά μανίκια στο Τσίρκο
αυτή τη στιγμή’, είπε. ‘Εξαρτάται, δεν
εξαρτάται;’ Ρώτησε ο Μπάρρυ
περιμένοντας. ‘Ναι, αλλά θα μας
επιτρέψουν οι άνθρωποί σου να δούμε τα
χέρια τους γυμνά; Ή πρέπει να
περιμένουμε να τους πιάσουμε όταν
εργάζονται; Δεν γίνονται αυτά... Εκτός
αν πριν από το αίτημα να προβάλλουν όλοι
γυμνά τα μπράτσα τους συμβεί το
αναπάντεχο’. ‘Δηλαδή;’ ρώτησε ο
Μπάρρυ. ‘Εννοώ... Αν κάποιος κατά λάθος
ή επειδή θα πρέπει, θα μας αποκαλυφθεί
μόνος του. Μιλάμε για τους ακροβάτες
σου βέβαια. Άλλωστε θα πρέπει να ήταν
ακροβάτης εκείνος που πήγε να κόψει το
σχοινί κι ας μην τον βρήκαμε ακόμα. Θα
τον βρούμε όμως, να μην αμφιβάλλεις γι
αυτό! Τώρα μας έστειλε ο φίλος μας ένα
σκισμένο μανίκι... ‘και μάλλον και έναν
πληγωμένο βραχίονα!..’ μουρμούρισε και ο
Μπάρρυ δεν είχε καταλάβει τι έλεγε. Τον
κύτταζε με ερωτηματικό στα μάτια. ‘Δεν
κατάλαβες;’ ρώτησε απευθυνόμενος πάντα
τον Μπάρρυ που τον κύτταζε γεμάτος
απορία. ‘Νομίζω!’ είπε ο Μπάρρυ
αβέβαιος. Το μυαλό του ντετέκτιβ έπαιρνε
τα δικά του μονοπάτια, αναμφίβολα. ‘Έτσι
είναι. Πώς αλλιώς θα έβρισκαν
απαντήσεις στα οδυνηρά ερωτήματα αν δεν
ήταν ιδιοφυΐες στην εγκληματολογία; Αλλά
μανίκια μακριά ή κοντά; Δεν ξέρω!’
σκέφτηκε πάλι ο Μπάρρυ. Ήταν τόσο
συγχυσμένος που όλη η ευαισθησία του, η
καλλιτεχνία του και τα ταλέντα του
επιχειρηματικού του μυαλού, αδυνατούσαν
να ερμηνεύσουν. ‘Από τα κοντά ή τα
μακριά μανίκια λοιπόν... εντάξει
κατάλαβα θέλει να δει αν υπάρχει
γρατσουνιά σε αριστερό χέρι που να
ανήκει στο προσωπικό μου... σε σχέση με
το σχίσιμο του μανικιού της φόρμας.
Για περίμενε, δεν θα μπορούσε να
υπάρχει μία τέτοια σατανική σύμπτωση;
Και βέβαια θα μπορούσε. Αγαπητό μου
αστυνομικό δαιμόνιο... αν περιοριστείς
σε μία τέτοια μόνο μαρτυρία χαθήκαμε!’
σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι του
απογοητευμένος. Τίναξε το κεφάλι του
προς τα πίσω. ‘Συγκεντρώσου Μπάρρυ, να
μην κλείσουμε την επιχείρηση εξαιτίας
κάποιων άτυχων υπολογισμών!.. Εδώ
πρόκειται για ψυχή, καλλιτεχνική ψυχή,
ευαισθησία, ο καλλιτέχνης δεν έχει
κακία. Ζήλεια; ναι έχει μπόλικη, κακία
όμως; Εντάξει, υπάρχει σύνδεση μεταξύ
ζήλειας και κακίας, όμως ένας αληθινός
καλλιτέχνης δεν φτάνει ως εκεί. Όχι,
δε φτάνει ως εκεί!’ Ο Μπάρρυ ήταν
βέβαιος γι’ αυτό. Οι ‘εκλεκτοί του’,
όπως αποκαλούσε τους καλλιτέχνες του,
σχημάτιζαν την πολυπληθή οικογένεια του
Τσίρκου, και είχαν εισχωρήσει σ’ αυτήν
σε νεαρή ηλικία, παιδιά, και εκείνη τη
στιγμή κάποιοι βρίσκονταν στην
κατάλληλη ηλικία, και άλλοι είχαν
προσπεράσει την πρώτη τους νεότητα.
Αυτοί οι εκλεκτοί του ήταν που έψαχναν
σαν τα λαγωνικά, εύρισκαν τα κατάλληλα
νέα παιδιά, τα γύμναζαν και τα
προσέθεταν στο παλιό πλήρωμα του
Τσίρκου και το μπόλιαζαν με νέο αίμα.
|
Ο Μπάρρυ στα πενήντα του
ήταν ένα πετυχημένος και παγκόσμια
αναγνωρισμένος επιχειρηματίας. Δεν ήταν
τυχαίο το γεγονός ότι το Τσίρκο του
λειτουργούσε σαν ένα Πανεπιστήμιο από
όπου οι καλλιτέχνες έπαιρναν τα Μάστερ
τους ή τα Διδακτορικά τους!
