Μία απάντηση σ’ εκείνους που εξακολουθούν να  αντιτίθενται στην αποδεδειγμένη συνέχεια της αρχαιοελληνικής Γλώσσας  ως  τον 4ο μ.Χ., την εξέλιξη και συνοχή της με την νεοελληνική ως τον 21ο αι.

                                                                            

      Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Ελλη

 Μεταπτυχιούχος φιλόλογος

        Συγγραφέας-καλλιτέχνιδα

 

‘Θέλεις να μιλήσουμε δια την γλώσσα’ μήγαρις έχω άλλο στον νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;’........ ρωτά ο Ποιητής τον Φίλο στον Διάλογο του Σολωμού[1].

            Δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη εισαγωγή στο παρόν πόνημα, από αυτά τα λόγια του Δ. Σολωμού, καθώς ανταποκρίνονται άμεσα σχεδόν στο περιεχόμενό του. 

            Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός η άμεση σύνδεση της ελληνικής γλώσσας με την έννοια της  ελευθερίας.  Μόνο ένας λαός που λάτρεψε την ελευθερία του όσο ο Έλληνας, θα μπορούσε να διατηρήσει τη γλώσσα του μέσα στους αιώνες, που τον δοκίμασαν με τη σκλαβιά πικοίλων κατακτητών και τις οδύνες εμφυλίων και δη του ειδεχθέστερου και αδελφοκτόνου[2] εν ονόματι σκοτεινής ιδεολογίας κατά βάσιν διεθνιστικής και επομένως αντιεθνικής[3], σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι διακρίνονται όχι σε εθνότητες, αλλά σε οικονομικές τάξεις και άλλα επώδυνα[4], και που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον 20ό  αι.  Τις συνέπειες αυτών των παραλόγων κινήσεων[5] τις πληρώνει ακόμα ο Νεοέλληνας και δεν χρειάζεται να πάμε μακριά από τη γείτονα ΦΥΡΟΜ[6], προϊόν της άλλοτε επεκτατικής πολιτικής της Βουλγαρικής Κομμουνιστικής Μηχανής και της αντίστοιχης της Σερβίας.  

            Πέρα από τον Εθνικό μας ποιητή Δ. Σολωμό, ο Ν. Καζαντζάκης επίσης, αναφέρεται στο πολυζητημένο θέμα της γλώσσας.  Ο Κρητικός την υμνεί με τον δικό του ιδιάζοντα γοητευτικό τρόπο, ο οποίος αποτελεί μία συνισταμένη αφενός της ανυπέρβλητης ικανότητάς του του  χειρισμού της ελληνικής γλώσσας,  και αφετέρου της καθ’ όλα μεγαλειώδους τεχνικής του των περιγραφών.  Αυτές οι περιγραφές συντείνουν στην περεταίρω σύλληψη συναρπαστικών, ανάγλυφων σχεδόν εικόνων, τις οποίες ο Έλληνας αναγνώστης όχι μόνο τις οραματίζεται εύκολα, αλλά παράλληλα αισθάνεται δικαιωμένος για τις πίστεις του, για την αιωνιότητα του πολιτισμού του και της γλώσσας του.   

            Στο σημείο αυτό, παρατίθενται κάποια ανεπανάληπτα λογοτεχνικά κομμάτια του Ν.Καζαντζάκη, και τα οποία περιλαμβάνονται στην μυθιστορηματική βιογραφία του Αναφορά στον Γκρέκο[7], μεταξύ των σελίδων 155 – 167, έτσι ώστε ο όποιος αναγνώστης να γευτεί λίγη από την μαγεία του χειρισμού της ελληνικής γλώσσας  από τον Κρητικό, τους λόγους τους οποίους παρουσιάζει για την αγάπη του Έλληνα προς αυτήν, και την δικαιολογημένη υπερηφάνεια του, καθώς δεμένος άρρηκτα με τις μνήμες του παρελθόντος, αναγνωρίζει την συνέχισή της και την ιδιάζουσα δύναμή της να αντισταθεί σε όλες τις επιδράσεις εκείνων που πέρασαν με μάνητα πάνω από τα χώματα της ελληνικής χερσονήσου, προσπαθώντας να την σαρώσουν. Ευτυχής τελικά χώρα, καθώς δεν κατόρθωσαν ούτε οι σκοτεινές δυνάμεις της Ελλάδας εκπροσωπημένες από τα παραπλανημένα παιδιά της να την ξεπουλήσουν σε χώρες μιας ιδιεολογίας που καλλιεργήθηκε, για να  γκρεμιστεί τελικά, μέσα στην ίδια την κοιτίδα της. 

            Γράφει λοιπόν ο Κρητικός:

‘Γι’ αυτό όποιος ταξιδεύει στην Ελλάδα κι έχει μάτι να βλέπει και νου να στοχάζεται, ταξιδεύει από μια νίκη πνεματική σε άλλη πνεματική νίκη, σε αδιάσπαστη μαγική ενότητα.  Είναι, το βεβαιώνεσαι εδώ στην Ελλάδα, το πνέμα συνέχεια κι ανθός της ύλης, κι ο μύθος η απλή, συνθετική έκφραση της πιο θετικής πραγματικότητας.  Χρόνια περπάτησε το πνέμα απάνω στις ελληνικές πέτρες, κι απ’ όπου κι αν περάσεις θα ξεκρίνεις τα θεϊκά του αχνάρια’ (σ.157).

             ‘Το καταλάβαινα κάθε μέρα και καλύτερα περπατώντας στην ελληνική γης, ο ελληνικός πολιτισμός δεν ήταν μετέωρος, υπερφυσικός ανθός, ήταν ένα δέντρο που είχε ριζώσει βαθιά στη γη κι έτρωγε λάσπη και την έκανε ανθούς. Κι όσο πιο πολλές λάσπες έτρωγε τόσο κατεργάζουνταν και πιο πλούσια την άνθισή του.  Η περίφημη αρχαία απλότητα, η ισορρόπηση κι η γαλήνη δεν ήταν οι φυσικές ακοπίαστες αρετές μιας απλής ισορροπημένης ράτσας’ ήταν δύσκολοι άθλοι, λάφυρα από οδυνηρούς επικίντυνους αγώνες. Πολύπλοκη και τραγική είναι η ελληνική γαλήνη, ισορρόπηση από άγριες αντιμαχόμενες δυνάμες, που κατόρθωσαν, ύστερα από πολύμοχτη πάλη, να φιλιώσουν. Να φτάσουν εκεί που λέει ένας Βυζαντινός μυστικός, στην απροσπάθεια, δηλαδή στην κορφή της προσπάθειας (σ. 163). 

            ‘Όλα στην Ελλάδα, βουνά, ποταμοί, θάλασσες, πεδιάδες, ‘ανθρωπίζουνται’ και μιλούν στον άνθρωπο μια σχεδόν ανθρώπινη γλώσσα. Δεν τον καταπλακώνουν, δεν τον τυραννούν’ γίνουνται φίλοι του και συνεργάτες. Η θολή, ακαταστάλαχτη κραυγή της Ανατολής, περνώντας από το φως της Ελλάδας, καθαρίζει, ανθρωπίζεται, γίνεται Λόγος.  Η Ελλάδα είναι το φίλτρο που λαγαρίζει με αγώνα πολύ το κτήνος σε άνθρωπο, την ανατολίτικη σκλαβιά σ’ ελευτερία και τη βάρβαρη μέθη  σε νηφάλιο λογισμό. Να δώσει πρόσωπο στο απρόσωπο, μέτρο στην αμετρία, ισορροπώντας τις συγκρουόμενες τυφλές δυνάμες, τέτοια η αποστολή της πολυβασανισμένης στεριάς και θάλασσας που λέγεται Ελλάδα.

            Είναι αληθινή χαρά, και πλούτος μεγάλος να τριγυρνάς την Ελλάδα. Τόσο το ελληνικό χώμα είναι ποτισμένο με δάκρυα, ιδρώτα κι αίμα, τόσο τα ελληνικά βουνά είδαν ανθρώπινο αγώνα, που ανατριχιάζεις λογιάζοντας πως στα βουνά ετούτα και τ’ ακρογιάλια παίχτηκε η μοίρα της λευκής φυλής. Παίχτηκε η μοίρα του ανθρώπου.’(σσ. 165-166)

             ‘Κι όσο έμπαινε μέσα μου η Ελλάδα, τόσο ένιωθα και πιο βαθιά πως η μυστική ουσία της ελληνικής στεριάς και θάλασσας είναι μουσική.  Κάθε στιγμή το ελληνικό τοπίο, ενώ μένει το ίδιο, αλλάζει ανάλαφρα, κυματίζει την ομορφιά του,ανανεώνεται.  Έχει βαθιά ενότητα και συνάμα ακατάπαυστα ανανεούμενη ποικιλία. Τάχα ο ίδιος ρυθμός δεν κυβερνάει  και την αρχαία τέχνη, που γεννήθηκε κοιτάζοντας, αγαπώντας, νογώντας και διατυπώνοντας τον ορατό γύρα της κόσμο; Κοιτάχτε ένα ελληνικό έργο της μεγάλης κλασικής εποχής’ δεν είναι ακίνητο, μια αδιόρατη ανατριχίλα ζωής το διαπερνάει, παίζει σαν τις φτερούγες του γερακιού όταν σταθεί στην κορφή του αγέρ και μας φαίνεται ακίνητο.  Όμοια και το αρχαίο άγαλμα ζει, κινιέται αδιόρατα’ συνεχίζοντας την παράδοση, ετοιμάζοντας τη μελλούμενη που δεν μπορεί πορεία της τέχνης, ισορροπεί, σε αθάνατη μια στιγμή την τρισυπόστατη ροή του καιρού’ ( σ. 166).

