γράφει 
ΣοφIα Καθαρειου

 Reproduced with
  the permission 
of the author.

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   



Η ΚΥΡΑ ΒΑΣΩ

- Γεια σου, κuρά Βάσω! 
- Καλώς τηνε! πως από δω; 

- Ε, να, περνουσα κι είπα να µπω να σου πω 
ένα αλό. 
- Καλά εκαµες. Κάναµε µαύρα µάτια να σε δούµε. .. 
Τι έγινε, παντρεύτηκες; 
- Α, µπααα! 
- Να παντρεuτείς τωρα ποu 'σαι ακόµα µικρή 
και περνάει η µπογιάσου. Και τωρα τι κάνεις, πού δουλεύεις; 
- Στο Υπουργείο είµαι ακόµα και κάνω έρευνες 
για τις µετανάστριες. 
- Ε, είπα και γω, κάτι θες εσύ, αλλιώτικα δεν 
     ερχόσουν από δω 
- Έλα, κυρά. Βάσω, γιατί το λες αυτό; 

_ Ε να γιατί εξαφανίστηκες τόσο καιρό. Τι νόµισες δηλαδή πώς επειδή ξέφυγες απο τουτη τη γειτονιά, από τούτον τον παλιόδροµο το Σίλβερ Στριτ πώς ξέφυγες τη µοίρα σου; 

Ε, κυρά Βάσω, θεµέλιο της νέας γης... να γαζώνει µια ζωή χασέδες, και να µουγκρίζουν από το άσθµα τα στήθια της µαζί µε το µοτερακι της µηχανής, φρστ, φρστ, φρστ, φρρρστ, όπως έλεγε κι η ίδια και κοροϊδευότανε, όπως ξέρουνε να κανoυ~ χιούµορ όσοι δε θέλουνε να δεχτούνε τη στραβή τους μοίρα.

- Φρρστ φρρστ, ένα δολάριο και δέκα το φουστανι, εκα οχτω, εκα εννια, εικοσι, εικοσι φουστάνια, είκοσι δύο δολάρια, βοήθα Παναγιά µου τα χέρια µου να γίνουνε τριάντα να βγει και τούτο το µεροκάµατο, να βγάλουµε και τούτο το χρεος ... τοότο το χρεος του σπιτιού, το πρωτο δάνειο και το δεύτερο! Ουφ, απόκαµα, µου κόπηκε η ανάσα. Και µετά τι; Μετά το άλλο δάνειο για το κάρο και µετά ε, να µη βάλουµε και κάνα λεφτό στην τράπεζα, άντε να τα µαζέψουµε να γυρίσουµε πίσω στην πατρίδα. Να γυρίσουµε να γελάσει λιγουλάκι και το πικρό τ' αχείλι της µαύρης µας µάνας. 
Αλλά πώς να γυρίσουµε; 'Οχι έτσι, µα σαν άνθρωποι!

-- Mum, Ι don't want go tο Greece. Το Greece is ηοt my country ... 
Τι ξέρουνε τα παιδιά από Ελλάδα; , Ασε καλύτερα να µην ξέρουνε. Μη κοιτάς που εµείς ξεχνάµε. Αυτά δεν πρέπει να µάθουνε για τη στερηση. Την ιστορια να µάθουνε... την παλιά ιστορία. Για τους παππούληδές µας και πίσω ... γιατί αν µάθουνε για τον Εµφύλιο και τη φαγωµάρα αδερφού µε αδερφό θα σιχαθούνε και το ίδιο τους το σόι ... Στο κάτω-κάτω δε θέλω να µάθουµε τα
δικά µου τα παιδιά πως κάποτε έφερνε ο πατέρας µου λουκούµι από το καφενείο τυλιγµένο στο χαρτί και το κο ε στα τρια για µενα και τ α ερφια µου.    
 
  φτωχεια και η στερηση εν ειναι ντροπη, κυρά Βάσω. Ντροπή είναι η ατιµία. 
- Καλά, ευτουνα ειναι ψι α γραµµατα .... Εγω ντρέποµαι να πω στα παιδιά µου πως πλενόμουνα στη σκάφη κάθε Σάββατο βράδυ µια κι έπρεπε να πάω στην εκκλησία την Κυριακή. 
- Καλά µην τα λες στα παιδιά σου, πες τα σε µένα, να ξαλαφρώσεις.

