ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            

 


  Hellenes around 
the Globe

 


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΕΣ


Χρύσανθος γράφει ο Κυριάκος Αμανατίδης
ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΗΛΙΟ   γράφει ο Κωσταντίνος Καλυμνιός


Χρύσανθος

                                 Ο Αρχιερέας Εθνάρχης των Ποντίων

 

Το βιβλίο του Μάκη Κασαπίδη Χρύσανθος, ο Αρχιερέας Εθνάρχης των Ποντίων εντάσσεται στις εκδόσεις του Εθνικού Κέντρου Ελληνικών Μελετών και Έρευνας του Πανεπιστημίου La Trobe, Μελβούρνη.  Η παρουσίασή του έγινε τον Μάιο του 2004, στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.

Το πλαίσιο αυτό ήταν το πλέον αρμόζον, γιατί ο Χρύσανθος Φιλιππίδης, ως διάκονος στην αρχή και Μητροπολίτης της Τραπεζούντας στη συνέχεια, βίωσε εκ του σύνεγγυς τα τραγικά γεγονότα των διώξεων, των εκτοπισμών, και των ομαδικών εκτελέσεων Ελλήνων του Πόντου, πρώτα από το Οθωμανικό καθεστώς, και στη συνέχεια το Κεμαλικό, κατά τη διάρκεια του 1916-1923.

Εκτός από το τεράστιο ποιμαντορικό, ανθρωπιστικό και εθνικό του έργο, ο Χρύσανθος πέρασε στην ιστορία και ως ο τελευταίος Μητροπολίτης της Τραπεζούντας, της φημισμένης πρωτεύουσας του Πόντου, που η ίδρυσή της πηγαίνει πίσω στον 7ο π. Χ. αιώνα.

Ας σημειώσουμε εδώ πως η πόλη της Τραπεζούντας είχε δώσει το όνομά της στην ομώνυμη Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, που ιδρύθηκε μετά από τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν τα στρατεύματα της Δ΄ Σταυροφορίας κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204.

Από το 1204 μέχρι την διάλυσή της από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή το 1461, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν το ανατολικότερο προπύργιο του Ελληνισμού.

Όπως σημειώνει στον Πρόλογο ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, κ. Στάθης Πελαγίδης:

{...}... το εν λόγω βιβλίο ... ερευνά και εξετάζει μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές φυσιογνωμίες, όχι μόνο του Ποντιακού, αλλά και του ευρύτερου Ελληνισμού...

{...} Ένα είναι βέβαιο,...το βιβλίο του κ. Κασαπίδη δίνει στον αναγνώστη την εικόνα της προσωπικότητας και της διαχρονικής και πολυθεματικής δραστηριότητας του μεγάλου Ιεράρχη Χρύσανθου, Μητροπολίτη Τραπεζούντας, ως Αποκρισάριου του Οικουμενικού Θρόνου και ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.  Δίνει, όμως, και την εικόνα του πονεμένου επίλογου της ζωής του (1941-1949).

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΑΡΧΗΣ, Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ

 

Στην αρχή του δικού του Προλόγου, ο κ. Κασαπίδης δίνει επιγραμματικά την ταύτιση του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου με τον Ποντιακό Ελληνισμό: Τύχη αγαθή προόρισε τον Χρύσανθο, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ιεροσύνης του, να συνδεθεί στενά με τον Ελληνισμό της Τραπεζούντας ως νεαρός διάκονος στην αρχή και ως ποιμενάρχης αυτού αργότερα.  Η δεκάχρονη σχεδόν ποιμαντορία συνέπεσε με την τελευταία φάση της τρισχιλιετούς ιστορικής πορείας του Ποντιακού Ελληνισμού, που υπήρξε και η πιο τραγική φάση, η οποία οδήγησε τελικά στον ξεριζωμό του υπέροχου εκείνου Ελληνισμού από την προαιώνια εθνική του εστία.

Λίγο πιο κάτω στον Πρόλογό του, ο κ. Κασαπίδης εξηγεί ως ακολούθως την επιλογή του βίου και της πολιτείας του Χρύσανθου για την εν λόγω μονογραφία του: Αξιολογώντας τη μεγάλη προσφορά του αείμνηστου ιεράρχη προς το έθνος γενικά και ειδικότερα προς τους Έλληνες του Πόντου, έκανα τη σκέψη πως θα ήταν εθνικά ωφέλιμο να γνωρίσει ο Ελληνισμός των Αντιπόδων, και ειδικότερα οι νέοι της ελληνικής παροικίας της Αυστραλίας και όχι μόνο, τη ζωή και τη δράση μιας τόσο αξιόλογης προσωπικότητας, όπως εκείνη του μακαριστού Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου.