            ‘ Ώρες πολλές κοίταζα το ιερό τοπίο της Ολυμπίας.... ‘

Ο Καζαντζάκης συνεχίζει στην ίδια σελίδα πάντα θαρρείς παρασυρμένος από ένα ιερό πάθος, πάθος που το υπαγορεύει η λατρεία του προς κάθε τι ελληνικό παλιό ή νέο:

            Ζήλιες, έχτρες, εμφύλιοι πόλεμοι σπάραζαν την Ελλάδα, δημοκρατίες, αριστοκρατίες, τυραννίες αλληλοεξοντώνουνταν, οι κλειστές λαγκάδες, τ’ απομονωμένα νησιά, τα ξεμοναχεμένα ακρογιάλια, οι μικρές ανεξάρτητες πολιτείες δημιουργούσαν ένα πολυκέφαλο ενιαίο και αλληλομισούμενο οργανισμό, και τα πάθη έβραζαν στο κάθε στήθος. Και ξαφνικά, κάθε τέσσερα χρόνια, το καλοκαίρι, κήρυκες στεφανωμένοι, οι σπονδοφόροι, ξεκινούσαν από την ιερή τούτη κοιλάδα, έτρεχαν ως τα πέρατα του ελληνισμού, διαλαλούσαν την ιερομηνία των αγώνων, την ανακωχή, προσκαλώντας φίλους κι εχτρούς στην Ολυμπία να παίξουν.  Απ’ όλη την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα, από την Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Θράκη, από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, της Μικράς Ασίας, της Αίγυπτος, της Κυρήνης, από τη μεγάλη ελλάδα και τη Σικελία, έτρεχαν αθλητές   και προσκυνητές στην πανελλήνια ιερή κοιτίδα του παιχνιδιού. Δούλοι δεν μπορούσαν να πατήσουν εδώ, μήτε εγκληματίες, μήτε βάρβαροι, μήτε γυναίκες. Μονάχα ελεύτεροι Έλληνες’ (σ.167).

 

            Αφήνουμε ωστόσο τον ελληνόπληκτο Κρητικό για να προχωρήσουμε σε κάποια πράγματα σχετικά με την πορεία της αρχαιοελληνικής γλώσσας και της συνοχής της με την νεοελληνική των ημερών μας, τα οποία  οφείλουμε να καταθέσουμε με τη σωστή τους πορεία. Θα μπορέσουμε έτσι να δούμε γιατί αδικείται η ιστορική πραγματικότητα της ελληνικής γλώσσας. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο το θέμα εξακολουθεί να υφίσταται και επομένως   είναι επιτακτικό να εξεταστεί. 

           

            Η αρνητική θέση στο θέμα της εξέλιξης της Ελληνικής γλώσσας και της συνοχής της την περίοδο που ακολουθεί την κατάκτηση της Ελληνικής χερσονήσου από τους Ρωμαίους, τη συνέχισή της κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στην Βυζαντινή και κυρίως τη μεταβυζαντινή περίοδο δηλαδή την περίοδο της υποτέλειας των Ελλήνων  στους Τούρκους για μία μακραίωνο περίοδο -πέραν των τεσσάρων αιώνων στην Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Κρήτη σε νησιά του Αιγαίου-, αίρεται σε μείζον, εξαιτίας της  εμμονής -ανησυχητικής ομολογουμένως-, και που οξύνεται όταν υφίσταται εκτός Ελλάδας και μάλιστα στους κύκλους -ας τους καλέσουμε ‘της διανόησης’-, της Ελληνικής παροικίας του Σύδνεϋ.

            Η συνέχιση και η ενότητα της Ελληνικής γλώσσας μέσω των αιώνων ως την εποχή μας, είναι το μάλλον προσφιλές θέμα προς συζήτηση, ιδιαίτερα όταν πολλοί από εμάς συχνά δεν είμαστε βέβαιοι, καθόσον επικρατούν  θέσεις και αντιθέσεις, σε βαθμό που να μας καθιστούν αβέβαιους ως προς αυτή. 

            Τα πολυπληθή κείμενα και οι μελέτες επί του αντικειμένου, επιβεβαιώνουν  ότι το ζήτημα της συνέχισης και ενότητας της Ελληνικής γλώσσας μέχρι των ημερών μας, αποτελεί υπερ-δημοφιλές αντικείμενο μελέτης.  Ο λόγος είναι ο γνωστός: η αρχαιοελληνική διανόηση εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και ως εκ τούτου αποτελεί το αέναα προσφιλές αντικείμενο μελέτης.  Εδώ άλλωστε έγκειται η συνάφεια του ερωτηματικού για τη θέση της Νεοελληνικής καλούμενης γλώσσας έναντι της ελληνικής της κλασσικής περιόδου.

            Προτού όμως προχωρήσει αυτή η μελέτη στις θέσεις μερικών από τους παγκόσμια γνωστούς ερευνητές, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η γλώσσα ως μέσον επικοινωνίας αποτελεί ένα απόλυτα ζωντανό όργανο που σαφώς υπόκειται στην εξέλιξη με την πάροδο του χρόνου και την επιδέχεται. Επιπλέον επιδρά σε ομάδες ομιλητών ανάλογα με τη προσφορά της.  Η Ελληνική γλώσσα προσέφερε στην ανθρωπότητα ακόμη και στους αιώνες της υποτέλειάς της στους Τούρκους, με την συνέχιση της ελληνικής γλώσσας και επομένως της ελληνικής παράδοσης υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες μιας άρβαρης και αλλόθρησκης κατοχής, με τη Δημοτική ποίηση.  Η καταγραφή του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού σύμφωνα με τον Νίκο Πολίτη[8], αποτελεί σπουδαίο μέρος των μνημείων του λόγου του ελληνικού λαού. Τη γνώμη του τη συμμερίζονται Έλληνες (όπως ο Κ.Θ.Δημαράς[9]) και ξένοι μελετητές[10].

 

Όταν απαντήσουμε πανάρχαιους μύθους ή πανάρχαια μορφολογικά στοιχεία  να σώζονται μέσα στα δημοτικά μας τραγούδια, θα πρέπει να θεωρήσουμε το φαινόμενο τούτο φυσική συνάρτηση της επιβίωσης των αρχαίων μορφών πολιτισμού τονίζει ο Κ.Θ.Δημαράς[11].

 

            Ο Δημαράς επισημαίνει επίσης ότι Σε καμιά περίπτωση δεν μας επιτρέπεται να μιλήσουμε για βαθιές τομές που να έσπασαν οριστικά την ελληνική ιστορική συνοχή, δημιουργώντας πολιτισμό χωρίς ελληνικές ρίζες. Αλλαγές που να έχει υποστεί ο εδραίος ελληνικός πληθυσμός από το πέρασμα του ξένου, συναντούμε συχνά’ αλλά τα ποικίλα χνάρια της αρχαιότητας που απαντούμε σε όλες τις σχετικές έρευνες, βεβαιώνουν πως οι μεταβολές αυτές δεν άλλαξαν και την κατεύθυνση της ελληνικής παράδοσης[12].

           

            Βρισκόμαστε στα χρόνια του Καλιγούλα, μία περίοδο κατά την οποία η υποταγμένη Ελλάδα έχει κατακτήσει τον κατακτητή της.  Η στροφή προς την αρχαιότητα που θα ολοκληρωθεί έναν αιώνα αργότερα έχει ήδη αρχίσει να διαγράφεται. Στα βόρεια της Βοιωτίας,  ένας γαιοκτήμονας επιθυμεί να αναστήσει τα παλαιά έθιμα του τόπου του, να παλινδρομήσει στην παράδοση. Μνημείο αυτής της προσπάθειας  διασώζεται, και πρόκειται για μία επιγραφή η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει: ‘ και την των συρτών πάτριον όρχησιν  θεοσεβώς επετέλεσε’.  Πρόκειται για τον συρτό χορό που είναι τόσο λαοφιλής επί των ημερών του όσον και επί των ημερών μας.  Φανερά συνεπάγεται μουσική και τραγούδι όπως και σήμερα. 

            Στο εργατικό τραγούδι το αρχαίο μυλικό, που έχει σωθεί και αρχίζει ως ακολούθως: ‘άλει, μύλε, άλει’, θυμίζει το νεοελληνικό: ‘άλεθε, μύλε, άλεθε’. Επίσης ο ιστορικός Θεόγνις αναφέρει ότι στο νησί της Ρόδου, υπάρχει έθιμο δεμένο με τις παραδόσεις για τον Κλεόβουλο, τα παιδιά  μια ορισμένη γιορταστική ημέρα γυρίζουν στα σπίτια τραγουδώντας και μαζεύουν μικρά δώρα.  Το τραγούδι εκείνο άρχιζε ως εξής:  Ήλθε, ήλθε χελιδών’.  Παρόμοιο έθιμο, τα χελιδονίσματα, απαντά στο Βυζάντιο με το ίδιο τραγούδι. Παρατηρείται όμως ότι αυτό το τραγούδι έχει επιζήσει μέχρι των ημερών μας και με τα ίδια λόγια: ‘Ήρθεν, ήρθε χελιδόνα’. Το έθιμο κρατά και γίνεται την πρώτη του Μάρτη  σε διάφορες περιοχές, όπου τα παιδιά γυρίζουν ψάλλοντας το ίδιο τραγούδι και μαζεύοντας επίσης δωράκια. Ένας τέτοιος τόπος είναι η Ρόδος, γεγονός που αποδεικνύει την διάσωση της συνήθειας και της παράδοσης της γλώσσας[13]. 

            Επομένως οι αρχαίοι εξακολουθούν να ζουν στον τόπο τους, στην Ελλάδα, κια μας το θυμίζει η γλώσσα τους, η γλώσσα που εξακολουθεί να ομιλείται στην Ελλάδα: η ελληνική.

 

            Πώς και πότε δημιούργησε και χρησιμοποίησε το αλφάβητό  της  η αρχαιοελληνική γλώσσα;  Είναι ένα ερώτημα στο οποίο πολλοί απλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν πώς να απαντήσουν.   

            Η αρχαιοελληνική γλώσσα υιοθέτησε το φοινικικό αλφάβητο (μυθικός Βασιλιάς των Αθηνών, Κόδρος) και το προσήρμοσε στους ήχους της γλώσσας της,  οι Ετρούσκοι δανείστηκαν το ελληνικό, τον 8ο περίπου αι. π.Χ., το ‘επονομαζόμενο χαλκιδικό (της Εύβοιας)’, και από αυτό με μεταβολές, κατάλληλες για τις γλωσσικές τους ανάγκες, σχημάτισαν το δικό τους, που αρχικά περιελάμβανε 26 γράμματα και αργότερα, ως το τέλος του 5ου π.Χ. αι., περιορίστηκε στα είκοσι (20).   Αργότερα το μετέδωσαν  στους Ρωμαίους[14].

