ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            

 


  Hellenes around 
the Globe

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 






 

 

Το τίμημα της ανισότητας

Του Κυριάκου Αμανατίδη

 

Το 2012 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Αμερικανού Καθηγητή Οικονομικών, του Joseph E. Stiglitz, ο τίτλος του οποίου είναι «The Price of Inequality», Allen Lane, 2012.

Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος: Τζόζεφ Στίγκλιτς, «Το τίμημα της ανισότητας», 2012.

O Τζόζεφ Στίγκλιτς είναι Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ, τιμημένος με βραβείο Νόμπελ στις Οικονομικές Επιστήμες το 2001. Παγκοσμίως είναι γνωστός για την κριτική που έχει ασκήσει στους υπέρμαχους του νεοφιλελευθερισμού και της απορρύθμισης της αγοράς. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους οικονομολόγους της εποχής μας.

Ο Πρόλογος του βιβλίου του Στίγκλιτς αρχίζει ως ακολούθως:

«Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην ιστορία όπου φαίνεται πως οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ξεσηκώνονται, για να πουν ότι κάτι δεν πάει καλά, για να ζητήσουν αλλαγές».

Και πράγματι, στο βιβλίο του ο Αμερικανός οικονομολόγος δείχνει, με την αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών, πως πολλά είναι εκείνα που δεν πάνε καλά στην πατρίδα του Αμερική.

«Ένας από τους λόγους γι’ αυτό είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της ανισότητας είναι αποτέλεσμα των παραποιήσεων της αγοράς, καθότι τα κίνητρα δεν είναι για τη δημιουργία νέου πλούτου, αλλά για την υφαρπαγή του από άλλους», γράφει ο διακεκριμένος οικονομολόγος.

Ας αφήσουμε όμως τα στατιστικά στοιχεία που δίνει ο Τ. Στίγκλιτς, τα οποία με το δικό τους απηνή τρόπο δίνουν την τρομακτικών διαστάσεων ανισότητα που έχει επικρατήσει στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια:

«Εδώ και τρεις δεκαετίες τα άτομα με χαμηλά ημερομίσθια (στο φτωχότερο 90%) είδαν τα ημερομίσθιά τους να αυξάνονται μόλις 15% περίπου, οι δε αμοιβές που ανήκουν στο πλουσιότερο 1% απήλαυσαν μια αύξηση σχεδόν 150%, οι δε αμοιβές των ατόμων που ανήκουν στο πλουσιότερο 0,1% αυξήθηκαν πάνω από 300%».

Ένας άλλος δείκτης της τεράστιας ανισότητας είναι η κατανομή του πλούτου μεταξύ των πολιτών των ΗΠΑ. Το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατέχει το 33% του πλούτου των ΗΠΑ.

Πράγματι, η αύξηση των εισοδημάτων στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας και η μείωσή τους στη βάση της, είναι τρομακτικών διαστάσεων.

Σύμφωνα με τον Στίγκλιτς, η απλή ιστορία για την Αμερική είναι η ακόλουθη: «Οι πλούσιοι γίνονται πιο πλούσιοι, οι πλουσιότεροι μεταξύ των πλουσίων γίνονται ακόμη πιο πλούσιοι, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, ενώ η μεσαία τάξη αδειάζει».

 

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΙΣΤΟΤΗΤΑΣ

 

Σε ένα σημείο του βιβλίου του ο Στίγκλιτς γράφει: «Στις Ηνωμένες Πολιτείες πετάμε εκατομμύρια συμπολίτες μας από τα σπίτια τους. Έτσι έχουμε άδεια σπίτια και άστεγους ανθρώπους…».

Στην ερώτηση που θέτει αν το σύστημα αγοράς όπως λειτουργεί στις ΗΠΑ υποσκάπτει στοιχειώδεις αξίες, απαντάει δίνοντας δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Το πρώτο αφορά την καπνοβιομηχανία. Ενώ οι καπνοβιομήχανοι έκαμναν τα τσιγάρα πιο εθιστικά, και προσπαθούσαν να πείσουν τους καπνιστές ότι επιστημονικά δεν έχει αποδειχθεί πως το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, τα αρχεία τους ήταν γεμάτα με στοιχεία που έδειχναν το αντίθετο.