- Να ξαλαφρώσω! Ξαλαφρώνει ποτέ ο νους από κείνα που τράβηξε στην παιδική ηλικία; Δεν θέλω να πω τίποτα, δεν θέλω να θυµάµαι γιατί µε καίνε. Και να σου πω τη µαύρη αλήθεια, ούτε στην Ελλάδα θέλω να πάω πια, γιατί ασπρίσανε τα µαλλιά µου και κ'όρτωσε η πλάτη µου. Γι' αυτό, άντε στο καλό! ' Ασεµε µένα στην ερηµιά µου και κοίτα να βρεις καµιά άλλη να γράψεις την ιστορία της, καµιά που να 'ναι µεγάλη και τρανή ... Εγώ είµ' εδώ σε τούτο το δρόµο, σε τούτο το σέµι, σαράβαλο ξεσαράβαλο, από την ώρα που ήρθα σε τούτη τη γειτονιά, εδώ µέσα είµαι. 
- Καλά κι εγώ κάποτε από µια τέτοια γειτονιά ξεκίνησα. 
- Ναι, αλλά είχες έναν τουπέ, με το συμπάθιο δηλαδή...

- Νόµιζα πως θα µπορούσα να κατακτήσω
τον κοσµο. 
- Ε, καλά. Ήτανε που ήξερες δυο αράδες γραµµατα πιοτερο απο µας τις παρακατιανες.
- Κυρά Βάσω, τι κουβέντες είναι αυτές; Ποτέ µου δεν θεώρησα καµιά γυναίκα παρακατιανή. Ηρωίδα µάλιστα αλλά παρακατιανή ποτέ. 
- Έλα τώρα, σε µένα το λες; Μην κοκκινίζεις. Και να µας θεώραγες για παρακατιανές, εµείς φταίµε, γιατί εδώ που τα λέµε, εµείς σου τρέφαµε τον εγωισµό σου. Κουνιστή και λυγιστή εσύ µε τα ΕγΥλέζικά σου, τη µόρφωσή σου ξετρέχαµε εµείς ξοπίσω σου να σου κάνουµε τεµενάδες! Πού να σε φτάσουµε µεις! Μονάχα η κυρά Στάσα η Σµυρνιά σ' έβλεπε αφ' υψηλού, που λένε.«Α , καλή κι αυτη» έλεγε για σένανε, «άσ' τηνε να τρίψει λίγο τη µούρη της στη ζωή και µετά τα λέµε, άσε που µε τις ιδέες που έχει θα καλοπεράσει. Θέλει να φτιάσει τον κόσµο, άσ' τηνε θα τη σταυρώσουνε και :θα ησυχάσει!» Μάλιστα, αυτά έλεγε η Στάσα. Εγώ τι άλλο να πω; Το µόνο που ξέρω εγώ είναι τα πενήντα µέτρα που µε χωρίζουνε από την αυλή µου ίσαµε την πίσω πόρτα της εκκλησίας του 'Αι Νικόλα, µεγάλη η χάρη Του. Μου λες για κείνα που θυµάµαι στην πατρίδα και για κείνα που πέρασα και που περναω
κα ε µερα ... ειπαµε, µια ωη στο

περίµενε κάτι καλύτερο, µια ζωή ραπτοµηχανή ... 

Πονάνε τα κόκαλα µου, οπως πονάνε κι οι θύµησες. 

- Μιλησέ µου για κείνη τη γυναίκα που καθότανε κάπου εδώ κοντά και είχε ένα µπακάλικο κοντά στο Ταχυδροµείο. 
- Πώς την ελέγανε; 

- Δήµητρα. 
- Ναι, αλλά αυτή έφυγε από τη γειτονιά εδώ και καµποσα χρονια. 

- Το ξέρω.

- Και σαν τι θέλεις να µάθεις;

- Να, σκέφτηκα αφού δεν θέλεις να µιλήσεις

για τα δικά σου, είπα να σε ρωτήσω αν γνώριζες καλά εκείνη τη γυναίκα.

Η κυρά Βάσω σηκώθηκε απ' την καρέκλα της βαριεστηµένα. Με το 'να χέρι χάιδεψε το τραπέζι

της µηχανής. Με κοίταξε κάπως περίεργα και µε το 

στανιό χαµγέλασε, ή τουλάχιστον µου φάνηκε σα χαµόγελο το στράβωµα του χειλιού της.

- Θες καφέ; µου πέταξε.

- ' Αµα πιεις κι εσύ ναι, αλλιώτικα µην µπεις στον κόπο.

Και πάλι 'κείνη η περίεργα βαριεστηµένη µατιά. - Καλά τώρα, µια κι έκαµες τον κόπο να , ρθεις ... άµα θες θα σου πω και το φλυτζάνι!