Ο κ. Κασαπίδης παρακολουθεί βήμα προς βήμα τους αγώνες του Μητροπολίτη Χρύσανθου για την ανάδειξη του Πόντου σε ανεξάρτητο κράτος, ή για τη δημιουργία της Ποντο-Αρμενικής Ομοσπονδίας, σαν ύστατη προσπάθεια να αποφύγει την καταιγίδα του Κεμαλικού Καθεστώτος, που από το 1919 άρχισε να σαρώνει την περιοχή, και να αποδεκατίζει τους Έλληνες κατοίκους της.

Παρά την κλονισμένη του υγεία, για μήνες παρέμεινε στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης, στην οποία είχε πάρει μέρος και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, και ζήτησε τη συμπαράσταση των Συμμάχων για την προστασία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Το ότι οι προσπάθειές του αυτές δεν τελεσφόρησαν οφείλεται πρώτιστα στο ότι οι Σύμμαχοι επαναπροσδιόρισαν τα συμφέροντά τους, θεωρώντας την Τουρκία ως ζωτικό χώρο, μετά την επικράτηση της Επανάστασης των Μπολσεβίκων στην Ρωσία, και τη σύσταση της Σοβιετικής Ένωσης.

Για διαφορετικούς λόγους, και ο Βενιζέλος δεν υποστήριξε την ιδέα για τη σύσταση ανεξάρτητου Ποντιακού Κράτους.

Το ότι οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές στον Πόντο δεν ήταν μεγαλύτερες οφείλεται στην προσωπικότητα του Μητροπολίτη Χρύσανθου, που έχαιρε της εκτίμησης ακόμη και των Τούρκων της Τραπεζούντας, και στον υπεράνθρωπο αγώνα που διεξήγαγε μέχρι τον τελικό ξεριζωμό το 1923.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΚΤΗΜΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΚΑΣΑΠΙΔΗ

 

Διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης διαπιστώνει πως παράλληλα με την εξιστόρηση του βίου και της δράσης του Μητροπολίτη Χρύσανθου, ίσως υπάρχει και ένας άλλος, ανομολόγητος λόγος, για την επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου: το γεγονός ότι, η πολυσχιδής δραστηριότητα του Μητροπολίτη Χρύσανθου δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να καλύψει και τις ακόλουθες θεματικές ενότητες:

* Το σχέδιο των Νεοτούρκων για τον εκτουρκισμό των χριστιανικών μειονοτήτων.

* Τις διώξεις του Μικρασιατικού Ελληνισμού και τη γενοκτονία των Αρμενίων και των Ποντίων.

* Τις διεργασίες για τη σύσταση ενός ανεξάρτητου Πόντου, ή μιας Ποντο-Αρμενικής Ομοσπονδίας.

* Την επονείδιστη στάση των Συμμάχων απέναντι στην Ελλάδα, και τον Ποντιακό και Μικρασιατικό Ελληνισμό κατά την περίοδο 1919-1923.

* Τις εξελίξεις σε περιοχές του εξωελλαδικού Ελληνισμού, όπως η Κύπρος, η Αλβανία, η Ρουμανία, η Αυστραλία, με τις οποίες συνδέθηκε ο Μητροπολίτης Χρύσανθος, μέσα από αποστολές που κατά καιρούς του είχε αναθέσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

* Την κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα στα πρώτα χρόνια της κατοχής, με το σχηματισμό των γερμανόφιλων κυβερνήσεων, και την άρνηση του Χρύσανθου να συνεργασθεί μαζί τους από τη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.

Με την πολυθεματική (όπως την χαρακτηρίζει ο Στάθης Πελαγίδης) αυτή προσέγγιση του αντικειμένου του, ο κ. Κασαπίδης έχει επιτύχει, κατά τη γνώμη μου, στην επίτευξη δύο συχνά αλληλοαποκλειόμενων στόχων:

1.  Να συμβάλει στην επιστημονική βιβλιογραφία για μια μεγάλη μορφή της Εκκλησίας και του έθνους, που διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο, όχι μόνο ως Ιεράρχης, αλλά και Εθνάρχης, στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου διαμορφώθηκε η φυσιογνωμία της σύγχρονης Ελλάδας γεωγραφικά, δημογραφικά και πολιτισμικά.