Αναφορικά με τις εταιρείες πετρελαίου, ο Στίγκλιτς αναφέρεται στην αμερικανική εταιρεία Exxon, η οποία ξοδεύει υπέρογκα ποσά για να πείσει τους Αμερικανούς πως οι επιστήμονες δεν έχουν παρουσιάσει πειστικά στοιχεία που να δείχνουν πως πράγματι παρατηρείται θέρμανση της ατμόσφαιρας σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η Εθνική Εταιρεία Επιστημών και κάθε άλλο επιστημονικό σώμα δηλώνουν ανεπιφύλακτα πως όλες οι ενδείξεις τείνουν προς το συμπέρασμα πως η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας αυξάνεται σταδιακά.

Σύμφωνα με τον Στίγκλιτς, αν οι αγορές είχαν πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις τους ότι θα βελτίωναν το επίπεδο ζωής της πλειονότητας των πολιτών, τότε όλες οι αμαρτίες των βιομηχάνων, η κοινωνική αδικία, οι περιβαλλοντικές ζημιές, η εκμετάλλευση των ανήμπορων, θα μπορούσαν να συγχωρεθούν. Όμως τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός απέτυχε στην εκπλήρωση των υποσχέσεών του, και επιπλέον είναι υπεύθυνος για την αύξηση στην ανισότητα, στη μόλυνση του περιβάλλοντος, στην ανεργία, και για άλλα σύγχρονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα ακόλουθα σχόλια του Στίγκλιτς αναφορικά με τη σχέση μεταξύ της ανισότητας, και της φτώχειας που πλήττει μεγάλα στρώματα της κοινωνίας των ΗΠΑ, καθώς και της εγκληματικότητας:

«Οι συνέπειες της διαβρωτικής και επίμονης πτώχειας και η χρόνια ανεπαρκής χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και άλλων κοινωνικών υπηρεσιών, αποτελούν ενδείξεις πως η κοινωνία μας δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε, αφού παρατηρούνται υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας και μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού στις φυλακές… Ο αριθμός των φυλακισμένων ανέρχεται στα 2.300.000 άτομα, σχεδόν ένας ενήλικας στους 100. Αυτός ο αριθμός ως ποσοστό του πληθυσμού είναι ο υψηλότερος στον κόσμο, και δέκα φορές υψηλότερος από ότι σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Κάποιες Πολιτείες των ΗΠΑ δαπανούν για τους φυλακισμένους όσα και για τα πανεπιστήμια».

 

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ

 

Στο βιβλίο του ο Στίγκλιτς αναλύει και την καταστροφική επίδραση της ανισότητας στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος των ΗΠΑ, αλλά και της ίδιας της οικονομίας, και εξετάζει πώς η δημοσιονομική πολιτική, παράλληλα με την παγκοσμιοποίηση, συνέβαλαν στη διόγκωση των προβλημάτων που απορρέουν από την ανισότητα.

Με την εμβρίθεια και εμβάθυνση που τον χαρακτηρίζουν, ο Τ. Στίγκλιτς παρουσιάζει το πρόβλημα της ανισότητας με σαφήνεια, και προτείνει ένα πραγματοποιήσιμο όραμα για ένα πιο λειτουργικό, και ταυτόχρονα πιο δίκαιο, μέλλον για τη χώρα του.

Άλλοι επιφανείς πανεπιστημιακοί οικονομολόγοι χαρακτηρίζουν το βιβλίο του Στίγκλιτς ως ολοκληρωμένο αντεπιχείρημα στον νεοφιλελευθερισμό των δεκαετιών του 1980 και 1990, που ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, με πρωταγωνιστή τον Καθηγητή Μίλτον Φρίντμαν και τους οπαδούς του.

Ο Φρίντμαν και οι συνεργάτες του υποστήριζαν την άποψη ότι κάνοντας τους πλούσιους ακόμα πλουσιότερους θα επέλθει ανάπτυξη και, άρα, διάχυση του οφέλους προς τα κάτω. Αυτή η θεωρία, γνωστή ως «trickle down economics», δεν λειτούργησε στην πράξη. Αντιθέτως, η συσσώρευση του πλούτου στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας επιταχύνθηκε και αυξήθηκε.

