γράφει 
ΣοφIα Καθαρειου

Reproduced with
 the permission 
of the author.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


    


- Ναι αέ, πού να στα λέω! Εκείνο το Νοσοκοείο είχε ένα θάλαο, να ακρύ τριάντα έτρα. Στον ίδιο θάλαο βάλανε και τη άνα ου. Πάω, που λες, Κυριακή απογεατάκι να δω τη άνα ου και δίπλα της η Γιαννούλα η Ψαρού, πάρα πέρα η Ευανθία που πούλαγε τα εταξωτά, πάρα κάτω η κυρά Μαρία η Θεσσαλονικιά, από την άλλη εριά δ'Qο-τρεις πελάτισσες - έραβα και κουρτίνες τότε. Ζουρλάθηκα! Τι γυρεύετε ούλες εσείς δω έσα; τους λέω. Τι πάθατε ούλες την ίδια ώρα; Απόξεση, ου λένε. Απόξεση η ια, απόξεση η άλλη, πάνε ξεκοιλιαστήκανε ούλες κι από τον ίδιο γιατρό. Μάλιστα, κόρη ου, πελάτισσες του Μανούσου ούλες. Μια παροικία στειρες απο το νυστερι αυτουνου που επρεπε να. σώνει ζωές. Αλλά, ας τόνε κρίνει ο Θεός. 
- Και πού είναι τώρα αυτός ο γιατρός; 
- Ξέρω γω; Εξαφανίστηκε λένε.
 - Βλέπεις, κυρά Βάσω, η σάρκα της γυναίκας ήτανε πάντα και θα είναι για εκετάλλευση.
 Ασε, τα θέλουε και τα τραβάε δηλαδή γιατί είαστε οι περισσότερες χήνες, να γιατί. Σαν την ξαδέρφισσά ου, που σου 'λεγα ... Εγώ της έλεγα πάρε, ωρή, το χάπι,
τίποτα εκείνη. Ααρτία! ου 'λεγε. Αφύσικο πράα το χάπι, πάει ενάντια στο νοο του εου, αυ ανεστε και π η υνεστε, ετσι  δεν ας λέει και ο παπάς όταν ας παντρεύει; Μωρέ, τι ενάντια στο νόο του Θεού; λέω εγώ. Ααρτία και προσβολή στο πρόσωπο του Κυρίου είναι να κάνουνε ερικές άχρηστες παιδιά και να τα φέρνουνε στον κόσο να βασανισ
τουνε. Γι αυτό και γω τη θαύαζα τη Δήητρα που αποφάσισε να ην κάνει παιδιά, γιατί δεν ήθελε να φέρει δυστυχισένες ψυχές σε τούτον τον κόσο. Το 'ξερες εσύ πως η Δήητρα δεν έκανε παιδιά γιατί έτσι τ' αποφάσισε; Κι ας ήτανε θρήσκα. Φορούσε εκείνο το σταυρό. Ι Αλλο κόσηα δε φορούσε, οναχα το σταυρο. ιστευε, α α ετσι ητανε.

Έκαν' εκείνο που ήθελε. Γιατί άλλο πίστη στο Θεό κι άλλο υποταγή στα παπαδίστικα, στ' ανθρώπινα δηλαδή. Να, δεν άκουγε αυτή καν έναν ε. Εγώ τη θαύαζα! Σαν κι εάς ήτανε, ετανάστρια. Πολλά γράατα δεν ήξερε, α είχε υαλό ξουράφι και καθαρή ψυχή. Ήτανε σπουδαία γιατί είχε δύναη κι όως δεν έκανε ποτέ τη εγάλη. Γυναίκα ε τα ούλα της! Ι Ανθρωπος ντρέτος. Ξέρεις, σπάνια γελούσε α είχε τρυφερή καρδιά. Κάποτε αρρώστησε το πιτσιρίκι ου, ο Σπυράκος ου, το 'πιασε το άσθα και ελάνιασε το ωρό ου. Τι να κάω Θέε ου, ούτε τηλέφωνο είχα τότε. Αρπάζω, λοιπόν. το ωρό ου, πλαβί όπως ήτανε και το πάω στη Δήητρα. Σώσ' ΤΟ, της λέω. Πότε τ' άρπαξε, πότε ας έχωσε και τους δυο στ' αυτοκινητο, ποτε ας πηγε στο νοσοκοειο ουτε και που θυάαι. Δυο ερόνυχτα δεν έλειψε από δίπλα ου. Τι το εξπλάην να ου κάνει ε τους γιατρούς και τις νοσοκοες, τι να ε παρηγοραει εενα και τον άντρα ου όσο το παιδί ήτανε κλεισένο σε ια φούσκα ε οξυγόνο. Τι να σου πω! Αυτή ήτανε η Δήητρα. Παράτησε το αγαζί, τις δουλειές και τα δικά της για ένα τη φτωχιά ... Δεν ξέρω τι θ' ακούσεις από άλλους, εγώ πάντως τη βρήκα καλή και τρυφερή σαν Μάνα. Λένε όως πως ήτανε και σκληρή. Λένε πως κάποτε κάποιος πήγε να την πειράξει και βρήκε για καλά τον πελά του. 