            Παρόμοια συνέβη και με το κυριλλικό[15] αλφάβητο της Βουλγαρικής, της Σερβικής, της Ρωσσικής κτλ., που προέρχεται από την ελληνική μεγαλογράμματη  γραφή του 9ου αι., πλην μερικών λατινικών στοιχείων, παρόμοια όπως  και με άλλες γραφές, άλλων σλαβικών λαών[16]. 

            Στη συνέχεια σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν και οι μεταφράσεις από τα ελληνικά κείμενα στις σλαβικές γλώσσες κυρίως σε σχέση με τη διάδοση του Χριστιανισμού, και για την επιπλέον ομαλοποίηση των σχέσεων του Βυζαντίου με τους Σλάβους, κυρίως τους προς Βορράν οι οποίοι το παρενοχλούσαν συστηματικά.    Ο Samuel N. C. Lieu[17] αναφέρεται στη σημασία της μετάφρασης των θεολογικών έργων από την ελληνική στη σλαβική για τη διάδοση του χριστιανισμού, από φωτισμένους Έλληνες μοναχούς, όπως η μετάφραση από τα ελληνικά της ζωής του Ευθύμιου (955-1028) στη γλώσσα των Γεωργιανών, από τον Γεώργιο τον Αγιορίτη. 

 

             Έχει εμπεριστατωθεί ότι η Ελληνική επέδρασε τα μέγιστα αρχικά στους  Λατίνους όταν αυτοί κατέκτησαν την ελληνική χερσόνησο. Υπό την επίδραση του πολιτισμού των Ελλήνων έγραψε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κλαύδιος[18] τα απομνημονεύματά του στην ελληνική.

            Ως ζωντανό όργανο η Ελληνική γλώσσα, είχε τα δάνειά της από τις γείτονες χώρες της Ελλάδας και επίσης εξαιτίας  των κατακτητικών επιδρομών ή χρονικών περιόδων υπό κατάκτηση σε ξένους λαούς, όπως την αρχαιοελληνική εποχή από τους Πέρσες, το 146[19] π. Χ. από τους Ρωμαίους[20], τον 6ο αι. μ.Χ. και εξής επιδρομές από τους Σλάβους και Άβαρους, τον 15ο αι. από τους Τούρκους και τον εικοστό αι. από διάφορους ευρωπαϊκούς λαούς: Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία, Σερβία (Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) Α’ (1914-1918) και Β’ (1940-1944) Παγκόσμιοι Πόλεμοι[21])

            Κατά συνέπεια διείσδυσαν στο λεξιλόγιό της λέξεις από την  αρχαιότητα ως σήμερα από τους Πέρσες  (σατράπης κ.α.) από τους Εβραίους (μεσσίας κ.α.) από τους Ιταλούς (πόρτα κ.α.) από τους Σλάβους (κοτέτσι κ.α.) από τους Τούρκους (ντολμάς κ.α.) από τους Γάλλους (λικέρ κ.α.) από τους Άγγλους (μπάσκετ κ.α.). 

            Η Ελληνική είχε όμως και τους δανειστές της σε μεγάλο βαθμό. Σε 45.729 λέξεις αριθμούν για παράδειγμα, τα δάνεια της αγγλικής γλώσσας από την ελληνική. Στον γενικό κανόνα των δανείων αποτελεί εξαίρεση το φαινόμενο της ελληνικής, καθώς η αγγλική υιοθετεί λέξεις από αυτή για τις οποίες έχει αντίστοιχες δικές της: π.χ. antithesis - opposition, melancholysadness  κ.α. [22] Η χαρακτηριστική δύναμη της ελληνικής γλώσσας, συνετέλεσε ώστε αυτή να έχει εισχωρήσει και σε άλλες  ξένες γλώσσες πλην της αγγλικής και με άλλους, διαφορετικούς τρόπους: π.χ. ο Μαρτίνος Λούθηρος αντέγραψε την αρχαία ελληνική γραμματική για να φτιάξει την Γερμανική[23].

            Ο συγγραφέας του Βιβλίου Οι ελληνικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα, Αριστείδης Ε. Κωνσταντινίδης, Έλληνας ο ίδιος, έκφράζει την ανησυχία του για τη στάση των Ελλήνων έναντι του πολιτισμού τους ο οποίος συνδέεται άμεσα με τη γλώσσας τους.  Αναρωτιέται και προσπαθεί να προειδοποιήσει για τις συνέπειες της ακατάλληλης και επιζήμιας στάσης τους έναντι της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, που φυσικά εκφράζεται με την ελληνική γλώσσα.  Γράφει λοιπόν στον Πρόλογο του βιβλίου του:

 

            «Κάθε προσπάθεια διατήρησης ή ανάπτυξης της γλώσσας μας, αντιμετωπίζεται από ορισμένους με ειρωνεία και με χαρακτηρισμούς της μομφής του ‘καθαρευουσιανισμού’, του ‘εθνικισμού’ ή της ‘έλλειψης προοδευτικότητας’. Προσπαθούν  να περάσουν μέσα από εφήμερες πολιτικές συντεταγμένες, θέματα που έχουν επιβιώσει, ανεξάρτητα από τα ισχύοντα πολιτικά συστήματα και καθεστώτα»

            »Γιατί όμως αυτά τα άτομα δέχονται τα εθνικά και πολιτιστικά στοιχεία  των άλλων χωρών  σα στοιχεία της ταυτότητας των χωρών αυτών (π.χ. Γαλλίας, Γερμανίας) και μόλις γίνει μνεία των δικών μας πολιτιστικών στοιχείων, ξαφνικά θυμούνται τις διεθνιστικές τους αρχές;»

            »Όταν εμείς οι ίδιοι υποβαθμίζουμε και χλευάζουμε κάθε τι το Ελληνικό, θα πρέπει να αναμένεται παρόμοια συμπεριφορά από τους ξένους και τους γείτονές μας.  Είτε αυτό είναι υποβάθμιση της Ελληνικής  παρουσίας στην Ιστορία της Ευρώπης,  είτε η προσπάθεια σφετερισμού και παραχάραξης της ιστορίας μας από τους γείτονές μας, για να θεωρηθούν κληρονόμοι της –επειδή δεν έχουν δική τους, ανάλογη προς τη δική μας.»

            »Αναμφισβήτητα, πολλές λανθασμένες επιλογές έχουν επενδεθεί  το μανδύα της εθνικότητας και έχουν γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Αυτά όμως τα λάθη δεν επιτρέπεται να μας οδηγούν στην απεμπόλιση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ούτε βέβαια, επιτρέπεται να αρκούμαστε στην επίκληση αυτής της κληρονομιάς παραμένοντας αδρανείς, τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον μας» [24]

 

            Μέσω των αιώνων η ελληνική γλώσσα παρουσιάζει μία αδιάκοπη συνέχεια’ η οποία διαρκεί περισσότερο από τρισήμισι  χιλιετηρίδες και σε αυτό το φαινόμενο οφείλεται πιθανόν η βραδύτητα αλλαγής της ελληνικής γλώσσας. Και σήμερα όπως και χρόνια πριν, αναγνωρίζουμε ότι η ομιλούμενη ελληνική είναι η ίδια με εκείνη των ομηρικών επών (700 π.Χ. περίπου), παρά το γεγονός ότι η παραδοσιακή ορθογραφία ενκρύπτει πολλές φωνολογικές αλλαγές[25].

            Ένα άλλο σπουδαίο χαρακτηριστικό της δυναμικής που παρουσιάζει η ελληνική γλώσσα,  είναι ότι εκπροσωπεί έναν πολιτισμό που έχει την ικανότητα να απορροφά  τους πολιτισμούς εκείνων οι οποίοι υπεισέρχονται στην επίρρειά της. Αυτό συνέβη στους Ισραηλίτες λέει ο Michael Baigent[26], στο βιβλίο του  The Jesus Papers,  όταν τα σύνορα μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ είχαν καταλυθεί την περίοδο μεταξύ του 302 π.Χ. και 198 π.Χ., και το Ισραήλ είχε αποβεί  μέρος της ελληνικής αυτοκρατορίας των Πτολεμαίων. Αυτοί οι Ισραηλίτες, ως νέοι μετανάστες, απορροφήθηκαν από τον αναπτυσσόμενο ελληνικό πολιτισμό: έμαθαν ελληνικά, πήραν ελληνικά ονόματα και υιοθέτησαν πολλές ελληνικές συνήθειες εμπορικές και κοινωνικές, όπως την δημιουργία εμπορικών οργανισμών των οποίων οι συναντήσεις γίνονταν στις συναγωγές τους.  Η εβραϊκή είχε σχεδόν ξεχαστεί καθώς η ελληνική απέβη η γλώσσα της εκλογής τους. Σε πολλές συναγωγές μάλιστα οι λειτουργίες των Εβραίων γίνονταν στην Ελληνική.  Όλα αυτά μπορούν κάλλιστα να αποδοθούν στην επίδραση του Μ. Αλεξάνδρου ο οποίος κατάλαβε την Αίγυπτο το 332 π.Χ.  Αυτή την κατάληψή του την είχε ακολουθήσει η επίσκεψή του στο ναό του Άμωνος (Temple of Amun) στην όαση της Σίβα ( Siwa Oasis)  όπου είχε ανακηρυχτεί ‘Υιός του Θεού’ και Φαραώ. 

