GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above




 Hellenes around the Globe









γράφει Η Διονυσία  Moύσουρα-Τσουκαλά


ΔιονυσΙα  MoΥσουρα-ΤσουκαλΑ

Η
Διονυσία - Μούσουρα Τσουκαλά γεννηθηκε στη Ζάκυνθο οπου και ολοκληρωσε τη δευτεροβάθµια εκπαίδευση.

Στην Aυστριxλlα µετανάστευσε το 1967 µε το σύζυγο και τα δύο παιδιά τους. Διδαξε Ελληνικά στα απογευµατινά και Σαββατιανά παροικιακά σχολεΙα. Σπούδασε διερµηνεια και µετάφραση στο πανεπιστηµιο RMIT στη Μελβούρνη, τοµεας στον οποιο εργάζεται µεχρι σήµερα. 
Έργα της πεζά και εµµετρα που εχουν δηµοσιευθει σε εφηµεριδες της ιδιαιτερης πατριδας της και σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αυστριχλιας, εχουν διακριθει αρκετες φορες σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισµούς.

Η συλλογη διηγηµάτων Ο Κραταιός Νόστος ειναι το πρωτο της βιβλίο. 



Ο Κραταιός 


Νόστος






....σε πεζό ρυθμό




 Η    Α π ά ν τ ρ ε υ τ η

 

Η είδηση μαθεύτηκε γρήγορα.  Πολύ γρήγορα. Έτσι όπως μαθαίνονται όλα στις μικρές, ανθρώπινες, κοινωνίες. Εγώ, μεταξύ μας, υποψιάζομαι πως υπεύθυνος είναι ο κοκκινoλαίμης που κάθεται πάνω στην μουριά της αυλής. Είναι αυτός ένας περίεργος και κουτσομπόλης, ο Θεός να σε φυλάει. Πρωί-πρωί πιάνει τα χαμόκλαδα για να βλέπει και να ακούει το παράθυρο της κουζίνας που τ΄αφήνω ανοιχτό για να τρώει κάνα ψίχουλο ο πεινάλας κι αυτός για ευχαριστώ πάει και με κουτσομπολεύει.

Έτσι κι ακούσει ο καλός σου όσα θέλει, ένα φρου…πεταρίζει και νάτον πάνω στο πιο ψηλό κλαρί.  Αρχίζει δυνατά τιτιβίσματα για να καλέσει φίλους και φιλενάδες, τους κοντινούς τους κολλητούς, και νάσου σπουργίτια, κοτσίφια, τσίχλες, τρυγόνια, κιτρινισκούφηδες, μαυροπούλια…Τους τα λέει τάχα εμπιστευτικά και χαμηλόφωνα και κείνα μόλις ακούσουν, να γελάκια, να καμώματα, εξαπλώνονται σε όλα τα μήκη και πλάτη του νησιού μας που δεν  είναι δα και πολύ μεγάλο, κι έτσι πάλι εμπιστευτικά και μυστικά και κείνα τα λένε στους δικούς τους φίλους, μαθαίνουν κι απ΄αυτούς τα υπόλλοιπα και μέχρι να πεις κύμινο, όλοι οι νησιώτες ξέρουν τα νέα της ημέρας.  Κάπως έτσι μαθεύτηκε, υποθέτω, και η είδηση:

       «Π α ν τ ρ ε ύ ε τ α ι   η   α π ά ν τ ρ ε υ τ η»

 

Ναι, καλά ακούσατε, Α π ά ν τ ρ ε υ τ η.  Εγώ είμαι αυτή.  Έτσι σκέτο –απάντρευτη-, ούτε τίτλοι, ούτε περγαμηνές.  Ούτε καν αυτό το τετριμμένο – ας πούμε – Αγλαϊα  του τάδε και της δείνα το γένος τάδε-

Τίποτα από όλα αυτά.  Εγώ έγινα και έμεινα η απάντρευτη.

Όπωσδήποτε δεν πρέπει να με βγάλανε έτσι όταν με βαφτίσανε, όλο και κάποιο χριστιανικό όνομα θά' δωσαν και σε μένα.  Μα κάπου στην πορεία κι εξ αιτίας των γεγονότων χάθηκε. Κάποιος, κάποια, κάποιοι με αποκάλεσαν απάντρευτη προφανώς τους άρεσε γιατί βρήκαν πως μου πήγαινε γάντι κι άντε εσύ τώρα να ψάχνεις για βαφτιστικό. Κι όχι τίποτα δηλαδή. 