Όπως αποδείχθηκε στην πράξη, οι κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από μεγάλη κοινωνική και οικονομική ανισότητα δεν λειτουργούν δίκαια, και με το πέρασμα του χρόνου δεν είναι σταθερές, ούτε βιώσιμες.

Είναι προφανές πως όταν μια ομάδα κατέχει μεγάλη ισχύ, και είναι σε θέση να επιβάλει πολιτικές που ευνοούν τα συμφέροντά της, τότε το τίμημα το πληρώνουν οι μεσαίοι και, κυρίως, όσοι βρίσκονται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Σε γενικές όμως γραμμές, το σύνολο της κοινωνίας καθίσταται ασταθές, και οι δημοκρατικοί θεσμοί αποδυναμώνονται.

Σύμφωνα με τον Τζόζεφ Στίγκλιτς, η ασυγκράτητη απληστία της κεφαλαιοκρατικής μειονότητας έχει καταστήσει ανέφικτο το αμερικανικό ιδανικό, που σημαίνει ο κάθε πολίτης να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

Είναι σημαντικό να τονίσω εδώ πως ο Στίγκλιτς δεν παρακινείται από αντικαπιταλιστικά κίνητρα στην κριτική που ασκεί στο ισχύον οικονομικό μοντέλο των ΗΠΑ. Πρόθεσή του είναι να εμφυσήσει ηθικές αρχές στον σύγχρονο καπιταλισμό, ώστε παράλληλα με την κερδοφορία του κεφαλαίου να προάγονται και τα συμφέροντα της ευρύτερης κοινωνίας, και να ενδυναμώνονται οι δημοκρατικοί θεσμοί.

Τα στοιχεία για τη στήριξη των επιχειρημάτων του ο Τζόζεφ Στίγκλιτς τα αντλεί από τις ΗΠΑ. Τα πορίσματα όμως της ανάλυσής του ισχύουν για τις οικονομίες όλων των ανεπτυγμένων χωρών.

 

Η ανισότητα στην Αυστραλία Βιοπαλαιστές και δισεκατομμυριούχοι

 

Πριν από λίγες εβδομάδες στην Αυστραλία κυκλοφόρησε το βιβλίο του Andrew Leigh

“Battlers & Billionaires – The story of inequality in Australia”, Redback 2013.

Ο πρώτος όρος του τίτλου “Battlers” είναι αυστραλιανή έκφραση που δεν υπάρχει στα αγγλο-ελληνικά λεξικά. Ο πλησιέστερος αντίστοιχος όρος στα ελληνικά που μπορώ να σκεφθώ είναι «Βιοπαλαιστές», οπότε ο τίτλος του βιβλίου στα ελληνικά γίνεται «Βιοπαλαιστές και Δισεκατομμυριούχοι – Η ιστορία της ανισότητας στην Αυστραλία».

Όπως θα δούμε από την ανάλυση των κύριων πορισμάτων, στα οποία καταλήγει ο Andrew Leigh, από την δική του έρευνα γύρω από την ανισότητα στην Αυστραλία, μία από τις επιπτώσεις είναι και το πλήγμα που δέχεται ο δημοκρατικός θεσμός στην Αυστραλία κατά τα τελευταία χρόνια.

Ο Andrew Leigh είναι πρώην καθηγητής Οικονομικών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αυστραλίας, και νυν βουλευτής στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Το 2011 αναγνωρίσθηκε από την Εταιρεία Οικονομολόγων Αυστραλίας ως ο καλύτερος οικονομολόγος της Αυστραλίας κάτω των 40 ετών.

 

ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

 

Στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του ο Andrew Leigh στρέφει την προσοχή του σε τρεις περιόδους στην εξέλιξη της αυστραλιανής κοινωνίας.

Η πρώτη περίοδος καλύπτει τον εποικισμό της Αυστραλίας από τους Άγγλους, μέχρι το 1901, όταν η Αυστραλία ανακηρύχθηκε σε ανεξάρτητο ομοσπονδιακό κράτος, απαρτιζόμενο από τις Πολιτείες και Περιφέρειες που μέχρι τότε αποτελούσαν βρετανικές αποικίες. Η οικονομική ανισότητα κατά την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε πολύ υψηλό επίπεδο, καθότι ο πλούτος βρισκόταν στα χέρια μικρού αριθμού λευκών γαιοκτημόνων και κτηνοτρόφων. Για την περίοδο εκείνη τα στατιστικά στοιχεία είναι ελάχιστα για την εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων.