            Παρά το γεγονός ότι ο Μ. Αλέξανδρος υπήρξε και ο ιδρυτής της Αλεξάνδρειας, δεν είχε την τύχη να γνωρίσει το μεγαλείο της ως της μεγαλύτερης Ελληνικής Πόλης στον Ελληνιστικό κόσμο, την περίοδο που ακολούθησε καθώς πέθανε μυστηριωδώς το 323 π. Χ.[27]

           

            Ο Hans-Georg Beck[28], αναφέρεται εκτεταμένα στην χιλιετία του Βυζαντίου. Στο βιβλίο του: Η Βυζαντινή Χιλιετία, θεωρεί ότι  το Βυζάντιο προβάλλει στην Ιστορία ανεπαίσθητα, ως αργότερο στάδιο του ελληνισμού και των γειτονικών λαών, που ‘σφραγίστηκε από τις μορφές της ρωμαϊκής κυριαρχίας’. Το Βυζάντιο εκπροσωπεί, μία ιστορική περίοδο που ανατέλλει στο σημείο ακριβώς όπου ο ιστορικός της προηγούμενης περιόδου, συνηθίζει να χρησιμοποιεί, ‘ως έσχατη έκφραση της κατάπληξης και της απογοήτευσής του, τη λέξη ‘παρακμή’.  Για ολόκληρες γενιές, η έννοια ‘παρακμή’ απέβη η ‘λέξη-κλειδί για την κατανόηση του Βυζαντίου’.  Ο ιστορικός που συνήθως θεωρείται ‘υπεύθυνος για την ‘αντοχή’ αυτής της έννοιας σε σχέση με το Βυζάντιο, είναι ο Edward Gibbon (παρόλο που δεν φέρει μόνος του την ευθύνη)’[29] τονίζει.  Ο Beck συνεχίζοντας επί του θέματος  λέει:

 

‘Ο στοχασμός γύρω από την ιστορία αυτή καθ’ εαυτή αρχίζει αργά και είναι παράδοξο ότι πρωτοεκδηλώνεται στην εποχή του Διαφωτισμού, που σε γενικές γραμμές, όπως είπε κάποτε Christopher Dawson σε μια διάλεξη για τον Gibbon, ελάχιστα μπορεί να θεωρηθεί ως ‘historically minded age’ ενώ αντίθετα χαρακτηρίζεται από μια   anti-historical quality[30].  

           

            Ο ενθουσιασμός του Edward Gibbon για το ρωμαϊκό μεγαλείο, δεν του επέτρεπε τη θέα προς οτιδήποτε χριστιανικό, μεσαιωνικό και βυζαντινό[31].  Γι’ αυτό και χρησιμοποίησε τον όρο: ‘decline=παρακμή’.  Ουσιαστικά όμως είναι φυσικό κάθε παλιά  γενιά, να χαρακτηρίζει τη νέα περίοδο παρακμασμένη.  Έτσι όταν υπάρχει μία συγκεκριμένη ιδέα για την ΄’κλασσική εποχή’ δεν μπορεί να έχει μεγάλη ιδέα για την επόμενη που ακολουθεί. Έτσι όταν αναφερόμαστε στην χρονολογία 476 μ. Χ.  ως ορόσημο της οριστικής κατάρρευσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πιστεύουμε ότι η συνεχής ολίσθησή της οδήγησε στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το ίδιο κάνουμε και με την χρονολογία 1453, χρονολογία κατάληψης της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, Κωνσταντινούπολης.  Μπορεί να θεωρηθεί αυτή η θέση ως επιπόλαια, αφού στηρίζεται σε ‘προκατασκευασμένα σχήματα’ από μία αντίληψη που συγκρούεται επιπλέον μα τη θεωρία της ‘συνεχούς προόδου’[32]. 

            Σε αυτή λοιπόν την αποκαλούμενη προφανώς λανθασμένα ‘παρακμή’ -την περίοδο δηλαδή του Βυζαντίου-,  οφείλεται η ιταλική Αναγέννηση[33].  Είναι μάλιστα πολύ περίεργο το ακόλουθο: πώς παρουσιάζεται το Βυζάντιο να μην έχει προϊστορία ή πρωτοϊστορία.  Στο ακόλουθο απόσπασμα ο Hans-Georg Beck, τονίζει:

           

‘Ό,τι προηγείται είναι η ελληνιστική εποχή και η συνέχισή της με την ύστερη ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα των πρώτων μεταχριστιανικών χρόνων. Το Βυζάντιο πρέπει να το δούμε ως σχεδόν άρρηκτη συνέχεια αυτού του κόσμου.  Ο Gustav Droysen, που έπλασε τον όρο  hellenismus (ελληνισμός, ελληνιστική περίοδος) για τον γερμανόγλωσσο χώρο –οι Αγγλοσάξωνες  έχουν άλλη ορολογία-, εννοούσε αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην  κλασική αρχαιότητα και την εμφάνιση του χριστιανισμού, το χρονικό διάστημα της ‘συγχώνευσης’ του ανατολικού πολιτισμού με τον δυτικό κάτω από την επίδραση της ελληνικής παιδείας. Αυτή η χρονική περίοδος, δηλαδή οι τρεις τελευταίοι αιώνες πριν από τον Χριστό, συνεχίζεται χωρίς κανένα σοβαρό ρήγμα με την ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο –μια εποχή που μπορεί ίσως να ονομαστεί ‘ύστερη ελληνιστική εποχή’[34].

           

Συνεχίζοντας την θεωρία του ο Hans-Georg Beck,  ερωτά: ‘Τι χαρακτηρίζει την ελληνιστική εποχή στο ξεκίνημά της;’ και απαντά:

 

‘Η τεράστια διεύρυνση του κόσμου χάρη στις κατακτητικές εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που έρριξαν τους Έλληνες ανάμεσα σε ξένους λαούς και πολιτισμούς, μπόρεσε να οδηγήσει  σε έναν ελληνιστικό (δηλαδή κατά βάθος ελληνικό) κόσμο για έναν μόνο λόγο: επειδή ο Έλληνας, παρά τον συγχρωτισμό του με άλλους λαούς, δεν έχασε και δεν εγκατέλειψε ποτέ το αίσθημα της μοναδικότητάς του.  Δεν ξέχασε ποτέ την υποχρέωσή του να ανταποκρίνεται στην εικόνα που είχε μπροστά του για τον ελληνικό άνθρωπο και την αρετήν, δηλαδή την ηθική ποιότητά του. Οπωσδήποτε η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους έγινε λιγότερο σαφής. Διαμορφώθηκε ένα είδος κοσμοπολιτισμού, αλλά διατηρήθηκε ωστόσο η συνείδηση του Έλληνα ότι ‘ως Έλληνας ήταν κάτι περισσότερο, από τους άλλους’ (C. Schneider)  και ότι είχε μια ξεχωριστή αποστολή.[35]

           

            Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης σε ένα ευρύτερο κόσμο έσπρωχνε τον Έλληνα ‘να στηρίζεται ακόμη περισσότερο στον πολιτισμό και στην παιδεία του[36].  Και παρά το γεγονός ότι ο ‘πανελληνισμός’ δεν μπόρεσε να παραμείνει πολιτική κινητήρια δύναμη, παρέμεινε ωστόσο μία πολιτιστική κινητήρια δύναμη.  Η διακήρυξη: ‘Το μόνο αξιομνημόνευτο στην Ελλάδα είναι η παιδεία και η τέχνη του λόγου’, αποκάλυπτε ότι ο κατ’ εξοχήν Έλληνας είναι ο μορφωμένος Έλληνας, και η ελληνική αυτοσυνείδηση αυτή την περίοδο είναι κατά κυριότητα μορφωτική συνείδηση.  Το πολιτικό καθεστώς στην Ελλάδα,  επιβάλλεται από έξω[37]. 

            Το μεγάλο ‘πρόβλημα των εθνοτήτων’ του Βυζαντινού κράτους ανάγκαζε τους Έλληνες να διατηρούν ακμαία τη συνείδηση ότι σαν Έλληνες, και εξαιτίας του πολιτισμού και της παιδείας τους, ήταν κάτι περισσότερο από τους άλλους που δεν ήταν Έλληνες[38].

 

            Την ελληνιστική εποχή στο Βυζάντιο την διαδέχεται η καλούμενη ύστερη ελληνιστική παιδεία που εκπροσωπείται κυρίως από τους ρήτορες και τους σοφιστές. Ο σοφιστής ως ελληνιστής  παραμένει απρόσβλητος κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής χιλιετίας. Είναι ο βασικός παράγων διάσωσης της ουσίας του ελληνισμού  και εκπρόσωπός της.  Στην  αρχαιότητα η κωμωδία  παρουσιάζει τον Σωκράτη ως σοφιστή και στην εποχή του Πλάτωνα οι λόγιοι αλληλοκατηγορούνται ως σοφιστές και αυτό θα επαναληφθεί ως ένα βαθμό και στο Βυζάντιο.

            Ο Ισοκράτης εκπροσωπεί τη σοφιστική: ήταν σοφιστής ρήτορας. Αργότερα στο Βυζάντιο η ιδιότητα αυτή εξελίχθη σε τέχνη εκμετάλλευσης ή απάτης.  Οι λόγιοι οι οποίοι έφεραν έντονες τις επιδράσεις των σοφιστών υπήρξαν το αντίβαρο της εκτεταμένης καλογεροποίησης, της κληρικοποίησης και του ενθεοκρατισμού.  Η ελληνιστική παιδεία αυτών διατήρησε τις αξίες ενός τρόπου ζωής που αμφισβητούσαν οι ασκητές και εκείνοι που απομακρύνονταν από αυτή την τάξη των λογίων. Έκαναν τα ιδανικά τους ελκυστικά σε ανθρώπους της εκκλησίας και κάποτε και σε καλογέρους. Οι γνώσεις που παρείχαν βοηθούσαν κάποιον για παράδειγμα να γίνει Επίσκοπος περισσότερο από του αν είχε θεολογικές γνώσεις.  Ο κοσμικός διανοούμενος είχε απεριόριστη σχεδόν ελευθερία κινήσεων. Την διακινδύνευε ωστόσο αν απομακρυνόταν από εκκλησιαστικό και εν γένει τον θρησκευτικό χώρο[39]. 

            Τελικά η τεχνοτροπία της ρητορικής-σοφιστικής τεχνικής, αποκτά περιεχόμενο.  Ο  διαχωρισμός  της μορφής από το περιεχόμενο ισχύει περισσότερο στο Βυζάντιο, το οποίο υιοθετεί τον κλασικισμό, την κληρονομιά από την αυτοκρατορική περίοδο  ή και από την ελληνιστική Αλεξάνδρεια.  Κλασικισμός είναι η έντονη τάση συντήρησης των κλασικών πολιτιστικών αγαθών και στη συνέχεια η σχολαστική μίμησή τους.  Έτσι κάποια στιγμή συνυπάρχουν τα έργα μίμησης σε μία ελαφρότερη μάλλον μορφή και τα άλλα τα οποία παράγονται από τους καλούμενους λυρικούς ποιητές.  Τελικά ωστόσο οι δημιουργοί επιδιώκουν να δώσουν έργα τα οποία να μπορούν να συγκριθούν με τα μεγάλα πρότυπα.  Δεν πρόκειτα για δουλική μίμηση αλλά για τάση προς το ιδανικότερο.  Όμως η νέα λογοτεχνία γεννιέται στην διασπορά.  Λείπουν επομένως τα ιδεώδη στοιχεία της κλασικής περιόδου δηλαδή η πόλις και η αγορά με όλα τα συνακόλουθά τους. Ως εκ τούτου ο ελληνισμός συντελεί στη δημιουργία δύο γλωσσών: την ομιλουμένη ελληνική που έχει εξελιχθεί ως ζωντανός οργανισμός και την άλλη που δημιουργεί στηριζόμενη στη γλώσσα της κλασσικής περιόδου, χωρίς ωστόσο να είναι αυτή ακριβώς η γλώσσα της κλασσικής περιόδου.  Συμπεραίνεται λοιπόν ότι το πρόβλημα της διγλωσσίας είναι προβυζαντινό[40]. 