2.  Να δώσει την ευκαιρία στον προβληματισμένο αναγνώστη να διαμορφώσει μια σφαιρική αντίληψη για διάφορες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας μας, που δεν καλύπτονται επαρκώς, και σε κάποιες περιπτώσεις καθόλου, από τα βιβλία του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων του Υπουργείου Παιδείας.

Μονογραφίες σαν την εν λόγω, όταν γράφονται από υπεύθυνα, και ακαδημαϊκά καταρτισμένα άτομα, τα οποία δεν φείδονται κόπων και χρόνου για να ερευνήσουν διεξοδικά το αντικείμενό τους, να διασταυρώσουν τις πηγές τους, και να τεκμηριώσουν τις απόψεις τους, επιτυγχάνουν, μεταξύ άλλων, να συμπληρώσουν και πολλά κενά στην ιστορία του ελληνικού έθνους. 

Ο Μάκης Κασαπίδης ανήκει στην τάξη αυτών των ατόμων.  Από την πλευρά του το ΕΚΕΜΕ, του οποίου ο κ. Κασαπίδης αποτελεί βασικό ερευνητικό στέλεχος, με το εν γένει εκδοτικό του έργο, και την έκδοση του εν λόγω βιβλίου, προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στα ελληνικά γράμματα και στην ελληνική ιστοριογραφία.

Ελπίζω πως η ομογένεια της Αυστραλίας θα αρχίσει να αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα αυτής της πτυχής του έργου του ΕΚΕΜΕ, και πως θα αισθανθεί την ανάγκη να γίνει και αυτή αρωγός στο συγγραφικό έργο συμπαροίκων λογοτεχνών, ιστορικών και άλλων ανθρώπων των γραμμάτων.

Το βιβλίο του Μάκη Κασαπίδη Χρύσανθος, ο Αρχιερέας Εθνάρχης των Ποντίων αποτελεί πρόκληση, και πρόσκληση, να θέσουμε σε εφαρμογή το αρχαίο ρητό Αμ έπος αμ έργον.

Πρόκειται για βιβλίο που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα της πιο τραγικής περιόδου στην ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού.  Ο κ. Κασαπίδης έχει ερευνήσει διεξοδικά το αντικείμενό του, και τεκμηριώνει πλήρως τις παρατηρήσεις και απόψεις που διατυπώνει στο βιβλίο του με αναφορές σε ιστορικά ντοκουμέντα, πολλά από τα οποία παραθέτει, και σε άλλες αξιόπιστες πηγές.

Επιστημοσύνη και εμβρίθεια χαρακτηρίζουν την σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου, και για τρία χρόνια (1938-141) Αρχιεπίσκοπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, και την έκθεση των ιστορικών γεγονότων, με τα οποία ήταν συνυφασμένη η ζωή του.

Οι φωτογραφίες που κοσμούν τις 250 σελίδες του βιβλίου συμπληρώνουν το ιστορικό του περιεχόμενο, ο κατάλογος ονομάτων διευκολύνει τον αναγνώστη στην εντόπιση των σημείων αναφοράς σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ η εκτενής βιβλιογραφία, σε συνάρτηση με τον κατάλογο των πηγών, αποτελεί πολύτιμο βοήθημα για τους μελλοντικούς ερευνητές.

 

Κυριάκος Αμανατίδης,

Research Fellow,

National Centre for Hellenic Studies and Research,

La Trobe University , Melbourne

Σημείωση

Ο Μάκης Κασαπίδης, φιλόλογος καθηγητής, είναι Συντονιστής του Ινστιτούτου Ποντιακών και Μικρασιατικών Μελετών στο Εθνικό Κέντρο Ελληνικών Μελετών και Έρευνας του Πανεπιστημίου La Trobe.

 TOP OF THE PAGE 






  ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

  της Ιωάννας Λιακάκου

 βιβλιοκριτική  Κωσταντίνος Καλυμνιός

Μια φορά, ο Γιάννης Λιάσκος είχε πει ότι ο άνθρωπος στη ζωή του οφείλει να κάνει τρία πράγματα: να φυτέψει ένα δέντρο, να κάνει ένα παιδί και να γράψει ένα βιβλίο. Η Ιωάννα Λιακάκου έχει τηρήσει αυτήν τη συμβουλή με το παραπάνω, τόσο πολύ μάλιστα στον λογοτεχνικό τομέα ώστε να θεωρηθεί λογομάνα της παροικιακής μας λογοτεχνίας. Αν σκεφθούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις τα βιβλία αυτής της παραγωγικότατης συγγραφέως αποτελούν παρακλάδια προγενέστερων δημιουργημάτων της, το πνευματικό δέντρο που έχει φυτέψει αποφέρει πολλούς καρπούς για τον γνωστικό και προσεκτικό αναγνώστη.