Να σημειώσω εδώ πως ο Andrew Leigh χρησιμοποιεί το ετήσιο εισόδημα των κατοίκων, και όχι το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων, ως μέτρο για τον βαθμό ανισότητας μεταξύ του ενός εκατοστού των κατοίκων με τα υψηλότερα ετήσια εισοδήματα, και των υπόλοιπων 99% των κατοίκων.

Η δεύτερη περίοδος αρχίζει από το 1901 και φτάνει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ενώ κατά την πρώτη δεκαετία αυτής της περιόδου η ανισότητα παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο, σε βαθμό που το 1% των κατοίκων απολάμβανε 12% των εισοδημάτων, από τις αρχές του 1910 άρχισε να παρατηρείται μια σταδιακή μείωση στο ποσοστό του εισοδήματος που τους αναλογούσε.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα εισοδήματά τους μειώθηκαν ποσοτικά, αλλά δείχνει πως τα εισοδήματα του 99% των εργαζομένων άρχισαν να αυξάνονται σταδιακά. Αυτή η σταδιακή αύξηση σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στα κοινωνικά ευεργετήματα που κατά περιόδους εισήγαγε η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση, καθώς και πιο δίκαια φορολογικά μέτρα.

Σταθμό στο εργασιακό καθεστώς στην Αυστραλία αποτελεί η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου με την οποία από τις αρχές του 1948 καθιερώθηκε το 40ωρο της εργαζόμενης εβδομάδας, μετά από αγώνες των εργατικών συνδικάτων. Αυτό σήμαινε πως οι ώρες εργασίας πέραν των 40 ωρών την εβδομάδα χαρακτηρίζονταν ως υπερωρίες, με υψηλότερη αμοιβή.

Άλλος παράγοντας για την σταδιακή μείωση της ανισότητας ήταν η πολιτική της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων.

Για την οικονομία στο σύνολό της, η περίοδος 1949 – 1966, όταν Πρωθυπουργός ήταν ο Robert Menzies, στα ημερομίσθια παρατηρήθηκε μια αύξηση της τάξης του 4% κατ’ έτος, που ήταν πενταπλάσια της ετήσιας αύξησης κατά την περίοδο 1901 – 1940. Επιπλέον, για τους εργάτες η πληρωμένη ετήσια άδεια αυξήθηκε από μία σε τρεις εβδομάδες από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Επιπλέον, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 τα ημερομίσθια των γυναικών εξισώθηκαν με τα ημερομίσθια των ανδρών στα ίδια επαγγέλματα.

Αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων ήταν το ποσοστό του εισοδήματος του 1% των πλουσιότερων κατοίκων της Αυστραλίας να μειωθεί από το 12% όλων των εισοδημάτων, που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1910, στο 8% το 1950, και στο 5% το 1980. Με άλλα λόγια, σε 70 χρόνια (1910 – 1980) η ανισότητα στην κατανομή των εισοδημάτων μειώθηκε κατά 60%.

 

Ο ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΔΙΝΕΙ ΝΕΑ ΩΘΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ

 

Δυστυχώς για την εργατική τάξη, από το 1980 άρχισε να παρατηρείται μια αύξηση στην ανισότητα, θέτοντας τέρμα στην πτωτική πορεία που είχε ακολουθήσει τα προηγούμενα 70 χρόνια.

Από τη δεκαετία του 1980 μέχρι το 2010 οι αποδοχές των υψηλόμισθων εργαζομένων αυξήθηκαν κατά 59%, ενώ τα ημερομίσθια των εργατών σημείωσαν αύξηση μόνο 15%.

Οπωσδήποτε δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως σύμπτωση το γεγονός ότι η περίοδος κατά την οποία η ανισότητα πήρε την ανιούσα συμπίπτει με τη εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού.