            Το γλωσσικό πρόβλημα εξετάζει στα νεώτερα χρόνια και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στο Διάλογό[41] του. ‘Θέλεις να μιλήσουμε δια την γλώσσα’ μήγαρις έχω άλλο στον νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;’........ ρωτά ο Ποιητής τον Φίλο στον Διάλογο[42], όπου τρεις: οι δύο προηγούμενοι και ο Σοφολογιώτατος,  παίρνουν μέρος στη συζήτηση για την ελληνική γλώσσα, την κληρονομιά της, τη διττή μορφή της[43] ( Δημοτικίζουσα και καθαρεύουσα).

 

            Χάρη της ελληνικής παιδείας ο Έλληνας κατέκτησε προνομιακή θέση στο νέο κόσμο του Βυζαντίου.  Ήδη οι πολιτικές ιδέες του ρωμαϊκού κράτους που εξελίχθηκε  στο Βυζαντινό,  είχαν περάσει από το χωνευτήρι της ελληνικής σκέψης. Ο Έλληνας είχε εξοικειωθεί με την μοναρχία[44] στο παρελθόν του.

            Αξιοσημείωτη είναι η αποδοχή από την ελληνική αυτοσυνείδηση στην παιδεία και στον πολιτισμό, του ρωμαϊκού στοιχείου, με την ίδρυση της Κωνστανούπολης το οποίο καταργεί τον όρο της πόλης όπως αυτή είναι γνωστή στην ελληνική αρχαιότητα[45].  Δημιουργείται λοιπόν μία νέα προοπτική με  την οποία καταγίνονται δύο σημαντικοί σοφιστές της εποχής ο Θεμίστιος και ο Λιβάνιος. 

 

            Ο Λιβάνιος, ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ‘ο μεγαλύτερος ρήτορας και σοφιστής του αιώνα του’ το ‘σταθερό πρότυπο ύφους για όλους τους μεταγενέστερους (βυζαντινούς) ρήτορες, δασκάλους και ανθρώπους των γραμμάτων’ άφησε έργο που ‘αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές της ύστερης Αρχαιότητας’[46]. Γεννημένος στην Αντιόχεια το 314 μ. Χ., έρχεται στην Αθήνα για να σπουδάσει.  Αφού δασκαλεύει στην Κωνσταντινούπολη και στην Νικομήδεια, το 354 μ. Χ.   επιστρέφει στην γενέτειρά του Αντιόχεια, όπου ιδρύει σχολή η οποία για σαράντα χρόνια είχε τους περισσότερους σπουδαστές και την μεγαλύτερη φήμη σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Ανάμεσα στους μαθητές του διακρίνονται οι Αμμιανός Μαρκελίνος, ο Μ. Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Λιβάνιος ήταν -όπως θα λέγαμε σήμερα- φιλόλογος. Ήταν δάσκαλος της ρητορικής και σοφιστής αλλά όχι φιλόσοφος με την αρχαιοελληνική έννοια.  Έγραψε  αμέτρητα ρητορικά γυμνάσματα από τα οποία σώζονται 44, με θέματα εμπνευσμένα από την ιστορία, τη μυθολογία και τα ομηρικά έπη, καθώς και πλήθος μικρών δοκιμίων.

            Οι μεγαλύτερες έγνοιες του Λιβανίου ήταν η παράδοση και η ελληνική παιδεία και γλώσσα. Υποτιμούσε οτιδήποτε εξωελληνικό: είτε λατινικό είτε ιουδαϊκό-χριστιανικό, διατηρώντας έτσι βαθιά την πίστη στις αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Δεν καταδέχτηκε ‘να μάθει ή να χρησιμοποιήσει ούτε μία λατινική λέξη[47].

            Ο Λιβάνιος ήταν οπαδός του νεοπλατωνισμού. Ήταν ευσεβέστατος και ως Έλληνας διανοούμενος δεν διακατεχόταν από κανένα είδος αποστολικού ζήλου[48].

 

            Ο Θεμίστιος γεννιέται το 317 μ.Χ. περίπου και κατάγεται από την Παφλαγονία. Το 345 ανοίγει φιλοσοφική Σχολή στην Κωνσταντινούπολη όπου έχει κάνει κάποιες σπουδές. Ερμηνεύει κυρίως Αριστοτέλη. Αργότερα στρέφεται στη ρητορική και μέσω αυτής επικοινωνεί με την αυλή του αυτοκράτορα. Το 355 ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος  τον αναγορεύει συγκλητικό.   Ο δε αυτοκράτορας Θεοδόσιος, χριστιανός, τον διορίζει παιδαγωγό του διαδόχου και τον αναγορεύει έπαρχο της Κωνσταντινούπολης[49].  Από τη θέση του αυτή το κοινό στο οποίο μπορεί να διδάξει τη φιλοσοφία του είναι οι ιθύνοντες κύκλοι του ρωμαϊκού κράτους. Από τον κύκλο των ελληνιστών των προσκολημένων στο ιδανικό της ελληνικής ‘πόλεως’, αυτό θεωρείται προδοσία εναντίον του ελληνισμού. 

            Ο Μ. Κωνσταντίνος εχθρός της ελληνικής ‘πόλεως’, με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης είχε καταφέρει το σοβαρότερο χτύπημα εναντίον της ‘πόλεως’, με την αρχαιοελληνική της έννοια.   Η Κωνσταντινούπολη που επιδιώκει σκοπούς ξένους προς την ελληνική παράδοση, συντελεί στον μαρασμό της ελληνιστικής πόλης.  Ο Θεμίστιος δεν πείθει πλέον ότι είναι εκπρόσωπος του ελληνισμού[50].   Όταν μάλιστα ανακηρύσσεται έπαρχος της Κωνσταντινούπολης, θεωρείται από τον Λιβάνιο ότι διαφοροποιήθηκε και απομακρύνθηκε από τον ελληνιστικό κόσμο.  

            Ο ‘εστεμμένος φιλόσοφος’ Ιουλιανός,  είχε προτρέψει τον Θεμίστιο να συγκεντρωθεί στα καθήκοντά του, στη σχολή του και να φροντίσει με τους μαθητές του την διαφύλαξη της ελληνιστικής παράδοσης. Ο ίδιος ενδιαφερόταν να είναι επικεφαλής των φιλοσόφων, χωρίς ωστόσο να προτίθεται να τους παραχωρήσει  ηγεύοντες ρόλους του κράτους[51].

            Αντίθετα από τον Ιουλιανό ο θείος του Κωνστάντιος αναγορεύοντας τον Θεμίστιο συγκλητικό, θεωρεί ότι αυτός ως Έλληνας, μπολιάζει τη σύγκλητο –που είναι ρωμαϊκός θεσμός-, με ελληνική σοφία[52].

            Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εναντιώνεται στην αντίληψη του Ιουλιανού, για τον ελληνισμό.  Σύμφωνα με αυτόν Έλληνας δεν σημαίνει ‘είμαι εθνικός’ αλλά ότι ‘μιλώ ελληνικά’, ότι καταγίνομαι με την ελληνική γλώσσα, με την μητρική μου γλώσσα.  Οι περισσότεροι επίσκοποι του 4ου αι. δεν ήταν απαίδευτοι. Τουναντίον, είχαν εκπαιδευτεί παρόμοια όπως ο Λιβάνιος και ο Θεμίστιος.  Υποστήριζαν λοιπόν ότι  μπορούσε να διαχωριστεί ‘η παγανιστική βάση από τις υφολογικές και αισθητικές αρετές της ελληνικής γραμματείας’[53].

             Με την αλλαγή της σημασίας της λέξης ‘πόλις και την εκπροσώπησή της από την Κωνσταντινούπολη, σοφιστές όπως ο Λιβάνιος δεν επηρεάζουν πλέον τους επισκόπους, οι οποίοι με τη σειρά τους δεν προσκολλώνται στην πόλη, αλλά  κινούνται εκτός αυτής σε ευρύτερους χώρους.  Οι δε πληθυσμοί ευθυγραμμίζονται  με τους επισκόπους.

            Καθώς στην Κωνσταντινούπολη συγκεντρώνονται μάζες κυρίως από τα ανατολικά τμήματα της αυτοκρατορίας, δεν αργεί αυτή να εξελιχθεί σε ελληνική πόλη, όπου το λατινικό στοιχείο ήταν εξ αρχής περιορισμένο. Αποβαίνει μάλιστα η κληρονόμος της Ρώμης του Τίβερη η οποία είχε γίνει λεία των Γότθων και των Βανδάλων[54].

            Στο πανεπιστήμιο του Θεοδοσίου  Β’ -μία σχολή που προοριζόταν κυρίως για την εκπαίδευση των μελλοντικών δικαστών και κρατικών λειτουργών- δίπλα στις δέκα διδασκαλικές θέσεις για τη λατινική γραμματική, υπήρχαν άλλες δέκα για την ελληνική, γεγονός που επεσήμανε ‘άνοιγμα προς την ελληνική παιδεία’[55].