Όλα χαλάλι, μα ήθελα νάξερα τον νουνό.  Όχι για να τον βρίσω ή να παραπονεθώ, αλλά πώς να το κάνουμε, νιώθω πως μου χρωστάει.

Δεν μπορείς εσύ κύριε, γιατί κόβω το σβέρκο μου σερνικός θάταν, νάχεις τα προνόμια – έστω και κρυφά – του νονού και καμία από τις υποχρεώσεις.  Κι ο πιο φτωχός νουνός θα αγοράσει δυο ρουχαλάκια στο φιοτσίδι του κι ένα σταυρουδάκι, έστω από τις καρρέτες, απ΄αυτά που γιαλίζουν δα σαν χρυσά και μετά…ε, τι το θέλουμε το μετά, ο άνθρωπος έκανε το κομμάτι του στο βαφτίσι…Εγώ, τίποτα απ΄όλα αυτά.

Δεν ξέρω πότε μου έκαναν την τιμή να με βαφτίσουν απάντρευτη. Στην αρχή πάντως το σιγομουρμούριζαν μεταξύ τους όταν αναφέρονταν σε μένα. Με τον καιρό όμως ξεθάρρεψαν κι άρχισαν να το λένε και στα μούτρα μου. Η Πηγή ήταν η πρώτη που...λάθεψε η γλώσσα της « έλα μωρέ απάντρευτη», μούπε, πάνω στην κουβέντα, άλλαξε χίλια χρώματα, ζήτησε συμπάθειο, μα κι εγώ που από γλώσσα δεν πέφτω πίσω. «Σώπα, Πηγή μου, από νάχα άνδρα το Νικόλα σου, χίλιες φορές απάντρευτη».

Πέσανε τα μούτρα της, έκαμε να μου μιλήσει κάμποσα φεγγάρια, μετά της πέρασε, μου πέρασε, ξεθάρρεψαν κι οι άλλοι κι απο κει…άντε και να βρεις όνομα εσύ.

Από όλο το σόϊ εκείνη που πήρε κατάκαρδα τον…τίτλο μου ήταν η Μάνα μου η συχωρεμένη. Ο Πατέρας μου,Θέος σχωρέστον, το φιλοσόφησε το πράγμα  «μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας γυναίκα, βολέψαμε κουτσά-στραβά τις τρεις θεγατέρες, έμεινε ετούτη ε, τι να κάνουμε, άλλωστε τι να της ζηλέψουν οι γαμπροί; το μπόϊ ή την ομορφάδα της ή μήπως έχουμε να την προικίσουμε για να στραβωθεί κανείς και να την πάρει».

Όλα αυτά τα παινέματα για μένα παρακαλώ, κι εγώ από την κακή μου τύχη, ή για να λέμε και του στραβού το δίκιο από το κακό μου το κεφάλι για νάχω το ελάττωμα να κρυφακούω, τα άκουσα όλα με το νι και με το σίγμα.

-Δεν λες που φύγανε οι τρεις κι άνοιξε ο δρόμος για το Χρήστο…αλλιώς κυρά δραγάταινα - ήταν δραγάτης ο Πατέρας μου, δηλ. αγροφύλακας- ξένους σπόρους θα ανάσταινες για εγγόνια σου.

Ο Χρήστος είναι ο αδελφός μου. Βαρύ φορτίο τού'πεσε του φουκαρά με τέσσερες αδελφάδες, ωραίο παιδί, μόνο λίγο αργόστροφος. Ο Πατέρας μου τον ήθελε ξουράφι γιαυτό όλο και κάτι του σκάρωνε για να ξεκολλήσει λέει ο τροχός και να πάρει μπροστά. Πότε τούλεγε: Πα να δεις ρε, έρχομαι; Και να κατραπακιές ο κακομοίρης ο Χρήστος που πήγαινε να δει.  Την άλλη:

-Πες στη Μάνα σου σήμερα να μαγειρέψει σουλειπεινούς (σου λείπει ο νους),  σ’ αυτό έπεφτε και φάσκελο όχι μόνο κατραπακιές.

