Η
ΣΤΡΑΒΗ
ΚΑΡΦΙΤΣΑ
Χρόνια
έμενε μέσα
στο κουτί. '
Άχρηστη. Τα
δάχτυλα
που
έψαχναν
κάθε φορά
δεν την
εύρισκαν
του
γούστου
τους, δεν
την
ξεδιάλεγαν
να
ξαναζήσει
κι αυτή
ξανά, να
ξεπληρώσει
στο έπακρο
το σκοπό
που
φτιάχτηκε,
με ευθύνη
και
ευσυνειδησία
να εξυπηρετήσει
το
αφεντικό
της.
Κάποτε
ήταν κι
αυτή νέα
και
γυαλιστερή.
Τρύπωνε
στα
καινούργια
υφάσματα
με μεράκι
και υπερηφάνεια.
Υπηρετούσε
ακούραστα
τον κάθε
υπεύθυνο
στο
εργοστάσιο
φορεμάτων
που είχε
τοποθετηθεί.
Τώρα,
ύστερα από
τόσα
χρόνια
τριβής και
μόχθου
μετά υπό
εκείνο το
μοιραίο
λύγισμα,
άρχισε να
σκουριάζει
κιόλας...
Είχε
διατελέσει
πιστά τον
προορισμό
της, με την
ακούραστη
προσφορά
της στη Ζωή.
Αλλά αυτό
τώρα δεν τη
γέμιζε, δεν
την έκανε
να ελπίζει
πια.
Τουναντίον
της έφερνε
λύπη όταν
σύγκρινε
τις καλές
περασμένες
της μέρες,
με τούτες
τις
στανικές
και άχαρες
τώρα δα.
Αυτή
ποθούσε
μεθυσμένη
μες στα
όνειρα, να
είναι γερή
και πάντα
άξια να
προσφέρει
πρόθυμα
τις
υπηρεσίες
τηςπιστά,
όπως παλιά.
Εν
μέρει καλά
που
μπορούσε
ακόμα και
να
σκέφτεται,
έτσι
αναβαφτιζόταν
σε κείνες
τις
σωτήριες
θύμησες.
Είχε τόσες
πολλές
άχρηστες
ώρες
υποδουλωμένη
μέσα σ' αυτή
την ασφυκτική
φυλακή της
και ένιωθε
πως
χανόταν
σταδιακά...
Αγωνιούσε
που
χανόταν.
Γιαυτό
χαιρόταν
μόνο λίγο
ακόμα μέσα
από
εκείνες
τις
περασμένες
της
θύμησες,
θυμόταν
τόσο
έντονα
κάθε φορά
τι
υπερηφάνεια
και τι
συγκίνηση
που ένιωθε,
στην
πρωτόγνωρη
αίσθηση
κάθε
καινούργιας
δημιουργίας!
Οι
ταπεινές
καρφίτσες
δούλευαν
ακούραστα
επάνω στο
ύφασμα να
ενώνουν
αρμονικά
τα κομψά
σύνολα.
Εκείνες
αισθάνονταν
την πρώτη
γεύση της
γοητευτικής
δημιουργίας
που θα
έπαιρνε
σάρκα και
οστά επάνω
στο κορμί
μιας
όμορφης
κυρίας.
Κι
ήταν τόσα
πολλά τα
σχέδια και
οι
ποικιλίες
των φορεμάτων
που ποτέ
δεν
έπληξαν.
Πόσες
ποιότητες
δεν
καρφίτσωσε!
Ακριβά
πολύχρωμα
υφάσματα,
μεταξωτά,
λεπτά
μάλλινα,
ανάλαφρα
καλοκαιρινά.
Ακόμα και
πένθιμα
ενδύματα.
Κι όλα την
άγγιξαν μ'
ένα διαφορετικό
ρίγος" της
μετέδωσαν
ένα
καινούργιο
πρωτόγνωρο
συναίσθημα
επάνω στο
λείο λιγνό
της κορμί.
Χρόνια
λοιπόν
ακούραστη
και
χρήσιμη
μέσα στον
αγώνα της
καθημερινής
βιοπάλης.
Κι ήρθε σε
επαφή με
δάχτυλα
και δα-κτυλάκια.
Μερικά
βάναυσα
μάλιστα
δεν άντεξε
τον
πειρασμό
και τα
τρύπησε
κιόλας,
μέχρι που
να τα μάθει
να την
πιάνουν με
ευλάβεια
και
σεβασμό.
Πιστή
λοιπόν στο
καθήκον
της υψηλής
ραπτικής!
Οι
δόκιμες
εργάτριες
που την
άγγιζαν
έπρεπε να
έχουν
εσωτερική
καλλιέργεια
και
ανωτερότητα
για να
μπορέσουν
να
κατασκευάσουν
τέλεια
αριστουργήματα
κομψότητας,
στο βωμό
της υψηλής
Τέχνης. Η
τελειοποίηση
των χεριών
τους
αρχίζει
ακόμα από
το
ανάλαφρο
πιάσιμο
μιας
ταπεινότατης
καρφίτσας.