 

            Ο  Μ.  Βάλσας[56] μας  πληροφορεί  ότι  το  πρώτο  μνημείο νεοελληνικής δραματικής λογοτεχνίας μετά από τον Μανουήλ Φιλή[57] (1270 - 1350 περίπου), είναι η Νέαιρα, έργο που συντίθεται εκτός Ελλάδας, από έναν συγγραφέα τον Δημήτριο Μόσχο από τη Λακωνία, καθηγητή των ελληνικών στην Ιταλία. Παίζεται  μερικά χρόνια πριν από το 1478 στη Μάντοβα, υπό την αιγίδα του Λουδοβίκου Γκονζάγκα και μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ‘ύστατο δείγμα’ του μεσαιωνικού θεάτρου.  Συγγενεύει περισσότερο με το Βυζαντινό θέατρο και το θέμα του μεταφέρει τον αναγνώστη άμεσα στην Αρχαιότητα. Θα μπορούσε λοιπόν να αποδοθεί στην έμπνευση συγγραφέα συγχρόνου του Μενάνδρου.  Τα ήθη που παρουσιάζει το έργο, είναι δεκαοκτώ αιώνες προγενέστερα της κοινωνίας στην οποία ζει ο συγγραφέας. Το κείμενο συμμορφώνεται  με τη μυθοποΐα του έργου, καθώς τα πρόσωπα που υποτίθεται ότι δρουν σε μία τόσο παλιά εποχή, μιλούν διαφορετική γλώσσα από εκείνη που μιλούσαν οι Έλληνες του 15ου αι. Ο Βάλσας, παρατηρεί ότι το έργο είναι αξιόλογο κυρίως επειδή αποτελεί γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους: αυτόν που έφευγε και σε μία περίοδο αναγέννησης.

 

Η Ελληνική γλώσσα από το 1981 συμπεριλαμβάνεται στις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είναι επομένως ισότιμη με τη γλώσσα των χωρών μελών της.  Η μακραίωνη ιστορική ύπαρξη της ελληνικής γλώσσας με γραπτά μνημεία που ανάγονται στα 4.700 χρόνων, την καθιστά ιστορικά ενοποιητική  στην ευρωπαϊκή κοινωνία[58].

           

Επίλογος

Δε θα γινόταν ίσως αυτή η προσπάθεια ως είδος πειθούς όπως θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ετούτο το κείμενο που αφορά το φλέγον θέμα της συνέχισης και της ενότητας της ελληνικής γλώσσας μέσω των αιώνων μέχρι των ημερών μας, αν όλοι οι Έλληνες ήταν ομόψυχοι και πατριώτες. Κάποτε αναρωτιέται κανείς αν οι Έλληνες είναι Έλληνες και στην Ψυχή. Ίσως αυτό είναι το ερώτημα που τελικά θα έπρεπε να απασχολεί τον Έλληνα απανταχού και κυρίως στην Ελλάδα.

            Το σκεπτικό πίσω από αυτό το ερώτημα παραμένει ολοζώντανο και ταλανίζει εκείνους που ενσυνείδητα  υποστηρίζουν την Ελλάδα και τον Έλληνα σε καιρούς που ανύπαρκτα ζητήματα δημιουργούνται εις βάρος τους, από ανθρώπους που όχι μόνο δεν σέβονται τον εαυτό τους αλλά υποτιμούν και την καταγωγή τους στην προσπάθειά τους να σφετεριστούν κάποια αλλη.  Προσπαθούν, κινούν γη και ουρανό, πληρώνουν Πανεπιστημιακούς σε διάφορες χώρες της γης, φέρουν ονόματα που δεν τους ανήκουν και δε χάνουν την ευκαιρεία να δείχνουν τις  επιβλαβείς βλέψεις τους, επιβλαβείς για την ακεραιότητα των πατρίων: της ελληνικής ιστορίας, της παράδοσης και του πολιτισμού, και των ελληνικών εδαφών.  

            Για την θέση λοιπόν αυτών των Ελλήνων που απαξιώνουν την ελληνική πολιτιστική  κληρονομιά  τους και που εκπροσωπείται τα μέγιστα από τη γλώσσα τους, έχει γίνει ετούτη η μικρή προσπάθεια. 

            Αναρωτιέται κανείς: γιατί άραγε κάποιοι Έλληνες ενοχλούνται τελικά από την κληρονομιά τους, τον ελληνισμό, που είναι αμάλγαμα του διττού: γλώσσα-πολιτισμός, αντί να την υποστηρίζουν και την υπερασπίζονται; Γιατί αντιδρούν εναντίον της και παίρνουν θέσεις, αξιολύπητες για την ελληνική τους οντότητα, για την ελληνική τους συνείδηση, αν τελικά είναι ελληνική!

            Το ερώτημα που επίσης απασχολεί τον καθαυτού Έλληνα είναι η μη αποδοχή του Ορθόδοξου Χριστιανισμού καθώς η διασύνδεσή του με τον ελληνισμό, αποτελεί φαινόμενο που επετεύχθη στη γέννηση του Βυζαντίου και στην περεταίρω εξέλιξή του. Μην ξεχνάμε τη συνέχιση και εδώ της ελληνικής γλώσσας! Ωστόσο είναι ζωτικό και δίκαιο να παραδεχτεί ο απανταχού Έλληνας ότι στις μέρες μας  η Ορθοδοξία ως δόγμα, και πέρα από τις απαράδεκτες κάποτε συμπεριφορές των εκπροσώπων της εκκλησίας της, είναι ίσως από τα πλέον φιλελεύθερα θρησκεύματα, καθώς δεν επιχειρεί να επιβάλει στον ακόλουθό του κανόνες (εξαιρουμένων των τριών μυστηρίων: βάπτισης, γάμου και ταφής, για τα οποία είναι άγνωστο αν θα αναθεωρηθούν ή θα αλλάξουν στην πορεία του χρόνου υπό την κοινωνική πίεση) αλλά του επιτρέπει να ενεργήσει υπό την επίδραση του θρησκευτικού του συναισθήματος, της  πνευματικής του ανάγκης  και οπωσδήποτε της συνείδησής του.

            Ανέκαθεν Ελληνικός Πολιτισμός σήμαινε: Πατρίδα – Θρησκεία και φέρεται ως παράδειγμα εδώ, ένα μόνο από την εποχή της αρχαίας ελληνικής πίστης:   ο Μ. Αλέξανδρος το σύμβολο της συνετής νεότητας, της ανδρείας, της ευφυΐας και προ πάντων της ελληνικότητας παρά το νεαρό της ηλικίας του, και ο οποίος αναγνώριζε τις υποχρεώσεις του έναντι του θρόνου που τιμούσε, έναντι των Ελλήνων -που τον είχαν εμπιστευτεί ως αρχηγό τους στην εκστρατεία εναντίον των εχθρών τους, τους Πέρσες-, και έναντι του εαυτού του, πήγε στους Δελφούς για να συμβουλευτεί τον Θεό Απόλλωνα για την έκβαση της εκστρατείας εναντίον των Περσών της οποίας ηγείτο. Δεν υπήρχε λοιπόν περιφρόνηση προς τα θεία της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής του, μήτε αλλαζονεία έναντι  του θρησκευτικού συναισθήματος:  το δικό του και εκείνο των συμπατριωτών του[59].

            Ωστόσο σκοπός αυτής της εργασίας δεν είναι να συγκεντρωθούμε στο θέμα αυτό.  Αναφέρεται παρεμφερώς μόνο.  Το σημαίνον είναι ότι ο Έλληνας έχει ανάγκη έκφρασης του θρησκευτικού του συναισθήματος και η Ορθοδοξία είναι άρρηκτα δεμένη με την παράδοσή του: γλώσσα-πολιτισμό από την χιλιετία του Βυζαντίου.  Ελλάδα-γλώσσα-πολιτισμός και Ορθοδοξία συμβαδίζουν στην ελληνική γη και η απάλειψη του ενός συνεπάγεται απρόβλεπτες συνέπειες για τα άλλα. 

            Παραμένει λοιπόν περίεργη η συμπεριφορά κάποιων, ‘οργισμένων’ προφανώς νέων, όταν αυτοί καίνε το σύμβολο του Ελληνισμού την ελληνική σημαία, που φέρει τον σταυρό του κατ’ εξοχήν ελληνικού θρησκεύματος.  Παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ότι οι αντιδράσεις αυτού του είδους οξύνονται όταν εορτάζονται εθνικές επέτειοι. Υπάρχει λοιπόν ακόμη ένα σοβαρό ερώτημα για το μάλλον άκρως ανησυχητικό φαινόμενο σε σχέση με τον θεσμό αυτό και τις παρελάσεις που αποτελούν μέρος του εορταστικού προγράμματος στις εθνικές αυτές μνήμες - γιορτές,  στην Ελλάδα. Είναι γνωστό –μαρτυρείται  στη διεθνή ειδησιογραφία-  ότι οι λαοί εξακολουθούν να τηρούν τη μνήμη γεγονότων που επηρέασαν καταλυτικά την ιστορική πορεία τους καθώς και να τιμούν εκείνους που αγωνιζόμενοι  συνέβαλαν σε αυτή.   Στο Σύδνεϋ στο ANZAC Day, που ως γνωστόν εορτάζεται ενιαύσια  -και ανελλιπώς-  η μνήμη των Αυστραλών θυμάτων και των μετόχων των Πολέμων απανταχού, με μία παρέλαση που διαρκεί μέχρι και τέσσερις ώρες.

            Στην Ελλάδα, κάποιοι -καλούμενοι πάντα Έλληνες- με τις ιδιάζουσες   αντιλήψεις τους,  διαμαρτύρονται πάντα στην ελληνική -διαπράττοντας έτσι μία επιπλέον ιεροσυλία- για πολλά και διάφορα που αν δεν ήταν υφής εθνικής αιδούς, θα ήταν ευτράπελα.  Κανένα έθνος δεν σβήνει τις αναμνήσεις του και κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτές.  Ο εορτασμός των εθνικών επετείων αποτελεί φόρο τιμής προς τους ανθρώπους που με τον αγώνα τους και τη ζωή τους συχνά, διασφάλισαν κάποιες ελευθερίες για τις μεταγενέστερες γενιές των Ελλήνων και δεν νοείται ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί και γιατί προωθούν τους γνωστούς κουκουλοφόρους ή και άλλους αντιδραστικούς, όχι απλά για να διαμαρτύρονται αλλά και με καλυμμένα πρόσωπα, ώστε να μην αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους ως  ένοχοι αποτρόπαιων πράξεων, που είναι τελικά όταν αποτολμούν να καίνε την ελληνική σημαία, τα εθνικά χρώματα της χώρας στην οποία ζουν και την οποία φανερά δεν θεωρούν πατρίδα τους μεταξύ πολλών άλλων συσχετικών πίστεων.  Αναρωτιέται ο παρατηρητής: αφού είναι τόσο βέβαιοι για το δίκαιο των πράξεών τους γιατί φοβούνται ν’ αποκαλύψουν τα πρόσωπά τους. Πού πήγε λοιπόν ο ανδρισμός των συγκεκριμένων ή παρομοίων με αυτούς  που αποκαλούν τον εαυτό τους ‘Ελλήνες’ ή ‘φιλοπάτριδες’;  Αναμφίβολα, αν είχαν αξιοπρέπεια και φιλότιμο θα έπρεπε τουλάχιστον να μην παίζουν το επικίνδυνο παιχνίδι του ποντικιού που προσπαθεί ν’ αρπάξει το τυρί της φάκας.  

