Η Μετανάστευση

 
 
   


  Hellenes around 
the Globe


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

 


γράφει η Διονυσία  Moύσουρα-Τσουκαλά  

Χειμωνιάτικη, όμορφη μέρα. Ο ήλιος παιχνίδιζε ναζιάρικα με τα σύγνεφα, μια κρυφτό, μια κυνηγητό.

Ο χώρος πλημμυρισμένος από όμορφα μουτράκια που με την παρουσία και τις φωνούλες τους, πότε χαρούμενες, πότε θυμωμένες, άλλοτε πάλι δακρυσμένες, έδιναν ζωντάνια περισσή στο Βρεφονηπιακό Σταθμό, τόσο μέσα στις αίθουσες όσο και στους εξωτερικούς χώρους.

Οι ηλικίες, ποικίλες, από λίγων μηνών μέχρι τεσσάρων περίπου χρονών, ίσως και λίγο πάρα πάνω, μα όλα προσχολικής ηλικίας. Μια μικρή κοινωνία, με την τάξη και τη σειρά της, τους κανονισμούς και τους κανόνες, τη ρουτίνα, την ενασχόληση των παιδιών ομάδες-ομάδες σε διάφορες δραστηριότητες, ανάλογα τις ηλικίες, προτιμήσεις και ικανότητες τους. Ένα όμορφο μελίσσι.

Απόγευμα, περασμένες 4, κυριαρχούσε μια αδιόρατη ανησυχία και ανυπομονησία, τόσο από το προσωπικό όσο κι από τα πιτσιρίκια. Αυτό, γιατί πλησίαζε η ώρα που σιγά-σιγά μητέρες, πατεράδες και σε μερικές περιπτώσεις  γιαγιάδες ή παππούδες, άρχιζαν να έρχονται και να παίρνει καθένας το δικό του παιδάκι. Η ρουτίνα, γνωστή για μικρούς και μεγάλους, οι μεγάλοι έπρεπε να ενημερώσουν το προσωπικό για την άφιξη τους, να ρωτήσουν πώς πήγε η μέρα κι αν προέκυψε κανένα πρόβλημα και να υπογράψουν πριν αναχωρήσουν με το μικρό, παίρνοντας και ό,τι ρουχαλάκια είχε λερώσει το παιδί. Τα παιδάκια πάλι, εκτός από τα πολύ μικρά, γνώριζαν ότι έπρεπε να συμμαζέψουν τα παιχνίδια τους, να ξεκρεμάσουν την τσάντα τους από τη συνηθισμένη της θέση που έφερε το όνομα του κάθε παιδιού, να πάρουν ζακέτες, καπέλο κι ό,τι άλλο είχαν φέρει το πρωί, να χαιρετίσουν τους φίλους και τους φροντιστές τους και κουρασμένα μεν  χαρούμενα δε, να ξεκινήσουν για το σπίτι.

Η μάνα, η κάθε μάνα, που ως επί το πλείστο, ήταν το άτομο που έπαιρνε το μικρό ή τα μικρά της, ήταν ήδη κουρασμένη από μια κοπιαστική μέρα στη δουλειά, προσπαθούσε, όμως, να κρύψει την κούραση της ώστε να μπορέσει να χαρεί το παιδάκι της έστω και για λίγο μέχρι να φτάσουν σπίτι, γιατί εκεί ασφαλώς την περίμεναν πολλά.

Ήταν πια περασμένες πέντε, χειμώνας καιρός, τα περισσότερα παιδάκια είχαν ήδη φύγει, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, πίσω είχαν μείνει λίγα μωρά στην κούνια ακόμα και τα δυο αδελφάκια, ο Θανάσης κι ο Ηλίας. Γύρω στα 4 ο Θανάσης και 18 μηνών ο Ηλίας.

Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα, πλησίασαν στο παράθυρο, κόλλησαν τα προσωπάκια τους στο τζάμι που είχε θολώσει γιατί άρχισε να βρέχει, προσπαθώντας κάθε φορά που περνούσε αμάξι να μαντέψουν αν ήταν η μαμά τους. Η Θάλεια, ήταν μικροβιολόγος και δούλευε σε μεγάλο Νοσοκομείο στην πόλη, δεν έφτανε ποτέ πριν τις 5.45 περίπου, πυκνή η κυκλοφορία εκείνη την ώρα και μολονότι δεν ήταν μεγάλη η απόσταση της έπαιρνε γύρω στα 45 λεπτά για να φτάσει, ώρα που είχε ήδη σκοτεινιάσει. Και τα μικρά πίσω απ΄ το τζάμι να περιμένουν με αγωνία...να κλαίει ο μικρός και να προσπαθεί να τον παρηγορήσει ο μεγάλος...άπλωνε αδέξια, μα με στοργή τα χεράκια του και τον αγκάλιαζε, λέγοντας του  πως η μαμά όπου νάναι φτάνει. Ο μικρός τον κοίταζε και γαντζωνόταν επάνω του, ζητώντας σιγουριά και παρηγοριά.

Κάποτε τρέχοντας έφτανε η μάνα, έπεφταν και τα δυο στην αγκαλιά της, την αγκάλιαζε τρυφερά ο μεγάλος, με αναφιλητά ο μικρός,  κι εκείνη με τα χέρια γεμάτα, προσπαθούσε να παρηγορήσει τα μικρά, να μιλήσει στο προσωπικό, να μαζέψει τα ρουχαλάκια και τσάντες, να τα βάλει στο αυτοκίνητο, να τα προσδέσει με τις ζώνες ασφαλείας και να πάνε σπίτι όπου την περίμεναν ουκ ολίγα. Λίγο αργότερα έφτανε κι ο μπαμπάς στο σπίτι και τότε ήταν λίγο πιο εύκολα γιατί βοηθούσε κι αυτός.

Γρήγορα περνούσαν τα βράδια, δεν έμενε πολύς χρόνος για παιχνίδια ούτε για τη Θάλεια να ασχοληθεί και πολύ με τα παιδιά, ποιον να πρωτοκοιτάξει που όλοι περίμεναν από τα χέρια της κι όλοι διεκδικούσαν αποκλειστικότητα στον, ανύπαρκτο, ελεύθερο χρόνο της.

Ένα απόγευμα, πριν ακόμα μπει στο Σταθμό η Θάλεια, άκουσε φωνές και κλάματα, αναγνώρισε τη φωνή του Θανάση, έτρεξε μέσα με αγωνία και φόβο να δει τι έπαθε το παιδί της...βρήκε έναν έξαλλο Θανάση να πετάει ό,τι υπήρχε γύρω του, να έχει ήδη σπάσει το τζάμι του γραφείου, να τσιρίζει υστερικά με τα μικρά του χεράκια γεμάτα αίματα, να κλοτσάει όποιον ζύγωνε και προσπαθούσε να τον ηρεμήσει μην αφήνοντας κανέναν να τον ζυγώσει κι εκεί που όλοι πίστευαν πως βλέποντας τη μαμά του θα ησυχάσει, αυτός αγρίεψε περισσότερο κι άρχισε να φωνάζει πως ΔΕΝ θέλει τη μαμά του να φύγει από εκεί ΔΕΝ την θέλει...άδικα προσπαθούσε να τον πλησιάσει η Θάλεια, προσπαθούσε να συγκρατηθεί, να μην την δει να κλαίει κι αγριέψει περισσότερο...άδικος κόπος. Ο μικρός ξεχασμένος σε μια γωνία, φοβισμένος έκλαιγε  γοερά...

Με πολύ πόνο για το ξέσπασμα του παιδιού, το άρπαξε στην αγκαλιά της αγνοώντας τις φωνές του και τις κλοτσιές...κάποια στιγμή απόκαμε ο μικρός Θανάσης...έγειρε παραδομένος την αγκαλιά της μάνας...κι αποκοιμήθηκε μες τα αναφιλητά του πριν προλάβει καλά να βάλει τα παιδιά στο αυτοκίνητο...

Έκανε πολύ ανήσυχο ύπνο εκείνο το βράδυ ο μικρός, πεταγόταν στον ύπνο του βγάζοντας τρομαγμένες  κραυγές...μα και η Θάλεια δεν έκλεισε μάτι...την έτρωγαν οι ενοχές και οι τύψεις που άφηνε τα παιδιά της σε ξένα χέρια, μα δεν είχε πολλές επιλογές...έπρεπε να δουλέψει.