‘Λουσίντα!’ φώναξε ο
Μπάρρυ. Η νέα άνοιξε την πόρτα του
τροχόσπιτου. Μύριζε ένα θεϊκό άρωμα.
‘Χμ! Τι θείο άρωμα καλή μου!’ θαύμασε
ο Μπάρρυ. ‘Ω! συγγνώμη Μπάρρυ... Πέρασε
μέσα παρακαλώ!’ είπε κοκκινίζοντας η
μελαχρινή Ανδαλουσιάνα. Η κινέζικη
ρόμπα της με το τριών τετάρτων μανίκι
άφηνε τα καλογραμμένα μπράτσα της
ελεύθερα. Ένα μεγάλο τσιρότο στο
αριστερό της χέρι κάτω από τον αγκώνα,
υποκίνησε την περιέργεια του Μπάρρυ.
Θυμήθηκε τα λόγια του Κέλλυ: ‘Το
αριστερό μανίκι είναι... κάπου σκάλωσε
και σχίστηκε βίαια. Ήθελα να ήξερα
πόσοι φορούν μακριά μανίκια στο
Τσίρκο...’ είχε πει. ‘Εξαρτάται... δεν
εξαρτάται;’ Είχε απαντήσει ο Μπάρρυ,
και τώρα ξαφνικά αναρωτήθηκε δυνατά:
‘Τι έπαθες στο μπράτσο σου;’ ‘Α!
Αυτό... ένα ατύχημα, ο γάτος μου... ο
Μπρούνο, ναι, πήδηξε, βρέθηκα στο διάβα
του... και άθελά του με γρατσούνισε.
Πάνε τρεις μέρες σχεδόν’. ‘Κακό...
πολύ κακό αυτό!’ μουρμούρισε ο Μπάρρυ.
‘Ναι, ευτυχώς που οι επίδεσμοι είναι στο
χρώμα του δέρματος κι έτσι δε θα
φαίνεται ότι έχω ένα στο μπράτσο μου’.
‘Γιατρέ...
μου φαίνεται πως έπαθα μία
μικρή μόλυνση. Με γρατσούνισε η γάτα
μου ο Μπρούνο και... τέταρτη ημέρα
σήμερα... και δε φαίνεται να
καλυτερεύει.’ Ήταν η Λουσίντα που
τηλεφωνούσε. Ο Τζόουνς την κάλεσε στο
ιατρείο του και αφού εξέτασε την άσχημη
και βαθιά γρατσουνιά στο αριστερό της
χέρι κάτω από τον αγκώνα, διαπίστωσε
σοβαρή μόλυνση. ‘Με τι το καθάρισες;’
ρώτησε. ‘Με
detoll και ύστερα έβαλα
savlon’
απάντησε η Λουσίντα. Πολύ φοβάμαι ότι
εξελίσσεται σε κάτι άσχημο. Είσαι
βέβαιη ότι σε γρατσούνισε η γάτα σου και
ότι δεν είναι από κάτι άλλο; Από ένα
σκουριασμένο σύρμα... ή ένα σίδερο;
Φαίνεται βαθύ. Μπορεί το αντισηπτικό σου
να μην έφτασε στο βάθος του τραύματός
σου’ είπε πάλι ο Τζόουνς. ‘Όχι γιατρέ
μου... Δεν υπάρχει λόγος να πω ιστορίες
για μία γρατσουνιά!’ είπε η Λουσίντα,
πολύ ταραγμένη αυτή τη φορά. ‘Κακή
γρατσουνιά!’ είπε ο Τζόουνς κάνοντας μία
γκριμάτσα. Αν είσαι σίγουρη ότι δεν
είναι από σίδερο εντάξει, αν όμως είναι,
τότε πρέπει να κάνεις αντιτετανικό
ορό... για να μην πάθεις καμιά
γάγγραινα!’ ‘Ναι γιατρέ μου καταλαβαίνω,
είπε η Λουσίντα και αφού ο Δρ. Τζόουνς
το καθάρισε με δυνατό αντισηπτικό της
είπε να πάει την επόμενη για να το
ξαναδεί. Της έδωσε επίσης
penicillin.
Ο Τζόουνς δεν είχε πιστέψει την ιστορία
της Λουσίντα. Πίστευε από τη μορφή της
πληγής ότι υπήρχε πιθανότητα εξέλιξης
προς το χειρότερο. ‘Αν έγινε το ατύχημα
από σκουριασμένο σίδερο και το τραύμα
είναι βαθύτερο από ότι φαίνεται, τότε...
μπορεί το τραύμα της και να εξελίσσεται
σε γάγγραινα. Αύριο θα της κάνω τον
ορό, θέλει δε θέλει και ελπίζω να μην
είναι αργά. Δε θέλουμε να χάσει το χέρι
της! Πώς θα ζήσει μία ακροβάτρια χωρίς
χέρι; Δεν καταλαβαίνω, όμως... αν είναι
αλήθεια μόλυνση από σίδερο γιατί να το
κρύβει;‘ στεναχωρήθηκε στη σκέψη της
επιπολαιότητας της Λουσίντα.