            Όμως οι πολιτικές πεποιθήσεις, η ασυνήθιστη επαγγελματική αντιπαράθεση των κομμάτων και των επαγγελματιών ταγών - εκπροσώπων διαφόρων σωματείων, και επιπλέον οι ακατανόμαστες συχνά συμπεριφορές στρατευμένων σε διαφορετικά κομματικά στρατόπεδα, Δημοσιογράφων ‘τινών’, τείνουν με την πεποίθησή τους (οφείλεται στα οικονομικά και άλλα συμφέροντά τους) χρησιμοποιώντας τη σεπτή ελληνική γλώσσα, στον Τύπο, στην οθόνη ή στο μικρόφωνο, να  παρασύρουν τους αδαείς νέους. Ατυχώς για τον μυριοπαθή ελληνικό λαό, συγκυβερνούν με την όποια κυβέρνηση, πιέζοντας επιζήμια με το αισχροκερδές –σπάνια ίσως- αντίβαρό τους τους κατακαημένους Έλληνες και το ελληνικό περιβάλλον, που κατέληξε να είναι και κατακαμμένο τελικά, αναμφίβολα από τα εγκλήματα παρομοίων «κουκουλοφόρων» κι εδώ, αφού δρούν ‘εν κρυπτώ’ και όχι ‘υπό τον ήλιον’,  ως γενίτσαροι, και όχι ως Έλληνες που σέβονται την δημόσια ή την ιδιωτική περιουσία.  Έφτασαν και στο έγκλημα το 2007 όταν κατακάηκαν όχι μόνο γης αλλά και αθώες ζωές τελικά.   Κυβέρνησε και εξακολουθεί να κυβερνά η ασυνειδησία εξαιτίας της έλλειψης της διαλεκτικής και περεταίρω συνεργασίας  όλων για την πάταξη τέτοιων αποτρόπαιων φαινομένων και της κατά συνέπειαν, αχαλίνωτης ασυδοσίας.

            Έτσι λοιπόν λύνουν τα όποια προβλήματά τους και καθησυχάζουν τις αγωνίες τους οι απόγονοι του Σωκράτη και του Αριστοτέλη; Τελικά θύματα αυτής της κατάστασης είναι αναμφίβολα τα παιδιά των Ελλήνων[60].  Πού πήγαν λοιπόν ο ειλικρινής διάλογος - αντίλογος, η  σύλληψη και η κατανόηση, παράγοντες της ελληνικής διαλεκτικής που είναι χαρακτηριστική κληρονομιά της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού που εκπροσωπεί;

            Πρόκειται λοιπόν για ένα ελληνικό αίσχος και εκείνοι που αυτοκαλούνται Έλληνες και πράττουν ανθελληνικά, θα μπορούσαν να χαροποιήσουν μόνο κάποιον... ‘Κίσιντζερ’, που ήθελε κάποτε να καθαρίσει την ελληνική χερσόνησο από αυτή τη φυλή ‘των αντιδραστών’, αυτόν τον άλλοτε λίγο περισσότερο αντάρτη, για τα σωστά δικαιά του και ‘κόντρα’ στα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Έλληνα πατριώτη.

            Και μιλώντας για αντιδράσεις που ενοχλούν, είναι  άκρως επιτακτικό να επιστηθεί η προσοχή του Έλληνα στο θέμα της γλώσσας του, και επίσης να μάθει να αντιδρά –πάντα ειρηνικά- όταν οι διάφοροι ξενομανείς συμπατριώτες τους, τη στολίζουν με περίσσια ξενόγλωσσα καρικεύματα ή ακόμα όταν κάποιοι εκ του πονηρού ισχυρίζονται ότι αυτή, δηλαδή ο σημερινός ελληνικός πολιτισμός - γλώσσα, δεν είναι η συνέχιση από τον αντίστοιχο αρχαιοελληνικό κόσμο. Αν η ελληνική γλώσσα εξέλιπε πώς θα μπορούσε άραγε ο Έλληνας να αποδείξει την ελληνικότητά του μέσα σε αυτό, το μάλλον αδιάφορο, παγκόσμιο κατεστημένο; Αυτό είναι ένα σοβαρό ερώτημα και είναι ανάγκη να απασχολήσει  τους σημερινούς Έλληνες.  Είναι λοιπόν καθήκον των απανταχού Ελλήνων να αγωνιστούν ώστε να διαφυλαχτεί ετούτη ως το ιερότερο δώρο που τους κληροδότησαν οι αρχαίοι Έλληνες, οι πρόγονοί τους, μέσω των αιώνων.

 

 

Τέλος

 

 

   

Βιβλιογραφία

 

Μ. Βάλσας, Το Νεοελληνικό Θέατρο από το 1453 έως το 1900, Μετάφραση-Εισαγωγή-Σημειώσεις Χαρά Μπακονικόλα – Γεωργοπούλου, Εκδόσεις ‘Ειρμός’, Αθήνα 1994

 

Robert Browning, Η Ελληνική Γλώσσα Μεσαιωνική και Νέα, Εκδ. Παπαδήμα, 1991, Εισαγωγή,  σ.12-13

 

Michael Baigent,  The Jesus Papers, Harper Elements (Harper CollinsPublishers), Hammersmith, London W68JB, 2006, p. 140.

 

 Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, μετάφραση, Δημοσθένης Κουρτοβικ, Γ’ έκδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000,  Εισαγωγή, σς. 15-16

 

Jane Chisholm, Lisa Miles and Struan Reid, The Usborne Internet - Linked  Encyclopedia of Ancient Greece, p.133

 

Κ.Θ.Δημαράς, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΑΠΟ  ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ  ΡΙΖΕΣ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ, Νέα έκδοση, Τρίτη Έκδοση,  ΙΚΑΡΟΣ 1964

Σπήλιος Φ. Δημόπουλος, Η Επαρχία Καλαβρύτων 1940-1949, Χρόνια Τρόμου, Ιστορικό διήγημα, Μελβούρνη 2008, σ. 37.

 

Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Ελλη, ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ , Τραγούδια-Μοιρολόγια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, Ιστορικά Άσματα, Τραγούδια της Ξενιτιάς (κείμενο το οποίο παρουσιάστηκε ως ομιλία στις εκδηλώσεις της Ηπειρωτικής Εβδομάδας (24 Φεβρουαρίου -ημέρα Τετάρτη- 1999). Για όσους ενδιαφέρονται να το διαβάσουν υπάρχει στην ιστοσελίδα: www. Anagnostis. info, υπό το όνομα: Πιπίνα Ιωσηφίδου Έλλη.  Επίσης συμπεριλαμβάνεται στους έτοιμους προς έκδοση τόμους (δύο τόμοι) της Συγγραφέα, υπό τον τίτλο: Μελετήματα. 

 

Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, Εκδόσεις Καζαντζάκη, ΙΑ’ επανεκτύπωση 1997, Περιστέρι-Αθήνα,  Κεφ ΙΖ’ Προσκύνημα στην Ελλάδα σς.155-167

 

Γιώργος Καναράκης, Διαγλωσσικές Επιδράσεις στην Αγγλική και η Συμβολή της Ελληνικής Γλώσσας, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2005

 

E. kofos, The Making of Ugoslavia’s People’s  Republic of Macedonia, Institute for Balkan Studies, Macedonia Past and Present, Thessaloniki 1992, pp. 147-168 (ή σς. 376-396, στο ίδιο βιβλίο)

 

Αριστείδης Ε. Κωνσταντινίδης, οι ελληνικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα, Β’ έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1991 Πρόλογος, σς. Ι-ΙΙΙ

 

Λιβάνιος, Υπέρ των ελληνικών ναών, Θρήνος για τον Ιουλιανό, Προς αυτούς που τον είπαν βαρετό, Από τη σειρά, ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΘΝΙΚΟΙ, Θύραθεν Εκδόσεις, 5η έκδοση, Πρόλογος, σ. 9. 

 

Plutarch’s Lives, Alexander, The Dryden Translation, Great Books of Western World, William Benton, Publisher, Encyclopaedia Briatannica, Inc. The University of Chicago , 26th printing, 1984, σ.546

 

Ν. Πολίτης, Το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, Π. Ιωάννου, Αθήνα 1989

 

Βυζαντινό Λεξικό Σουΐδα (10ος αι. μ. Χ. ) ο Λιβάνιος ‘έγραψεν άπειρα’ (Λεξικό Σουΐδα, Θύραθεν Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη, Εισαγωγή Β. Κατσαρός, σ.710)

 

Σολωμού Άπαντα, εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις γλωσσάριο, Ν.Β. Τωμαδάκη, Εκδόσεις Γρηγόρη, αθήνα 1969, σ.15

 

Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Εκδόσεις Αρμονία, Γ’ έκδοση, Αθήνα 1990

 

Νικόλαος Τσουγανάτος, Επίτομος Γενική Ιστορία, νεώτεροι Χρόνοι, Τόμος Β’ Έκδοσις Τρίτη Βελτιωμένη, Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας σς.129-134

 

Άρθρα από εφημερίδες

 

Φίλιππος Κρομμύδας, Ο ‘Μύθος’ της εθνικής Αντίστασης, άρθρο στον Πρωϊνό Λόγο, Καθημερινή Εφημερίδα της Ηπείρου (στις 26/11/2008)

 

Βασίλης Λέττας, ‘Οι καιροί... πονηροί για τους Έλληνες μαθητές!’ όπως σωστά αναφέρει στο άρθρο του  στο ΑΠΟΨΕΙΣ, στην Καθημερινή Εφημερίδα της Ηπείρου: Πρωϊνός Λόγος (Παρασκευή 28/11/08)



[1] Σολωμού Άπαντα, εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις γλωσσάριο, Ν.Β. Τωμαδάκη, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969, σ.15

[2] Σπήλιος Φ. Δημόπουλος,, Η Επαρχία Καλαβρύτων 1940-1949, Χρόνια Τρόμου, Ιστορικό διήγημα, Μελβούρνη 2008, σ. 37.  Σχετικά με το παραπάνω θέμα γράφει και ο Φίλιππος Κρομμύδας, Ο ‘Μύθος’ της εθνικής Αντίστασης, άρθρο στον Πρωϊνό Λόγο, Καθημερινή Εφημερίδα της Ηπείρου (στις 26/11/2008)

[3] E. kofos, The Making of Ugoslavia’s People’s  Republic of Macedonia, Institute for Balkan Studies, Macedonia Past and Present, Thessaloniki 1992, pp. 147-168 (ή σς. 376-396 στο ίδιο βιβλίο)

[4] Φίλιππος Κρομμύδας, ο.π.