            Το βιβλίο Με τον Αέρα και τον Ήλιο το οποίο παρουσιάζεται σήμερα συνδέεται άμεσα με την δενδριτική αντίληψη της συγγραφέως όσον αφορά το λόγο της. Διότι ο αέρας και ο ήλιος είναι ακριβώς εκείνα τα συστατικά τα οποία είναι απαραίτητα για την ύπαρξη ολόκληρου του φυτικού κόσμου. Μάλιστα, το βιβλίο αυτό έχει ως κύριο θέμα τον ακατανίκητο πόθο της συγγραφέως για ζωή, λες και είναι δέντρο που υψώνει τους κλώνους του στον ήλιο. Η ίδια λέει:

Θέλω να ζήσω, έλεγα, επείγει να ζήσω, με τον αέρα, με τον ήλιο, με τα παιδία. Επείγει να ζήσω, αύριο πεθαίνω. Στις γειτονιές του κόσμου περπάτησα, λουλούδια έκοψα, χαμόγελα σκόρπισα, άφθονα. Χαρούμενα πρόσωπα, λατρεμένα έχασα. Σκεφτικά περπάτησα στις γειτονιές του κόσμου. Έψαχνα την αγάπη, θέλω να ζήσω έλεγα. Φανταζόμουν, ζωγράφιζα, τραγουδούσα, βοηθούσα να ζήσω έλεγα. Ζούσα όπως μπορούσα, ποθούσα να ζήσω, να ζήσω...

Αυτό που θα μας δώσει να καταλάβουμε η συγγραφέας στη συνέχεια, είναι ότι πέραν του ήλιου και του αέρος, το δέντρο θα θεριέψει μόνον εφόσον καταφέρει να καταναλώσει και με την σειρά του να αποβάλλει, όλα τα απόβλητα του κόσμου. Η συγγραφέας λοιπόν, θα μας ταξιδέψει στον μυστικό κόσμο των ψυχικών απόβλητων επιδεικνύοντας μας, τα κύρια συστατικά που την ώθησαν να μετεμφυτευθεί και να θεριέψει το δικό της δέντρο στην Αυστραλία. Μας ωθεί και σε προβληματισμούς ο τίτλος του βιβλίου. Κάποτε ο αέρας κοπάζει και ο ήλιος δύει. Τι συμβαίνει μετά; Είναι αυτή η αποπνικτική κατάσταση του απροχώρητου που θα εξεταστεί σε βάθος από την ταλαντούχα πέννα της συγγραφέως.

Αυτή η οργανική στάση της συγγραφέως, η οποία προσάπτει αλλά ποτέ δεν διαπερνά τα όρια της μοιρολατρίας, εκφράζει την βαθιά φιλοσοφημένη άποψη της συγγραφέως ότι ο άνθρωπος αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού κόσμου. Η ίδια, σε μία ρήση που μας ενθυμίζει την παραβολή του σπορέα αλλά σε παραλλαγή, λέει:

Σπόροι είμαστε, σκορπισμένοι. Άλλος πέφτει σε εύφορο χωράφι, πίνει νερό, λιάζεται, μεγαλώνει, ανθεί, καρπίζει εύκολα, άλλος πέφτει σε χαράδρα, σε ακροποταμιά, κάτω από λιθάρι ή στα τσιμέντα της πόλης. Πασχίζει να βγεί στο φως, οφείλει να βγει στο φωε, να βρει το δρόμο του. Μερικοί του βάζουν εμπόδια για να προχωρήσουν αυτοί, άλλοι νομίζοντας πως τον προστατεύουν.