Με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού τα τελευταία 30 χρόνια παρατηρείται η ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου, η μεταφορά θέσεων εργασίας σε υπεράκτιες εταιρείες, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, με τη μετατροπή σε πολλές περιπτώσεις συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε μερική, καθώς και η μείωση της δύναμης των συνδικάτων.

Το αθροιστικό αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών για τους εργαζόμενους είναι η απώλεια πολλών προνομίων που είχαν κερδίσει στο παρελθόν με τους αγώνες τους, και η καθήλωση των ημερομισθίων.

Το λυπηρό, για να μην πω απαράδεκτο, είναι ότι στην περίπτωση της οικονομικής ανισότητας η Αυστραλία αντέστρεψε μια πορεία μακρόχρονης μείωσής της, αφού οι προνομιούχοι του 1% των υψηλών εισοδημάτων είδαν το μερίδιό τους να αυξάνεται στο 10% του συνόλου, από το 5% που είχε περιορισθεί το 1980.

Με άλλα λόγια, τα τελευταία χρόνια η ανισότητα στην Αυστραλία άρχισε να αυξάνεται, γεγονός που αντανακλά την επιδείνωση των συνθηκών ζωής των χαμηλόμισθων κατοίκων της. Στο βιβλίο του ο Andrew Leigh περιλαμβάνει έναν πίνακα με τις 34 πιο ανεπτυγμένες χώρες, με γνώμονα το βαθμό ανισότητας που επικρατεί στις κοινωνίες τους. Η Χιλή έχει την πιο υψηλή ανισότητα, η Αυστραλία είναι ένατη, και η Ελλάδα δέκατη έκτη. Με άλλα λόγια η ανισότητα στην Αυστραλία βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από ότι στην Ελλάδα, παρόλα τα προβλήματα που έχει.

Δύο Βρετανοί καθηγητές επιδημιολογίας, ο Richard G. Wilkinson και η Kate Pickett, έπειτα από έρευνες τριάντα ετών, στο βιβλίο τους «The Spirit Level: Why More Equal Societies Almost Always Do Better» (2009), αναφέρονται στις κοινωνικές συνέπειες που προκύπτουν από υψηλά επίπεδα οικονομικής ανισότητας. Συγκεκριμένα, παρουσιάζουν αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και ζητήματα υγείας επιδεινώνονται σε χώρες που εμφανίζουν μεγάλη οικονομική ανισότητα, σε σύγκριση με χώρες, όπως οι σκανδιναβικές, με μικρότερα επίπεδα ανισότητας.

 

Μπορεί, και πρέπει να μειωθεί, η ανισότητα στην Αυστραλία

 

Όπως είδαμε πιο πάνω, η ανισότητα στα εισοδήματα (όχι στον απόλυτο πλούτο) που αναλογούν στο 1% των υψηλόμισθων Αυστραλών, σε σύγκριση με το 99% των υπόλοιπων, βρισκόταν σε πολύ υψηλό επίπεδο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ από το 12% που ήταν κατά τη δεκαετία 1910 σταδιακά μειώθηκε στο 5% το 1980.

Ατυχώς όμως για τους πολίτες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, από το 1980 μέχρι το 2010 η ανισότητα αυξήθηκε από το 5% στο 10%, δηλαδή διπλασιάστηκε σε τριάντα χρόνια.

Με άλλα λόγια, ενώ στο 1% των ατόμων με πολύ υψηλά εισοδήματα το 1980 αντιστοιχούσε το 5% όλων των εισοδημάτων, το 2010 έφτασε στο 10%.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα εισοδήματα των χαμηλόμισθων δεν αυξήθηκαν καθόλου κατά την περίοδο αυτή, απλώς η ποσοστιαία αύξησή τους ήταν κατά πολύ μικρότερη από την ποσοστιαία αύξηση των υψηλόμισθων.

Αν αυτή η τάση συνεχισθεί, οι εισοδηματικές διαφορές θα πάρουν τις διαστάσεις χάσματος, με σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, γιατί θα δίνουν την εντύπωση πως τα άτομα που βρίσκονται στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας ζουν σε διαφορετικό κόσμο από τα άτομα στη βάση της πυραμίδας.