[5] E. kofos, ο.π., σ.164 (ή σ.392)

[6] E. kofos, ο.π., σ.154 (ή σ. 382)

[7] Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, Εκδόσεις Καζαντζάκη, ΙΑ’ επανεκτύπωση 1997, Περιστέρι-Αθήνα,  Κεφ ΙΖ’ Προσκύνημα στην Ελλάδα σ. 155 - 167

[8] Στην εισαγωγή του βιβλίου του Το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, τονίζει τη σημασία του:

"Εξαίρετον αναντιρρήτως θέσιν μεταξύ των μνημείων του λόγου του ημετέρου λαού κατέχουν τα τραγούδια'  όχι μόνον ως ισχυρώς κινούντα την ψυχήν δια το απέριττον κάλλος, την αβίαστον απλότητα, την πρωτοτυπίαν και την φραστικήν  δυναμιν και ενάργειαν,  αλλά και ως ακριβέστερον παντός άλλου πνευματικού δημιουργήματος του λαού εμφαίνοντα τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του έθνους.  Εις τάλλα είδη του λόγου, τας παροιμίας και τους μύθους, τα παραμύθια και τα αινίγματα, ων η μετάδοσις από λαού εις λαόν είναι ευχερής και συνήθης, τα παρειδύσαντα πολυπληθή ξένα στοιχεία καθιστούν δύσκολον την διάκρισιν του οθνείου από του ιθαγενούς.  Αλλ' εις τα τραγούδια και τας παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος"(Ν.Πολίτης, Το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, Π.Ιωάννου, Αθήνα 1989, σ. 7) 

[9] Κ.Θ.Δημαράς, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΑΠΟ  ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ  ΡΙΖΕΣ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ, Νέα έκδοση, Τρίτη Έκδοση,  ΙΚΑΡΟΣ 1964, σς. 5-18

[10] Έναντι του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, παρόμοια με εκείνη του Νίκου Πολίτη, θέση,  έλαβε και ο Γάλλος μελετητής Φωριέλ, γνωστός φιλέλλην, τον 19ο αιώνα. Ο Φωριέλ υποστήριξε τις ελληνικές θέσεις στην κρίσιμη περίοδο των αγώνων των Ελλήνων  για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού –που οδήγησαν τελικά στην επανάσταση του 1821- σχετικά με το θέμα της συνέχειας της ελληνικότητας των κατοίκων της ελληνικής χερσονήσου, έναντι του Γερμανού ιστορικού Φαλμεράϋερ, ο οποίος υποστήριζε σοβαρή ποσοστιαία -αν όχι κυρίαρχη- παρουσία του σλαβικού στοιχείου, στην Ελληνική χερσονήσο. Ο Φωριέλ τόνισε ότι το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, αυτούσιο, αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη της ελληνικότητας του λαού της ελληνικής χερσονήσου. Χαρακτήρισε μάλιστα τη γλώσσα των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, ως την ωραιότερη ανάμεσα στις γλώσσες της Ευρώπης (κείμενο: Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Ελλη, ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ , Τραγούδια-Μοιρολόγια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, Ιστορικά Άσματα, Τραγούδια της Ξενιτιάς (Το παρόν πόνημα παρουσιάστηκε ως ομιλία στις εκδηλώσεις της Ηπειρωτικής Εβδομάδας (24 Φεβρουαρίου -ημέρα Τετάρτη- 1999)

[11] Κ.Θ.Δημαράς, ο.π., σ. 4.

[12] Κ.θ. Δημαράς, ο.π.,  σ. 5

[13] Κ.Θ. Δημαράς ο.π., σ. 6-7

[14] Γιώργος Καναράκης, Διαγλωσσικές Επιδράσεις στην Αγγλική και η Συμβολή της Ελληνικής Γλώσσας, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2005, σ. 46-47

[15] Κύριλλος (827-869) άγιος, κληρικός, λόγιος και ιεραπόστολος από τη Θεσσαλονίκη που εκχριστιάνισε τους Σλάβους ,  Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Εκδόσεις Αρμονία, Γ’ έκδοση, 1990, σ. 900

[16] Γιώργος Καναράκης, ο.π., σ. 47

[17] Samuel N. C. Lieu, The Holy Men and their Biographers in early Byzantium and Medieval China, A preliminary comparative study in hagiography, essay in Maistor, Classical, Byzantine and Renaissance Studies for Robert Browning, published by The Australian Association for Byzantine Studies Canberra, 1984,  pp. 145-146

[18] Κλαύδιος Τιβέριος Νέρων Γερμανικός,  αυτοκράτορας (41-54) και ιστορικός,  Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, εκδ. Αρμονία, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 1990, σ.896 

[19] Σολωμού Άπαντα, εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις γλωσσάριο, Ν.Β. Τωμαδάκη, Εκδόσεις Γρηγόρη, αθήνα 1969, σ.15

[20] Όταν ο Φίλιππος ο V νικάται στον δεύτερο Μακεδονικό πόλεμο από τους Ρωμαίους (202-197 π. Χ. ), και τους παραδίδει την Ελλάδα. Ύστερα από τον Αχαϊκό πόλεμο (147-146 π.Χ.)  όπου οι Ρωμαίοι καταστρέφουν την Κόρινθο μετά από μία επανάσταση εναντίον τους, των Μακεδόνων, και αποβαίνουν οι κυρίαρχοι της Ελλάδας.   Jane Chisholm, Lisa Miles and Struan Reid, The Usborne Internet  - Linked  Encyclopedia of Ancient Greece, p.133

[21] Νικόλαος Τσουγανάτος, Επίτομος Γενική Ιστορία, νεώτεροι Χρόνοι, Τόμος Β’ Έκδοσις Τρίτη Βελτιωμένη, Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας σς.129-134

[22] Αριστείδης Ε. Κωνσταντινίδης, οι ελληνικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα, Β’ έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1991 Πρόλογος, σς. Ι-ΙΙΙ

[23] Αριστείδης Ε. Κωνσταντινίδης, ο.π., σ. ΙΙΙ

[24] Αριστείδης Ε. Κωνσταντινίδης, ο.π. σς. IV

[25] Robert Browning, Η Ελληνική Γλώσσα Μεσαιωνική και Νέα, Εκδ. Παπαδήμα, 1991, Εισαγωγή,  σ.12-13

[26] Michael Baigent,  The Jesus Papers, Harper Elements (Harper CollinsPublishers), Hammersmith, London W68JB, 2006,

[27] Michael Baigent,  The Jesus Papers, ibid, p. 140.

[28] Hans-Georg Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, μετάφραση, Δημοσθένης Κουρτοβικ, Γ’ έκδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000, 

[29] Hans-Georg Beck, ο.π.,   Εισαγωγή, σς. 15-16

[30] Hans-Georg Beck, ο.π.,  Εισαγωγή, σ. 16

[31] Hans-Georg Beck, ο.π.,  Εισαγωγή, σ. 17

[32] Hans-Georg Beck, ο.π.,  Εισαγωγή, σ. 17

[33] Hans-Georg Beck, ο.π.,  Εισαγωγή, σ. 18

[34] Hans-Georg Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 18

[35] Hans-Georg Beck, ο.π., Εισαγωγή, σσ. 18-19

[36] Hans-Georg Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 19

[37] Hans-Georg Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 19

[38] Hans-Georg  Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 19

[39] Hans-Georg  Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 24-25

[40] Hans-Georg  Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 26

[41] Από το οριστικό, κείμενο Β’ του Διαλόγου του Δ. Σολωμού σσ. 199-217,  Σολωμού Άπαντα, εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις γλωσσάριο, Ν.Β. Τωμαδάκη, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969, σ.15

[42] Σολωμού Άπαντα, ο.π., σ. 200

[43] η ελληνική γλωσσική κληρονομιά: η απλή ομιλουμένη  με όλες τις διαλέκτους της όπως μιλιούνται στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, και η καθαρεύουσα

[44] Hans-Georg  Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 28

[45] Hans-Georg  Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ. 32

[46] Λιβάνιος, Υπέρ των ελληνικών ναών, Θρήνος για τον Ιουλιανό, Προς αυτούς που τον είπαν βαρετό, Από τη σειρά, ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΘΝΙΚΟΙ, Θύραθεν Εκδόσεις, 5η έκδοση, Πρόλογος, σ. 9. 

Σύμφωνα με το Βυζαντινό Λεξικό Σουΐδα (10ος αι. μ. Χ. ) ο Λιβάνιος ‘έγραψεν άπειρα’ (Λεξικό Σουΐδα, Θύραθεν Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη, Εισαγωγή Β. Κατσαρός, σ.710)

[47] Λιβάνιος, ο.π., Πρόλογος, σ. 12.

[48] Ο αποστολικός ζήλος είναι χαρακτηριστικό του ιουδαϊσμού και των αιρέσεών του. ‘Τα διάφορα ρεύματα και οι εκφάνσεις του ελληνισμού μπορεί να αντιπαρατίθενται  και να μάχονται μεταξύ τους, όμως ο ελληνισμός, ως κοσμοθεώρηση και στάση ζωής, δεν προπαγανδίζεται ώστε να γίνει αντικείμενο μαζικής πίστης.  Με αυτήν την αλήθεια στάθηκε αδύνατο να συμβιβαστεί ο Ιουλιανός...’ Λιβάνιος, ο.π. πρόλογος, σ. 13.

[49] Hans-Georg  Beck, ο.π., Εισαγωγή, σ.32