Είναι για τους απολυμένους αυτούς σπόρους που έρχεται η Ιωάννα Λιακάκου να μας μιλήσει. Ξέρουμε ότι ήταν διασκορπισμένοι παντού και ότι συγκεντρώθηκαν μετά από χρόνια σε ένα ιδιαίτερα μακρυνό γεωγραφικό σημείο. Αν ο τίτλος μετονομάζονταν Όσα παίρνει ο Άνεμος, θα ήταν εξίσου κατάλληλος για την περίπτωση. Η δουλειά τώρα είναι να πέσει ο λόγος της συγγραφέως σε εύφορο έδαφος.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί αντίποδας ενός προηγούμενου βιβλίου της Ιωάννας Λιακάκου, το Για ένα Ρόδο, για ένα Μήλο. Σε εκείνο το έργο, υπαγορεύει πίσω από την προσωπίδα μιας νεαρής μετανάστριας, της Βάσως, τις εμπειρίες, δυσκολίες, πόθους και ευτυχίες που έζησε η μεταναστευτική γενιά μέχρι το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα. Αν, προσκομίζοντας την μουσική ορολογία των πολυφωνικών τραγουδιών του τόπου μας, θεωρήσουμε το έργο αυτό ως κύρια μελωδία του τραγουδιού όλων των ελλήνων μεταναστών, τότες σίγουρα, το βιβλίο Με τον Αέρα και τον Ήλιο αποτελεί ο ισοκράτης που βουίζει υπόκωφα, συνοδεύοντας και δίνοντας ιδιαίτερο φόντο στη ζωή του μετανάστη.

Και αυτό διότι το βιβλίο Με τον Αέρα και τον Ήλιο δεν είναι απλώς ένα διήγημα. Είναι ολόκληρη η ανησυχία και εσωτερικός προβληματισμός μιας γενιάς που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πάει άλλο και ωθείται στην επαναστατική απάρνηση των πατροπαράδοτων, και την φυγή. Η συγγραφέας καταλήγει με ακράδαντη λογική σε αυτό το συμπέρασμα μόλις στο τέλος του βιβλίου:

-Πού έχεις να πας; Πάλι στο Αιγάλεω; Ξέρεις τι εστί Αιγάλεω; Γυφτιά και πείνα.

-         Καλύτερα εκεί.

-         Άντε πήγαινε και γρήγορα θα μας ξανάρθεις όταν σε ζώσει η ανάγκη.

-         Δε θα ρθω. Πήρα απόφαση.

-         Καλά, κάθισε να φάμε και μετά φεύγεις.

-         Όχι, θα φύγω τώρα.

-         Καλά άμα σε ζώσουν οι πείνες θα ξανάρθεις. Πού θα πας...

-         Δεν θα ξανάρθω, θα φύγω.

-         Θα ξανάρθεις παρακαλώντας.

-         Θα φύγω μακριά, μακριά στην Αυστραλία.

Αν λοιπόν θεωρήσουμε ότι το βιβλίο Για ένα Ρόδο για ένα Μήλο είναι το πώς, τότες σίγουρα το παρόν βιβλίο αποτελεί το γιατί.

Το βιβλίο λοιπόν, μας βυθίζει αμέσως, χωρίς εισαγωγές και προετοιμασίες, στον χειμαρρώδη λόγο και στοχασμό της συγγραφέας. Με σπάνια καταδεκτικότητα και ειλικρίνεια, μας φιλοξενεί στο κρανίο της ώστε να καταλάβουμε ποιες ήταν οι συνθήκες, αλλά κυρίως τα αισθήματα που την έκαναν τελικά να αποφασίσει να εκτοπιστεί. Οι σκέψεις αυτές είναι κυκλικές, γυρίζουν, μεταλάσσονται, ξαναέρχονται στην επιφάνεια της συνειδήσεως καθώς και στις σελίδες του βιβλίου,  σαν μία νοητική και λεκτική δίνη νερού και είναι προφανές ότι οι ίδιες σκέψεις προβληματίζουν την συγγραφέα καθώς και ολόκληρη την γενιά της ακόμη και σήμερα, μισό αιώνα μετά από την πρωτοεμφάνισή τους. Αποφάσεις όπως: Θα κάνω το καθήκον μου. Θα βάλω τα δυνατά μου να πετύχω στη ζωή. Να περπατώ στο τίμιο, νάμαι καλή και ωραία, συνόδεψαν και συνοδεύουν ακόμη την πρώτη, μεταναστευτική γενιά.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο όπου πρωτοτυπεί η συγγραφέας, τουλάχιστον για τα αυτοβιογραφικά δεδομένα της Αυστραλίας. Όλοι οι συμπάροικοι οι οποίοι καταπιάστηκαν με την ίδια ιστορική περίοδο επιχείρησαν αυτόν τον άθλο με το σκεπτικό να διαφυλάξουν την μνήμη αυτών στις επόμενες γενεές. Η συγγραφέας όμως, έχει ευρύτερες φιλοδοξίες. Επιχειρεί να δικαιολογήσει στον εαυτόν της καθώς και στην γενιά της, αυτήν την μεγάλη απόφαση που πήρε. Δεν θέλει απλώς να γνωρίσουμε την ιστορία της. Θέλει να την καταλάβουμε και να την νιώσουμε.