Εκείνο όμως που δεν ξεχνιέται εύκολα είναι αυτό που του σκάρωσε μια Πρωτοχρονιά με τα κάλαντα. Χιλιοδίπλωσε ένα χαρτονόμισμα από κείνα τα χιλιάρικα, θα τα θυμώσαστε οι πιο παλιοί, με τα πολλά μηδενικά και τη μηδαμινή αξία, το δίπλωσε λοιπόν καλά-καλά, τόβαλε κρυφά πίσω από το αυτί της Κατέρως

- αυτή ήταν η γίδα μας- μετά φώναξε το Χρήστο και:

-Έλα δω μωρέ να δεις πως βγαίνουν τα λεφτά. Θα πω τα Κάλαντα της  Κατέρως κι αυτή θα με πλερώσει. Να κάτι μάτια σαν χάνος ο Χρήστος! Κι αρχίζει ο Πατέρας  «Άγιος Βασίλης έρχεται,» κ.λ.π., σε κάποια στιγμή κουνιέται η Κατέρω, πέφτει το χιλιάρικο ανοίγει στόμα και μάτια δυο πήχες ο Χρήστος και στρώνεται ο καλός σου όλη νύχτα στη γωνιά κι η κακομοίρα η Κατέρω να βελάζει αγαναχτισμένη γιατί ήθελε να κοιμηθεί, και να «Άγιος Βασίλης έρχεται», και να «Καλήν εσπέραν άρχοντες», «Άγια Νύχτα» και «Σήμερον τα Φώτα».

Άμα εξάντλησε όλο το Χριστουγεννοπρωτοχρονιάτικο ρεπερτόριο, προχώρησε στα τροπάρια των Αγίων, όσα ήξερε, έπιασε τον «Ακάθιστο Ύμνο», μετά το «Σήμερον Κρεμάται», έφτασε στο «Αι Γενεαί Πάσαι», κόντευε να χαράξει, που λεφτά, κι εκεί που έπιανε το «Χριστός Ανέστη»  σηκώνεται ο Πατέρας που δεν περίμενε να το πάρει τόσο κατάκαρδα και σοβαρά ο αγαθοβιόλης ο κανακάρης του, του ρίχνει κι ένα γερό καταχέρι έτσι για να πιάσει το χρόνο με το καλό και για να μάθει να μην είναι χοντροκέφαλος και χάφτει ότι μαλ… του πούνε, κι ο κακομοίρης ο Χρήστος κλαμένος, δαρμένος, βραχνιασμένος και ξενύχτης κούρνιασε στο κρεββάτι κι έκαμε ένα μήνα να μιλήσει του Πατέρα. Τέτοια ωραία…

 

Δεν ξέρω αν μ΄αυτά τα καμώματα του Πατέρα μου ξύπνησε ο Χρήστος, ξέρω μόνο πως τον έτρεμε μια ζωή.  Παντρεμένος άνδρας με παιδιά κι όμως τον κυρίευε ο φόβος κάθε φορά που ύψωνε τη φωνή ο Πατέρας.

Ακόμα κι όταν τον κηδέψαμε συνέχισε ο Χρήστος να ζει με το φόβο του, όχι μόνο γιατί ο συχωρεμένος τούλεγε συνέχεια: «θα βρυκολακιάσω και θα σε φάω αν συνεχίσεις νάσαι μαλακαντρέας», αλλά ακόμα γιατί από μικρό παιδί άκουγε πως μέχρι τα σαράντα η ψυχή γυρίζει στον τόπο και χώρο που έζησε.

Μόνο όταν του κάναμε και το χρόνο άρχισε ο Χρήστος να ξεθαρρεύει λίγο και να μην τρέμει κάθε φορά που άκουγε σμπάρο ή που έβλεπε ντουφέκι.

Άλλη ιστορία κι αυτή. Άντε πάλι ξεστράτισε ο νους μου μα πρέπει να σας τα πω με τη σειρά.