Αφού
την έχουν
ανάγκη,
αφού τη
χρειάζονται,
αφού χωρίς
αυτή δεν
κάνουν,
αφού τους
εξυπηρετεί
σ' ένα τόσο
υψηλό
στόχο και
σκοπό,
πρέπει να
υπάρχει
σεβασμός
ως προς
αυτήν.
Πηγαία
ευγένεια
και
εκτίμηση
στις
δυνατότητες
της...
'
Όμως
υπάρχουν
παντού οι
ασυνείδητοι.
Σε κάτι
τέτοια χέρια
υπέπεσε
τελικά η
δύστυχη.
Αυτό δεν
άργησε να
το συνειδητοποιήσει
όταν η
επιχείρηση
με τις
πολλές και
αδιάκοπες
παραγγελίες,
προσέλαβε
στην
ανάγκη
καινούργιες
εργάτριες,
βιαστικά.
Κάτι
χοντρά,
χαλύβδινα
δάχτυλα
της
άγγιξαν
βάναυσα το
λεπτό της
κορμί.
Ξεγλύστρησε
από το
ασφυκτικό
επώδυνο
σφίξιμο
τους, αφού
πρώτα τα
τσίμπησε
κιόλας. '
Έβαψε μάλιστα
και το
ακριβό
ύφασμα με
αίμα από το
βέβηλο
χέρι. Και
εκεί ήταν
που την
πέταξαν με
μίσος στο
πάτωμα.
Από
εκεί
παρακολούθησε
λοξοριγμένη,
για λίγες
ώρες, τη
γύρω
κίνηση.
Σκέφτηκε
πως δεν
είναι και
άσχημα
έτσι, λίγη ανάπαυλα
χρειάζεται
στη Ζωή.
Να
παρακολουθείς
χωρίς
βιασύνη
την όλη
δημιουργία
δίπλα σου,
χωρίς να
σκοτίζεσαι
και να σκας,
χωρίς να
παίρνεις
ευθύνη για
τις
ευθείες
γραμμές,
και την
ατέλειωτη
σαθρή παραγωγικότητα...
Διακοπές
λοιπόν!
Ξεκούραση! '
Όπως
ακριβώς
κάνουν οι
τυχεράκηδες
άνθρίοποι,
όταν έχουν
αργία...
Δεν
είχε όμως
ποτέ
σκεφτεί
πως από
εκείνες
τις
διακοπές
θα έφτανε
και το
τέλος της
υγιεινής
της Ζωής.
Εκεί
την ίδια
κιόλας
μέρα, δεν
πρόλαβε να
καλοσκεφτεί
την
ξεκούραση
της και να
τη χαρεί,
όταν ένα
κομψό
μυτερό
τακούνι
την πάτησε
ανελέητα,
και της
πλήγωσε
θανάσιμα
το
ευθύγραμμο
της κορμί...
Στην
αρχή
μάλιστα
πόνεσε
πολύ.
Νόμισε
όμως, πως ο
καινούργιος
της αυτός
πόνος με
τον καιρό
θα
διαλυθεί...
Μα εδώ
γελάστηκε
οικτρά. Η
Ζωή της
άλλαξε
ριζικά, από
εκείνη τη μοιραία
στιγμή.
Μόνο
ένα
σπλαχνικό
χέρι
βρέθηκε
και την
περιμάζεψε
έτσι
πληγωμένη-κυρτωμένη
που ήταν
και την
έβαλε σε
κείνο το
μεγάλο
αχανές
κουτί.
Εκατοντάδες
συντρόφισσες
εκεί μέσα,
στριμωγμένες
ασφυκτικά.
Μερικές
μάλιστα
στην ίδια
μοίρα μ'
αυτήν.
Από
εκεί
αρχίζει
μια
αδιάκοπη,
φρικτή
προσμονή.
Μια πικρή
απογοπιευση
την
περιτριγυρίζει
καθημερινά.
Πολυάριθμα
δάχτυλα
την
αγγίζουν,
αλλά
κανένα δεν
την
ξεδιάλεγε,
όλα την προσπερνούσαν
αδιάφορα.
Πληγωμένη
βαρύτατα
στο
φιλότιμο
της νιώθει
δέσμια,
φυλακισμένη
και
άχρηστη
μέσα σε
κείνο το
σιδερόφραχτο
κουτί. Ο
κλειστός
χώρος τη
στενεύει.
Μια σκληρή
πικρή μάχη,
μια
αλληλοεξόντωση
αρχίζει
εκεί. Η μια
καρφίτσα
πληγώνει
την άλλη
για τη δική
της,
προσωπική
επιβίωση.