Με αυτό το σκεπτικό, ξεφορτώνει το βαρύ φορτίο της σκέψης της επάνω στον αναγνώστη με ειλικρίνεια. Όπως γράφει η ίδια, και αυτό πάλι είναι κύριο χαρακτηριστικό μιας γενιάς που μπούχτισε με τα παραμύθια και την προπαγάνδα εκείνου του καιρού, προτιμώντας των κοινωνικο-ρεαλισμό που αναπτύσσονταν ως λογοτεχνικό κίνημα στις χώρες του Σιδηρούν Παραπετάσματος, ο συγγραφέας πρέπει πάντοτε να γράφει αλήθειες.Καθαρές αλήθειες, γυμνές, χωρίς λογοτεχνικά και γλωσσικά μπιχλιπίδια.  Είναι άκρως συγκινητικό καθώς και στίγμα της γενιάς της ότι η συγγραφέας επιμένει στην εξακρίβωση της αληθείας, τη στιγμή που οι μεταγενέστερες γενιές αμφισβητούν ακόμη και την ύπαρξη του όρου. Και πάλι αποδεικτικό της ειλικρίνειας της συγγραφέας είναι το γεγονός ότι αν και συμφωνεί με τα προλεχθέντα, προσθέτει ότι ο συγγραφέας ποτέ δεν τα αποκαλύπτει όλα. Προσλαμβάνει το ρόλο της φίλης, η μέλους της οικογένειας και αποκαλύπτει αρκετά ευαίσθητα σημεία των εμπειριών της και τη νεανικής της ζωής, που υπό άλλες συνθήκες, δύσκολα μοιράζονται με άλλους, είτε επειδή είναι τραυματικές, είτε επειδή είναι προσωπικές. Κατ ανταλλαγή όμως, ζητά την συμπαράστασή μας. Αυτή η στάση εγγύτητας που κρατά η συγγραφέας απέναντι στο αναγνωστικό της κοινό, μας τιμά ιδιαίτερα.

Για την συγγραφέα, οι λόγοι μεταναστεύσεώς της δεν είναι περίπλοκοι. Δια μέσω αυτών όμως, θα αντικρύσουμε μία φθίνουσα κοινωνία με αρχές που έχουν σαπίσει και που υπάρχουν όχι ώστε να διατηρούν την συνοχή μεταξύ ανθρώπων, αλλά ώστε να τους καταπιέζουν, ασφαλίζοντας περισσότερο με αυτόν τον τρόπο, την εξουσία των παλιών. Πρόκειται για μια κοινωνία που δεν επιτρέπει στον φτωχό και τον αδύναμε να έχει όνειρα και που κατά συνέπεια, τον πληγώνει, όσο και να προσπαθήσει να το ξεπεράσει, που προσπαθεί να του επιβάλλει τη μοίρα του με το ζόρι:

Πάει κι αυτό, σβήστηκε κι αυτό το όνειρο. Πέρασε το σφουγγάρι από πάνω. Έμεινε μέσα στην πλάκα της καρδιάς μια γρατζουνιά που πονάει ακόμα και τώρα. Έμεινε ένα θολό σύννεφο, σαν εκείνο που έμεινε στην πλάκα μας στη πρώτη δημοτικού. Τότε που σβήναμε και ξαναγράφαμε και δεν ξέραμε τα καημένα ότι το ίδιο θα κάναμε σ΄όλη μας τη ζωή κι η πλάκα της καρδιάς μας θα γιόμιζε γρατζουνιές και θα θόλωνε τ ονειρό μας, τότε που είμαστε ανυποψίαστα. Τούτο για μένα αποτελεί το πιο σημαντικό κομμάτι του έργου.