Δεν περίµενα να µάθω rια τη δική µου µοίρα και η πρόταση µε βρήκε απροετοίµαστη. Σίγουρα θα φάνηκε στο πρόσωπό µου το ξάφνιασµα Υιατί στην στην κυρά Βάσω κόπη κε η φόρα.

- Με συπωρείς για τα θάρρητα. Τέλος ... τούτο το σπίτι που λες, τούτο το ριµάδι, όλο το φτιάχνω κι όλο άφτιαγο είναι. 1891 γράφει η πινακίδα του ... Θαρρώ πως είναι από τα πρώτα σπίτια που χτιστήκανε. Προψές ήρθε µια Αυστραλέζα µεσόκοπη ή µάλλον ακόµα πιο γριά, ξέρεις από κείνες µε τα κλαρωτά φουστάνια, τα λουλακί µαλλιά και τα πουντραρισµένα µάγουλα. Μύριζε λεβάντα κι είχε και μια καρφίτσα χρυσή. Μου θύμισε τη γειτόνισσά μου την κυρά Μερόπη, τον καιρό που νοικιάζαμε ένα χαμόσπιτο στο Βλατερό στην Πάτρα. Ε, κάτι σκέψεις που μου ' Ρχονται, από το 'να στ' άλλο ... Τέλος πάντων, μου λέει η Αυστραλέζα: «Darling, το σπίτι είναι ιστορικό και συ το χάλασες. Πέταξες τα ξύλινα παράθυρα κι έβαλες αλουμινένια, ξέφτισες τα παλιά πλακάκια κι έβαλες τσιμέντο και μάλιστα μπογιατισμένο πράσινο! What a pity!», μoυ λέει, και ξανά «pity» και δώσ' του κούνημα το κεφάλι. Αλλά εγώ της λέω: «Δατς ολ ράιτ, λαβ, μη νο σπικ δι ιγκλις». Βαριόμουνα, που λες, να της μιλήσω δηλαδή κι απέ θα της έλεγα «και βέβαια άλλαξα τα παράθυρα και γκρέμισα και τον τοίχο να μπει λίγο φως, και βέβαια πέταξα τα παλιοπλακάκια γιατί τα μισά είχανε ξεφτίσει και τ' άλλα ήτανε λεκιασμένα και δε βλεπόσαντε». Άσε που όλο το σπίτι μύριζε κάτουρο γάτας. Τρεις βδομάδες το 'πλενα κι ακόμα μύριζε κάτουρο γάτας, χνότο ανθρώπινο, και λουκάνικο τηγανητό. Το ' βαψα εγώ κι ο Χαράλαμπος, ο συχωρεμένος ο άντρας μου, κι ο κουμπάρος της αδερφής μου ο Χρήστος από το Καπραμάτα, ο μπογιατζής ντε, αυτός που συνεταιρίστηκε κάποτε με τον Τάκη το γαμπρό της Δήμητρας για ν' αγοράσουνε φάρμες στο Λίβερπουλ και που τελικά τσακωθήκανε στη μοιρασιά, σκοτωθήκανε στο ξύλο - βούηξ' ο κόσμος κι έφριξε ο ντουνιάς! Αλλά η Δήμητρα του στάθηκε του Χρήστου. Και δάνειο του βρήκε να πάρει σπίτι, κι άλλο δάνειο μετά για τη δουλειά του, τις μπίζινες.

- Και τι δουλειά έκανε αυτός;

- Τώρα, βέβαια, εγώ δεν ξέρω λεπτομέρειες,

αλλά λένε πως κάτι περίεργες δουλειές έκανε με το Μανούσο το γιατρό.

- Με ποιον;

- Το Μανούσο ντε, το γυναικολόγο. Γιατρός κι αυτός!. .. Πήγε κάποτε μια ξαδέρφη μου να τόνε δει γιατί δεν έβλεπε περίοδο κ:αικείνος της είπε πως είχε όγκο και της έκαμ' εγχείριση και της πέταξε τη μήτρα και το έμβρυο. Αλλά αυτός, παιδάκι μου, δεν ήτανε γιατρός, αυτός. ξεκοίλιασε όλο το Σύδνεί,

αφου να φανταστεις οταν μια εποχη πηγα τη μανα

μου για πάγκρεας στο Νοσοκομείο του Μάρικβιλ βρήκα κει μέσα όλες τις Ελληνίδες που ήξερα.

- Τιλες;  

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info