Ήταν λοιπόν, όταν γέννησε η αδελφή μου η μεγάλη, έξη μόνο μήνες μετά το γάμο της. Αυστηρός και παμπάλαιων αρχών ο Πατέρας μου που αρχή του ήταν το παιδί σου και το σκυλί σου να τ΄αγαπάς και να μην το ξέρουν, ούτε να παραλείπεις ποτέ να δείχνεις με πυγμή και ράβδο ποιος είναι το αφεντικό, καταχέρισε την μεγάλη του κόρη λίγες μόνο ημέρες πριν από το γάμο της γιατί τόλμησε να βγάλει τα κοντά καλτσάκια και να φορέσει μακρυές μεταξωτές κάλτσες που ο σεβαστός μου Πατέρας πρέσβευε πως ήταν μόνο για τις ΄παστρικιές΄.

Ακόμα και το Σάββατο που πήγε στην κομμώτρια- ο γάμος ήταν την Κυριακή- υποχρέωσε το Χρήστο να πάει από κοντά και παρόλη τη διαφορά ηλικίας με την αδελφή μου, τον περνούσε κάμποσα χρονάκια, τον υποχρέωνε να φέρνεται σαν αδελφός –προστάτης.

Όταν λοιπόν γέννησε η καλή σου στους έξη μήνες μετά από τόσο στενή παρακολούθηση όσο ήταν αρραβωνιασμένη, ξεκρέμασε την καραμπίνα κι ούτε είκοσι χρονών ο Χρήστος τον υποχρέωσε να πάει και να ξεπλύνει την ντροπή και να υπερασπιστεί την τιμή της οικογένειας σκοτώνοντας τους αίτιους της προσβολής.

Τα πράγματα ησύχασαν λίγο και γλυτώσαμε τα φονικά όταν, με δάκτυλο της Μάνας μου υποψιάζομαι, παλάμισε Ευαγγέλιο η Μαμμή -ορκίστηκε με την παλάμη στο Ευαγγέλιο-, πως το παιδί δεν ήταν «πλήρες ημερών», ήταν εξαμηνίτικο, αλλά επειδή γεννήθηκε σχετικά μεγαλούτσικο, συμβαίνουν αυτά, δεν χρειάστηκε να το βάλουν στα μπαμπάκια και στη γυάλα.

Έτσι ο κακομοίρης ο Χρήστος δεν χρειάστηκε να δείξει την παληκαριά του.  Όλως περιέργως πάντως, τα υπόλοιπα τρία παιδιά που έκαμε η αδελφή μου ήταν «πλήρες ημερών», γιατί όπως βεβαίωσε η Μαμμή και ποιός τολμά να αμφισβητήσει τα λεγόμενά της, συνήθως τα πρώτα βγαίνουν πρόωρα, μετά δυναμώνει η γυναίκα και τα κάνει στην ώρα τους…

Άσε πια που εξ αιτίας της μεγάλης κόντεψαν να γεροντοκοριάσουν και οι υπόλλοιποι γιατί άλλη απαράβατη αρχή του Πατέρα ήταν: - με τη σειρά που τα γέννησα, με την ίδια σειρά θα τα παντρέψω-

 

Αρκετά για τους άλλους όμως, ας έλθουμε τώρα σε μένα.  Στο κάτω- κάτω της γραφής, πρόθεσή μου είναι να σας μιλήσω για μένα.

Έκρινα καλό όμως να σας δώσω μιαν εικόνα της οικογένειας και του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσα για να σας βοηθήσω να κατανοήσετε τα περί της αφεντιάς μου.

Α, ναι, ξέχασα  τις δύο άλλες αδελφές μου.  Αυτές ήταν τυχερές. Η μια κλέφτηκε και γλύτωσε τα περί αρραβώνων, συνοδών, παρθενίας και τα τοιαύτα, η δε άλλη πήγαινε μόνο εκκλησία και κατηχητικό κι ο Πατέρας πια είχε να το λέει.