Η συγγραφέας είναι φτωχή και αδύναμη επειδή ανήκει στο θηλυκό γένος. Εντυπωσιάζουν οι φεμινιστικές επισημάνσεις. Η Ελλάδα του πενήντα είναι ανδροκρατούμενη και πατριαρχική, μία Ελλάδα όπου οι γυναίκες είναι σκλάβες των ανδρών τους και τα κορίτσια συναλλάσσονται για προίκα. Για δείτε πώς παρουσιάζει την μητέρας της: Η μάνα δεν μίλαγε. Μόνο έβαζε το χέρι στο σαγόνι της και έμεινε αμίλητη για ώρες και κοίταζε πέρα μακριά, σαν κάτι να ψαχνε. Κι όλο αναστέναζε, αναστέναζε.. Ασθενή φύση, ρόλος της είναι να κρατά το στόμα της κλειστό, και να κρατά το νοικοκυριό. Η μάνα, μας λέει, καλά, τότε ελάχιστες γυναίκες δούλευαν. Άλλωστε ο πατέρας ήταν τέτοιος που προτιμούσε να πεθάνουμε όλοι από την πείνα, παρά να πάει η γυναίκα του στο μεροδούλι. Τέτοια ήταν τα μυαλά του. Άλλες γειτόνισσες πάντως πήγαιναν κι η μάνα λαχταρούσε να πάει στου Κλωνή να δουλέψει το σταφύλι. Δεν την άφηνε.

Η κόρη της όμως, όπως λέει και το τραγούδι, δεν συμορφώνεται προς τας υποδείξεις. Ζητά κάτι παραπάνω από την ζωή της, κάτι που το ανδρικό φύλο, προσοποιημένο από τον πατέρα τη, θα προσπαθήσει να της το στερήσει Την ανωτέρα μόρφωση. Δείτε πώς εξελίσσεται η σκηνή:

Που ακούστηκε τα κορίτσια να παρατάνε το σπίτι τους και να πηγαίνουν στην Αθήνα για σπουδές. Εκτός αυτού δεν έχουμε δεκάρα. Καλό και λογικό είναι να κοιτάξω για καμιά δουλίτσα. Θα βρεθεί κι ένα καλό παιδί και θα πάω κι εγώ στη σειρά μου. Αυτή είναι η ζωή και η θέση των κοριτσιών.

-         Μα πατέρα τότε γιατί μ έστελνες στο γυμνάσιο;

-         Το γυμνάσιο είναι εδώ στον τόπο μας. Ούτε τίποτε έξοδα έχεις. Στ αλήθεια εγώ ποτέ δεν το επιδίωξα, η μάνα σου, η αδελφή σου η μεγάλη και η δασκάλα σου με κατάφεραν με το πες-πες.

-         Α! Έτσι είναι, καλά λοιπόν πατέρα, κατάλαβα.

Η πρωταγωνίστρια του δράματος δεν το βάζει κάτω. Έχει απέραντη τον πόθο της δημιουργικότητος μέσα της. Θέλει να δουλέψει, να εξελιχθεί και να βελτιωθεί, να αποκτήσει το κύρος που της λείπει λόγω τη οικονομικής κατάστασης της οικογένειας της, που την καθιστά, σε εκείνη την κοινωνία τουλάχιστον, τέκνο ενός κατώτερου θεού: Δείτε πώς μεταφέρει με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία, το ειρωνικό της υπόθεσης:

Να ένα καλό κορίτσι, έλεγαν οι συμπολίτες μου... Καλό κορίτσι, ήσυχο, υπάκουο, νοικοκυρεμένο. Σέβεται τους γονείς του και την κοινωνία. Σπρώχτε το όσο μπορείτε, περιφρονείστε το, κλοτσάτε το. Μη φοβόσαστε τίποτε και κανέναν. Κανείς δε νοιάζεται για τέτοια παιδιά. Γιαυτό, μόλις πέρναγα από τη γειτονιά, με χαιρετούσαν μελιστάλαχτα και συμπονετικά.

-Καλημέρα, τι κάνεις παιδί μου; Δε σπούδασες. Δε βρήκες δουλειά. Έρμη φτώχεια. Κακόμοιρα παιδιά. Κρίμα στα νιάτα. Άει στο καλό παιδάκι μου. Ο Θεός μαζί σου.

Πριν στρίψω στη γωνία λέγανε άλλα μεταξύ τους. Α! Ευτούνη; Είναι του κυρ Παναγιώτη. Φτωχή και δυστυχισμένοι. Αλλά βλέπεις στολίδι; Στολίδι και φαντασία. Λες και είναι πριγκιπέσα. (Μία από τη αλήθειες που μας ανακαλύπτει η συγγραφέας στο βιβλίο είναι ότι ήταν νοστιμούλα στα νιάτα της όχι βέβαια ότι της εξέλειψε το χάρισμα για να μην παρεξηγηθούμε δηλαδή, όχι τίποτε άλλο) Δεν κοιτάνε τα χάλια τους. Καλή ήτανε στο σχολείο, αλλά ο φτωχός πρέπει να ξέρει τη φτώχεια του, τι τα θέλει τα γράμματα; Πού ακούστηκε να μην έχεις πανωφόρι και να θες σκουλαρίκια. Α, να μου χαθούνε οι άχρηστοι, οι φαντασμένοι! Κι αυτοί που τα λεγαν όλ αυτά δεν ήσαν τίποτα άρχοντες, όχι άνθρωποι νοικοκυραίοι, που είχαν ψωμί στο τραπέζι τους κι τυρί στο ντουλάπι τους.