Η Λουσίντα ήταν νέο
μέλος στην οικογένεια του Τσίρκου. Είχε
προσχωρήσει σ’ αυτήν, όταν τον περασμένο
χρόνο το Τσίρκο βρισκόταν στην Ισπανία.
Ήταν γνωστή ως ‘η θερμόαιμη
Ανδαλουσιάνα’. Πετούσε το κεφάλι της
προς τα πίσω όταν χαιρετούσε το πλήθος
που τη ζητωκραύγαζε και τα μαλλιά της
ήταν σαν γυαλιστερός έβενος με μωβ
ανταύγειες. Ήταν πολύ όμορφη η Λουσίντα
με το το άψογο, μελαχρινό της δέρμα.
Αρκετοί άντρες ήταν ξετρελαμένοι μαζί
της και ήταν γνωστή η πρόταση γάμου
γνωστού εκατομμυριούχου Γάλλου
επιχειρηματία. Όμως η Λουσίντα δεν ήταν
έτοιμη. Έμοιαζε με άγριο θηλυκό ζώο,
που δεν τολμούσαν τα αρσενικά να το
ζυγώσουν από φόβο μήπως και τους
κατασπαράξει με το πάθος της.
‘Μπάρρυ, άκου φίλε μου, η Λουσίντα έχει
μία βαθιά μολυσμένη πληγή στο αριστερό
της χέρι κάτω από τον αγκώνα της.
Υποψιάζομαι ότι είναι η αρχή
γάγγραινας. Θα τη δω αύριο και θα την
πείσω να κάνει αντιτετανικό ορό.’ Είπε
ο Τζόουνς στον Μπάρρυ επικοινωνώντας
μαζί του τηλεφωνικά.
Εκείνος μόνο που δεν πήδηξε όταν τον
άκουσε. ‘Γάγγραινα είπες; Εμένα μου
ιστόρησε άλλα!’ φώναξε στον Τζόουνς
νευριασμένος τώρα πια. Ανησύχησε. Τι
σήμαιναν όλα αυτά; Η Λουσίντα; ‘Λες να
είχε κάποια σχέση με την ακροβατική
ομάδα: Άλντο, Ρόζυ και Βερόνικα; Και ο
Νίμο; Πού χωρούσε σε όλο αυτό, η υπόθεση
του Νίμο; Είχε άραγε κάποια σχέση με όλα
όσα είχαν διαδραματιστεί στο Τσίρκο τις
τελευταίες ημέρες; Θυμήθηκε τον
ντετέκτιβ.
Ο Κέλλυ είχε κληθεί
από το τμήμα εξέτασης των στοιχείων για
διελεύκανση υπόπτων υποθέσεων.
‘Ανακαλύψαμε δύο αρώματα στη φόρμα που
έφερες. Στο λαιμό και στις μασχάλες.
Υπάρχει η αντρική κολώνια
Opium
και το γυναικείο άρωμα Αddict
του
Dior.
Παρουσιάζεται δυνατότερο το γυναικείο
άρωμα. Θα πρέπει το γυναικείο άρωμα να
ήρθε σε επαφή με τη φόρμα αργότερα και
έτσι είναι τελικά’. Ο Κέλλυ δεν είχε
μιλήσει αμέσως. Ήθελε να σκεφτεί. Το
έκανε εντατικά και πεισμωμένα. Ήταν
τόσα πολλά εκείνα που έπρεπε να
ερευνηθούν και να ερμηνευτούν. ‘Το θέμα
είναι ότι αυτή η φόρμα υποτίθεται ότι
ανήκει σε έναν από τους δύο που
χρησιμοποιούν τα δύο διαφορετικά
αρώματα... Εκτός εάν... Είναι δυνατόν να
χρησιμοποιείται από δύο άτομα έναν άντρα
και μία γυναίκα; Κατ’ εναλλαγήν; Μάλλον
όχι. Ένα Τσίρκο σαν το
Megaplex
που αναμφίβολα έχει την ικανότητα να
παρέχει τόσες ανέσεις και τόσο προσωπικό
για την εξυπηρέτηση όλων, δεν μπορεί
παρά να παρέχει και ένα σπουδαίο και
πλούσιο βεστιάριο, για όλες και για
όλους. Εκτός.... αν κάποιος δανείστηκε
τη φόρμα ενός άλλου για να τον
ενοχοποιήσει για κάτι. Αν είναι έτσι
τότε γεννάται το ερώτημα ποιος ήταν
αυτός που τη φόρεσε τελευταίος γιατί
‘δανείστηκε’ μία ξένη φόρμα αν δεν ήταν
δική του, και γιατί την ‘τοποθέτησε’ έξω
από το τροχόσπιτο της γνωστής
ακροβάτριας ‘του διδύμου’. Το τελευταίο
κυρίως εξηγείται και εν_
|