Τώρα δεν ξέρω αν υπήρχαν περισσότεροι από έναν παρθενόκρινους, αφού το κατηχητικό ήταν μόνο για «άγαμα κοράσια», πάντως η καλή σου έτσι στα ξαφνικά βρέθηκε πέντε μηνών έγκυος, ζόρικοι οι νέοι συμπεθέροι, απαίτησαν «τόσα» για να την στεφανωθεί ο γιόκας τους που στο κάτω της γραφής άνδρας ήτανε, ας μην πήγαινε γυρεύοντας η δική μας η σουρλουλού. Τι δηλαδή, πρώτα βγάνουμε τα μάτια μας κι ύστερα απαιτούμε και στεφάνι από πάνω; Τι να κάνει ο Πατέρας, λούφαξε, έσκασε τα αργύρια για την τιμήν της…άντε ας μην χρησιμοποιήσω την έκφρασή του…αλλά πάλι ο Χρήστος ο δόλιος πλήρωσε τη νύφη. 'Οχι μόνο γιατί, τι άχρηστος κι ανίκανος αδελφός να γκαστρωθεί η αδελφή του κι αυτός να μην πάρει χαμπάρι, αλλά επί πλέον τον ανάγκασε να παραμείνει άλλα τέσσερα χρόνια αρραβωνιασμένος ο ίδιος για να δουλέψει και να ξεπληρώσει την τιμή της ατιμασμένης.

Περιττόν να σας πω πως μετά από αυτές τις προσβολές οι δύο μεσαίες αδελφές δεν πάτησαν πόδι στο πατρικό όσο ζούσε ο Πατέρας.

Και τώρα, ε γ ώ.

Εγώ η άχαρη και η κακομούτσουνη που ο Πατέρας μου δεν μου συγχώρεσε ποτέ ούτε την ασκήμεια μου, ούτε την εξυπνάδα μου. Δεν χωρούσε στο μυαλό του τσούπρα πράμα εγώ τι την ήθελα την εξυπνάδα και τι ήθελε την ομορφιά ο Χρήστος.

 

 

 

Τά’ βαζε με το Θεό που τάκαμε ανάποδα.  Με τη Μάνα μου που δεν φρόντιζε να βλέπει όμορφα πράγματα όσο ήταν γκαστρωμένη εμένα για να βγω όμορφη, αλλά διάβαζε ότι παλιοφυλλάδες έβρισκε και βγήκα μεν ξουράφι, αλλά από εμφάνιση, σαν ξινισμένο ξινόγαλα.

Και όταν ήταν γκαστρωμένη στο Χρήστο μας ούτε εφημερίδα δεν έπιασε στο χέρι λες και τόκανε επίτηδες η άχρηστη γυναίκα, μόνο περνοδιάβαινε στον κάμπο με τα λούλουδα και μας βγήκε όμορφος μεν, κουμπούρα δε.

Δεν ξέρω αν ήμουν έξυπνη αλλά κι αν ήμουν σε τι με ωφέλησε, πάντως για την ασκήμεια μου δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία, άλλωστε και νάχα, όλοι γύρω μου δεν έχαναν την παραμικρή ευκαιρία  να  μου το υπενθυμίζουν.

Με τους άνδρες πάντως όπως πρέπει νάχετε ήδη καταλάβει δεν τα κατάφερα καθόλου καλά.

Όλα άρχισαν με την πρώτη μου αγάπη. Αυτήν την υπέροχη πρώτη αγάπη που αχ δεν ξεχνιέται και βαχ δεν λησμονιέται….Η πρώτη μου αγάπη λοιπόν ήταν ο γιος του  Παπά της γειτονιάς μας. Πανέμορφο αγοράκι, καλοντυμένο, καλοζωϊσμένο και με κάτι ξανθές μπουκλίτσες μούρλια, σκέτη γλύκα σας λέω.

Καλοκαιράκι μαζευόμαστε όλα τα παιδιά στο πλάτωμα της Εκκλησίας και καθόμαστε στα σκαλιά. Εγώ, από δω τόφερνα, απ΄εκεί το πήγαινα, κατάφερνα να βρίσκομαι πάντα στο πάνω σκαλί μαζί του.  Μια μέρα λοιπόν μαλλώσαμε στο παιχνίδι, μου τράβηξε το φιόγγο, έβαλα τα κλάμματα τούπα, - δε θα σ΄αγαπάω άλλο,κι εκείνος ο αθεόφοβος έβαλε τα χέρια στη μέση και με πολύ περιφρονητικό ύφος μου απάντησε: "εγώ δεν σ΄αγάπησα ποτέ".

Μούπε να φύγω από τα σκαλιά γιατί η Εκκλησία