- Σαν τι πελά;

_ Κοίτα, η Δήητρα ξεπέρδευε ια κι όξω!

Ήτανε να ην της πατήσεις τον κάλο. Έτσι, που λες, κάποιος θέλησε να της κάει τον έξυπνο ... έστειλε κι αυτή ένα δικό της και τον έκαε τ' αλατιού.

- Αυτό πορεί να ήταν και σύπτωση, δεν έπεται ότι η Δήητρα ...

- Μωρέ τι σύπτωση; Κάποιονε θα 'βαλε η Δήητρα και τον ετουλούιασε. Η Δήητρα ήτανε δυνατή κι υπολογίσιη και είχε πόλικους φύλακες τριγύρω της. Τι φύλακες δηλαδή, όχι πως χρειαζότανε κανένα να τη φυλάει, ούτε κι έλεγε, φερ' ειπείν, έλα δω Γιώργη κάτσε δω και πρόσεχέ ε. Από όνοι τους εκείνοι που ωφεληθήκανε και που τήνε χρειαζόσαντε καθόντανε δίπλα της καραούλι και σκεπαρνι στον πασα ενα που 'χε όρεξη για χωρατά. Να αυτό! Κι απέ όσο για την αστυνοία και ' αυτή τα 'χε καλά η Δήητρα. Και γιατί όχι; Εντός νόου και ε το νόο, όχι σαν και του λόγου ου, ια ζωή σκιαγένη από το πηλίκιο. Μου 'εινε, βλέπεις, ο φόβος για τους πάτσους από τον καιρό που ε κυνηγάγανε, εένα και τ' αδέρφια ου σαν κλέβαε κάνα κουλούρι. Τέτοια θα λέε τώρα; Κρανιασένα είαστε ικρά εγώ και τ' αδέρφια ου. Εκτός νόου τότες, αλλά και τώρα, τα ίδια. Να σου πω την ααρτία ου, τα τριάντα δολάρια που βγάνω ε αία δεν τα δηλώνω στο ταξέσιο. Α' τι; Αφού αφήνει το κράτος τους ποσάδες και βγάνουνε από τη ύγα ξίγκι, αφού κανείς δε νοιάζεται αν κόβονται τα χέρια ου και γέρνει η πλάτη ου σα αγκdύρα πάνω σε τούτη τη ηχανή, θα βγάλω και γω το άχτι ου. Δεν δίνω στην κυβέρνηση πεντάρα. ' Αλλωστε αρκετά ασησανε απο τον αντρα ου.   Έλα, πολλά είπα! Πιες τον καφέ σου και κρύωσε, και η ε κατακρινε

- Δεν σε κατακρινω, κυρα Βάσω.

- Καλά και να ε κατακρίνεις δηλαδή, τι θα  ου καν εις, τα ουτρα κρεας;

- Σ' ευχαριστώ για όσα ου είπες για τη Δήητρα.

- Καλή της ώρα όπου να 'ναι! Καλή ου στάθηκε αν και ώρες-ώρες στενοχωριέαι που σηκώθηκε και ας παράτησε ούλους και κάπως ου φαίνεται σα να ας πρόδωκε. 

- Ε, όχι και σας πρόδωσε επειδή έφυγε. Βαριά κουβέντα λες, κυρά Βάσω, τότε και γω σας πρόδωσα. Κ ι εγώ βλέπεις έφυγα.