 

ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ - ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ

 

Την περασμένη εβδομάδα αναφέρθηκα σε έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στη διεύρυνση της ανισότητας: τον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος έχει επικρατήσει εις βάρος του ελέγχου που οι κρατικές αρχές ασκούσαν παραδοσιακά στο κεφάλαιο, και έχει επιφέρει την απορρύθμιση στο χώρο της εργασίας.

Σύμφωνα με τον Andrew Leigh, μια άλλη, παράλληλη εξέλιξη, η οποία συνέβαλε στην αύξηση της ανισότητας, είναι η σταδιακή μείωση στην ισχύ των εργατικών συνδικάτων.

Τα στατιστικά στοιχεία που δίνει ο Andrew Leigh είναι άκρως ενδιαφέροντα. Η σταδιακή μείωση στην ανισότητα από τη δεκαετία του 1910 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 συμπίπτει με την σταδιακή άνοδο στο ποσοστό των εργαζομένων που ήταν μέλη των εργατικών συνδικάτων.

Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1910 μόνο 15% των εργαζομένων ήταν μέλη των εργατικών συνδικάτων. Από το 1910 μέχρι το 1980 το ποσοστό των συνδικαλιστών ακολούθησε μια ανοδική πορεία, και παρά τις κάποιες ενδιάμεσες αυξομειώσεις, το 1980 βρέθηκε στο 50% των εργαζομένων. Όμως, από το 1980 μέχρι το 2010 το ποσοστό των συνδικαλιστών άρχισε να μειώνεται σημαντικά, μέχρι που από 50% όλων των εργαζομένων που ήταν το 1980 έπεσε στο ποσοστό του 18% το 2010.

Όπως είδαμε πιο πάνω, κατά την περίοδο 1980 – 2010 η ανισότητα μεταξύ του 1% των υψηλών εισοδημάτων και του υπόλοιπου 99% διπλασιάστηκε, φτάνοντας από 5% στο 10%.

Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει, πέραν κάθε αμφιβολίας, πως μεταξύ της ανισότητας και του ποσοστού των συνδικαλιστών υπάρχει μια αντίστροφη σχέση, δηλαδή όσο μειώνεται ο αριθμός των συνδικαλιστών ως ποσοστό όλων των εργαζομένων, τόσο αυξάνεται η ανισότητα, και αντιστρόφως.

Ο Andrew Leigh, στη σελίδα 71 του βιβλίου του, καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα:

«Μια έρευνα για την Αυστραλία δείχνει πως το ένα τρίτο της αύξησης στην ανισότητα κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1980 και 1990 οφειλόταν στην κατάρρευση των συνδικάτων».

Αυτό γίνεται κατανοητό όταν λάβουμε υπόψη πως οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες διασφαλίζουν τα συμφέροντα όλων των πολιτών, όταν ο θεσμός της τριμερούς συνεργασίας μεταξύ των εκπροσώπων των συνδικάτων, των εργοδοτών και των εργασιακών φορέων του κράτους λειτουργεί αποτελεσματικά.

Εν όψει του γεγονότος ότι τα τελευταία χρόνια οι εργασιακές σχέσεις στην Αυστραλία υπέστησαν μεγάλο βαθμό απορρύθμισης (deregulation) από την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, και κρίνοντας από την απροθυμία των αρμόδιων εργασιακών φορέων να αποκαταστήσουν την ισορροπία στο χώρο της εργασίας, συμπεραίνω πως το χάσμα μεταξύ των υψηλών και των χαμηλών εισοδημάτων θα συνεχίσει να διευρύνεται.

Με άλλα λόγια η οικονομική ανισότητα, με όλες τις κοινωνικές της επιπτώσεις, θα συνεχίσει την ανοδική της πορεία, που ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980, αν δεν ληφθούν προληπτικά μέτρα από τις αρμόδιες κρατικές αρχές.

 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ

 

Η φορολογία είναι άλλος παράγοντας που επηρεάζει, θετικά ή αρνητικά, την εισοδηματική ανισότητα, σύμφωνα με τον Andrew Leigh, ο οποίος επικεντρώνει την προσοχή του στο φόρο εισοδημάτων ατόμων, και όχι εταιρειών, ούτε και σε έμμεσους φόρους, όπως είναι ο φόρος κατανάλωσης.

Τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζει ο Andrew Leigh δείχνουν πως κατά τη δεκαετία του 1920 ο φόρος που πλήρωναν τα άτομα με υψηλά εισοδήματα ήταν 10% του ετήσιου εισοδήματός τους. Το ποσοστό αυτό παρέμεινε σταθερό μέχρι το 1940, και μετά άρχισε μια ταχύρυθμη άνοδος, φτάνοντας στο 40% το 1945, και το υψηλότερο επίπεδο το 1980, που αναλογούσε στο 65% των υψηλών εισοδημάτων. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 κατέβηκε στο 50%, και στα επόμενα χρόνια, μέχρι το 2010, σταθεροποιήθηκε στο 45%.

Όταν λάβουμε υπόψη πως από το 1910 μέχρι το 1980 η ανισότητα στην Αυστραλία ακολούθησε μια πτωτική τάση, και πως κατά την ίδια περίοδο η φορολογία ακολουθούσε μια ανοδική πορεία, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι πως η υψηλή φορολογία των μεγάλων εισοδημάτων μειώνει την ανισότητα.

Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται και από τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η ανισότητα άρχισε να αυξάνεται από το 1980, όταν η φορολογία μειώθηκε από το 65% των υψηλών εισοδημάτων στο 45% το 2010.

Ο παραπάνω συσχετισμός ανισότητας και φορολογίας εισοδήματος ισχύει και για τις άλλες ανεπτυγμένες οικονομικά καπιταλιστικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Βρετανία και κάποιες χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ

 

Εν όψει της αυξανόμενης ανισότητας κατά τα τελευταία χρόνια αναρωτιέται κανείς κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατική διακυβέρνηση, όταν είναι προφανές πως οι κυβερνήσεις καθοδηγούνται από τα συμφέροντα του 1% των πολιτών που απολαμβάνουν υψηλά εισοδήματα.

Οπωσδήποτε, εκτός από τη φορολογία, είναι και άλλοι παράγοντες, όπως η παιδεία, που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την ανισότητα. Τα παιδιά οικογενειών με υψηλά εισοδήματα έχουν τη δυνατότητα για την απόκτηση παιδείας υψηλού επιπέδου, σε σύγκριση με τα παιδιά οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα, και ως εκ τούτου έχουν αυτό το πλεονέκτημα στο ξεκίνημα της καριέρας τους.

Συμπερασματικά, ο Andrew Leigh συνοψίζει ως ακολούθως τα πορίσματα της έρευνάς του για τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανισότητα στην Αυστραλία τα τελευταία χρόνια:

«Υπολογίζω πως η αύξηση της ανισότητας στην Αυστραλία κατά τη διάρκεια της περασμένης γενιάς μπορεί να αποδοθεί κατά το ένα τρίτο στην νέα τεχνολογία και στην παγκοσμιοποίηση, κατά το ένα τρίτο στην αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και το υπόλοιπο τρίτο στη μείωση της φορολογίας εισοδημάτων. Αυτοί μπορεί να μην είναι οι μόνοι, είναι όμως οι κύριοι συντελεστές στην αύξηση της ανισότητας στην Αυστραλία», σελ. 81.

Εκείνο που αναμφίβολα προκύπτει από τις έρευνες του Andrew Leigh, αλλά και διακεκριμένων οικονομολόγων των ΗΠΑ, όπως ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, στο βιβλίο του “The Price of Inequality”, τα τελευταία τριάντα χρόνια η οικονομική ανισότητα στην Αυστραλία ακολουθεί μια ανοδική πορεία, αντιστρέφοντας τις εξελίξεις των προηγούμενων εβδομήντα χρόνων.

Εκείνο που δεν συζητιέται στο πολιτικό επίπεδο στην Αυστραλία είναι ότι η οικονομική ανισότητα υποσκάπτει τη δημοκρατία, από τη μια με τη συγκέντρωση του πλούτου, και ως εκ τούτου της πολιτικής επιρροής, στα χέρια λίγων πολιτών, και από την άλλη θέτοντας σε δοκιμασία την αίσθηση της εθνικής κοινότητας και της κοινωνικής συνοχής.

 

Κυριάκος Αμανατίδης

Συγγραφέας και Δοκιμιογράφος

 




ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ

  Εργοβιογρχφικό





GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info