Οι γερές
υψώνουν
επιδεικτικά,
σα σπαθιά
τα
ευθύγραμμα
κορμιά
τους, και
την
σκεπάζουν
ολότελα. Κι
αυτή
λυπάται
και
ντρέπεται,
δεν μπορεί
πια να
συναγωνιστεί...
Τα λεία,
γερά
γυαλιστερά
κορμιά
τους,
εμπόδιο
στην κακή
της τη
μοίρα...
Και
τα χρόνια
περνούν,
και επάνω
της
συσσωρεύονται
οι
μοιραίες
οξειδώσεις
του χρόνου,
οδυνηρές...
Σε τι
θα
μπορούσε
να ελπίζει;
Οι χαρές
της
πέρασαν. Ο
κύκλος
εφήμερος,
τελειώνει.
Ούτε ήλιο,
ούτε αέρα,
ούτε
διάφανα
ακριβά
υφάσματα,
γεμάτα
χρώματα
και φως θα
αντικρίσει
πια.
Και
στη μεγάλη
της λύπη,
αρχίζει η
σκουριά. Η
λογική της
παραμερίζεται.
Γιατί
τάχα αυτές
οι άλλες
κυρίες
καρφίτσες,
να την
υποτιμούν
για τις
αρνητικές
ιδιότητες
που
απόχτησε
στο διάβα
της Ζωής,
χωρίς να
φταίει η
ίδια και
πολύ;
'
Άρχισε
λοιπόν
εσκεμμένα
να μολύνει
τις άλλες
ευθύγραμμες
απερίσκεφτες
καρφίτσες,
ακουμπώντας
επάνω τους
το
καμπουριασμένο-σκουριασμένο
της κορμί.
Μέχρι
που μια
μέρα ένα
αυστηρό,
ευσυνείδητο
χέρι έβαλε
τάξη σε
εκείνη την
ασυδοσία.
Αφιέρωσε
μόνο λίγα
λεπτά από
τον
αξιόλογο
χρόνο του,
στο
ξεκαθάρισμα
των άξιων
μόνο
καρφιτσών...
Κι ύστερα
από λίγες
μέρες με
τον
ευωδιαστό
απορριμματοφόρο
του Δήμου,
ταξίδεψε
στον
απλωτό και
ευήλιο
σκουπιδότοπο...
Εκεί
η
τελευταία
της ελπίδα"
περίμενε
να
ανασάνει
από το
κουραστικό
και
δύσοσμο
ταξίδι της.
Ατίθαση
όπως ήταν
πάντοτε,
έσκισε την
πλαστική,
λερή
σακούλα
βιαστικά,
θέλοντας
να αναπνεύσει
το
γρηγορότερο
τον καθαρό
αέρα και να
αισθανθεί
ελεύθερα
τον ήλιο
του
ανοιχτού
εκείνου
χώρου.
Μα
κι εδώ
γελάστηκε
και
απογοητεύτηκε
πικρά.
Κόπηκε η
αναπνοή
της, από τον
αποπνιχτικό
αποσυνθεμένο
αέρα των
σκουπιδιών.
Και
φυσικά
σιχάθηκε
τη μοίρα
της. ' Έτσι, η
άλλοτε
ευσυνείδητη
και
χρήσιμη
καρφίτσα,
δε θα
μπορούσε
ούτε
στιγμή να
ζήσει σε
τούτο το
βρώμικο
και ρυπαρό
σκουπιδότοπο...
Απογοητευμένη
απ' όλα.
Πληγωμένη
τόσες
φορές, άχρηστη
πια
τρύπωσε με
τη βοήθεια
της
ευεργετικής
βροχής που
έπεφτε, στα
γύρω
διάχυτα
φουσκιά.
Εκεί
μέσα
θάφτηκε
παρήγορα,
ελπίζοντας
πως με την
πάροδο του
χρόνου θα
διαλυθεί
τελείως με
τις
οξειδώσεις
του καιρού,
τόσο που να
μην μπορεί
να
αισθάνεται,
να
σκέφτεται
και να
υποφέρει.
Είχε
μάθει τη
σκληρή
αλήθεια
της Ζωής. '
Ήξερε πως
όλα, ακόμα
και κείνα
που μας
ευχαριστούν,
κάποτε
τελειώνουν.
Εκείνο
όμως που
δεν
μπόρεσε να
κατανοήσει
ποτέ ήταν
την
αμείλικτη,
τραγική
εξόντωση
της Ζήσης. '
Όλα
εικονικά. '
Όλα καλά εφ'
όσον είσαι
ακόμα
δυνατός...
Κανένας
δεν την
είχε
βοηθήσει
να
ξεπεράσει
εκείνο το
μοιραίο
της
δυστύχημα.
Να
τη
βοηθήσει
να φτιάξει
τη στραβή
της Ζωή,
Ίσια ξανά.
Κι ούτε
κανένας
αντιλήφθηκε
ποτέ, την
τόσο βαριά
της λύπη...
Γενάρης
του '88
Reproduced with
the permission of the author.