- Ε, λιγουλάκι ούλες σας λίγο-πολύ το ίδιο κάνετε. Με το που παίρνετε τα πάνω σας άντε και στο Κούτζι πάτε και στις γειτονιές ε τους παλιούς τους Καστελλοριζιούς και τους Τσιριγώτες που κάνανε παράδες, χτίσανε παλάτια ' άσπρες

κολόνες και κυνηγάνε οι κυράδες τους οληερίς τη σκόνη ε το φτερό, πας και χαλάσουνε τα σκαλιστά έπιπλα και οι πολυελαίοι! Έτσι να της πεις της κυρά Δήητρας άα τήνε δεις.

- ' Αα τη βρω θα της το πω. Ευχαριστώ για τον καφέ. Μη σηκώνεσαι, αρκετά σε απασχόλησα. - Τίποτις, ξανακόπιασε όποτε θέλεις. 

Βγήκα από το σέι της κυρά Βάσως κι ο κόσος τριγύρω ου φάνηκε ψεύτικος. Η κυρά Βάσω από το Βλατερό της Πάτρας. Κάποτε είχε όνειρα. Θάφτηκε. Τα όνειρά της τα γάζωσε ένα-ένα και τα 'στειλε πακέτο αζί ε τα φουστάνια στ' αφεντικά της. Μα ήπως η οίρα της θα 'ταν καλύτερη στις φτωχογειτονιές της Πάτρα ς; Όοια δεν είναι η οίρα της φτωχής όπου και να 'ναι; Θα πάω να βρω τη Δήητρα που είναι επιτυχηένη, που ξέφυγε από τούτη τη αυρίλα που λέγεται Μάρικβιλ και που υρίζει ιδρώτα, άιχος και γυναικείο δάκρυ.

   

 
ΤΟ ΚΙΝΓΚΣΦΟΡΝΤ

Το Kινrκσφoρντ είναι παλιά συνοικία. 

Η αγορά του ένα κοάτι του εrάλoυ δρόου. του Anzαc Pαrαde. Τα αγαζιά έτρια, ούτε πλούσια α ούτε και φτωχά. Στην αρχή δυο-τρεις Έλληνες. Μετά σαν εrάλωσε
η ενορία του Άι Σπυρίδωνα και χτίστηκε καινούριος εrαλοπρεπής ναός και σαν πέθανε ο γέρο παπάς από την Κόρινθο και ήρθε στο πόδι. του αυτός ο νεαρός ο αυστραλογεννηένος και ελληνοσπουδαγένος, 11 συνοικία γέισε Ελληνισό που βαστούσε η
τσέπη του. Η δεύτερη γενιά, επιστήονες και επαπελατίες, πήρε τα καλύτερα πόστα στην αγορά.

Έτσι επεκτάθηκε και η Καστελλοριζιακή Λέσχη, το άντρο των συνταξιούχων κάθε έρα που παίζουνε πίνγκο ε τις ώρες. Καταφύγιο των παραλήδων μερακλήδών της μπουζουκοπενιάς που πάνε ν' ακούσουνε τα γεμάτα πάθος και καημούς τραγούδια της Σούλας κάθε Πέμπτη και Παρασκευή βράδυ. Το Σαββατοκύριακο τα πιτσιρίκια, οι teenαgers της ελληνικής παροικίας, ξεβιδώνονται στους ρυθμούς Disco αλλά και νησιωτικης σουστας ετσι για να υπογραμμιστει η ιδιαιτερότητά μας. Καστερολλοριζιακή Λέσχη, Corfu Restαurαnt, η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και, τώρα τελευταία μια σειρά από Ταίλανδέζικα φαγάδικα ...

Κίνγκσφορντ, λοιπόν, εκεί που κυκλοφορεί ο σημερινός Ελληνισμός, εκεί που 'χει και νεοφερμένους Έλληνες κουλτουριάρηδες που παρακολουθούν μαθήματα Αγγλικής για μεταναστες στο γειτονικο πανεπιστημιο του Κένσινγκτον.

Κίνγκσφορντ, κοινωνική γέφυρα από το περιθώριο στο κέντρο. Ίσως. 

  Reproduced with the permission of the author.
  συνεχίζεται...  

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info