Ήταν καλλιεργημένη κοπέλα η Θάλεια, μπορούσε να ερμηνεύσει το ξέσπασμα του παιδιού της, μα την άλλη μέρα  μίλησε σε μια παιδοψυχολόγο φίλη της στο Νοσοκομείο, εκείνη απλά επιβεβαίωσε τους φόβους της...ήταν η οργή του μικρού εναντίον της μάνας...οργή που τους πήγαινε κάθε μέρα στο σταθμό, οργή, φόβος, πόνος, αγωνία  που αργούσε το απόγευμα κι έμεναν τελευταία εκεί μέσα...Εκείνη, αναρωτιόταν, πού να ξεσπάσει τη δική  οργή, το δικό της πόνο για όλα αυτά;

Και τα χρόνια περνούσαν γρήγορα, πρώτα έφυγε από το Σταθμό ο Θανάσης και πήγε Σχολείο, τότε άρχισε άλλο δράμα με τον Ηλία...επ΄ ουδενί ήθελε να πάει στο Σταθμό...κλάμα απαρηγόρητο κάθε πρωί, με το Θανάση εκεί, ένιωθε λιγότερο μόνος, λιγότερο φοβισμένος...τα πράγματα χειροτέρευαν πολύ όταν έλειπε για κάποιο λόγο η Λίζα, γλυκό κορίτσι η Λίζα, φρόντιζε 5 παιδάκια στο Σταθμό κι όλα τη λάτρευαν, όταν εκείνη υποδεχόταν το μικρό Ηλία το πρωί, έπεφτε στην αγκαλιά της και δεν ξεκολλούσε...μα όταν έλειπε...άσχημα, πολύ άσχημα.

Τώρα πια τα απογεύματα, το μόνο μουτράκι πίσω από το θολό τζάμι να ψάχνει με αγωνία στο δρόμο για τη μαμά, ήταν αυτό του Ηλία...πολλές φορές  ήταν κι ο τελευταίος που έφευγε από το Σταθμό...

Χρόνια μετά, όταν και τα δυο πήγαιναν πια Σχολείο κι ήταν γύρω  9 και 11 χρονών, ένα απόγευμα που τα πήρε, ως συνήθως, η γιαγιά από το Σχολείο, για κάποιο λόγο χρειάστηκε να περάσει μπροστά από το Σταθμό, σταμάτησε για λίγο και τους ρώτησε αν θυμούνται πως εδώ έρχονταν για χρόνια...φυσικά και θυμόταν...τα άκουσε να μιλάνε στο πίσω κάθισμα για κείνα τα χρόνια στο Σταθμό...Δεν επενέβη... μόνο άκουγε, άκουγε με πίκρα και με πόνο, «του παιδιού μου το παιδί/δυο φορές παιδί μου», έτσι είναι οι γιαγιάδες...πονάνε πολύ, πάρα πολύ, σχίζεται η ψυχή τους όταν υποφέρουν τα εγγονάκια της  σε όποια ηλικία κι αν είναι....

Μιλούσαν για το τζάμι το θολό που κολλούσαν το προσωπάκι τους γεμάτα αγωνία περιμένοντας, για τη μαμά που ερχόταν τελευταία για το φόβο που ένιωθαν όταν ένα-ένα έφευγαν τα άλλα παιδάκια, σκοτείνιαζε κι αυτά ακόμα εκεί...κι άκουσε το Θανάση να λέει, φοβόμουν, φοβόμουν πολύ πως η μαμά ίσως μας ξέχασε και δεν θα ερχόταν να μας πάρει... και τρέμαμε κι οι δυο από το φόβο πως εκεί θα μείνουμε...μόνα μας αφού και το προσωπικό σιγά-σιγά έφευγε...κάθε φορά που έκλεινε η πόρτα...φοβόμασταν ακόμα περισσότερο...

Μετά, άρχισαν να μιλούν για την ημέρα τους στο σχολείο, για τα σπορ που θα έπαιζαν αύριο...

  

 Διονυσία Μούσουρα­Τσουκαλά

 

 

 

 


 


ΔιονυσΙα  
MoΥσουρα-ΤσουκαλΑ
 

 

 

 


 

   




Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info