            Δυστυχώς παρόμοιες σκέψεις εκφράζονται ακόμη και εδώ στην παροικία μας σήμερα και αυτό προσδίδει μία διαχρονικότητα και αμεσότητα στα λόγια της συγγραφέως.

Είναι χάρη σαυτήν την κακομεταχείρηση, που αναπτύσσεται ραγδαίως η κοινωνική συνείδηση της συγγραφέως και της δίνει τη δύναμη να παλέψει για το δίκιο της:

            Έβλεπα ότι παίζεται άδικο, θλιβερό και σαγηνευτικό παιχνίδι. Οι πλούσιοι και οι δυνατοί καλά την είχαν. Αλίμονο στους φτωχούς, στους μαλακούς. Ουαί τοις ηττημένοις που έλεγαν οι αρχαίοι μας. Κάποιες στιγμές μόνον. Μετά ξανάπεφτα σε πλήρη άγνοια. Ο κόσμος μ έσφιγγε, μ έπνιγε εμένα, εμένα το μικρό κι ατίθασο καλόπαιδο, που είχα την αναίδεια και την αυθάδεια να θέλω να τον καταλαβαίνω και να ζητάω και μερτικό.

Η συγγραφέας, το δέντρο αυτό το ατίθασσο που αξιώνει να θεριέψει στις πέτρες και στα λιθάρια θεωρεί ότι στον τόπο της, οι νόμοι της φύσεως αντιστρέφονται εναντίον της, αντί όπως θα περίμενε κανείς, να την βοηθούν. Αυτό είναι άκρως αφύσικο και υπογραμμίζει το μέγεθος της αδιεξόδου στην οποία βρίσκεται η συγγραφέας. Ο τρόπος με τον οποίο μας μεταφέρει αυτή την αίσθηση της ελληνικής δυστοπίας είναι πρωτότυπος και αξιοσημείωτος:

            Η φύση άκαρδη, γιγάντια και άσπλαχνη ζήταγε να με μηδενίσει με τις προσταγές της, μου βαζε δύσκολα και απαιτούσε από μένα να λύνω Γόρδιους δεσμούς κι να εκτελώ του άθλους του Ηρακλή. Αλλιώς μου λεγε θα σε καταποντίσω στα Τάρταρα, δεν αξίζεις μια πεντάρα, δε σου χαρίζομαι. Με πρόσταζε και με αποβλάκωνε με τις τόσες της απαιτήσεις. Εγώ έκανα τη χαζή, για να μη κάνω τίποτα, να μη μου ζητάνε τίποτα. Η φύση αγαπάει τα πλάσματά της κι όταν είναι ανάξια παιδιά τα σιχαίνεται και τα καταπίνει η γη, να μη φαίνονται και τη ντροπιάζουν. Ήμουν ανάξιο παιδί της φύσης και με πολέμαγε με σκοπό να με δυναμώσει ή να απαλλαγεί από μένα.

            Σε αυτήν την παράλογη κοινωνία, είναι ευνόητο ότι οποιαδήποτε θηλυκή του γένους επιχειρούσε να αλλάξει τα δεδομένα, θα καταπολεμούνταν σφοδρότατα από την ανδροκρατία. Στην προκειμένη περίπτωση, μεσολαβεί ο πατέρας της να της στερήσει τις αξιώσεις της για δουλειά, το κλειδί κατ αυτήν της αξιοπρέπειας, ώστε να υποδείξει την κατώτερη θέση που της ανήκει. Ο τρόπος που της φέρνεται όταν κρυφά από αυτόν και παρακούγοντας την εντολή του η πρωταγωνίστρια καταφέρνει λόγω της ιδιοφυΐας της, να πιάσει δουλεία ως νοσοκόμα, είναι αρκετά βίαιος. Η συμπεριφορά του αυτή καθώς και η προσήλωσή του στους κοινωνικούς τύπους δεν τον επιτρέπει να δει την κόρη του ως άνθρωπο με αισθήματα. Τελική και τραγική συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς και της απαγόρευσης να βρει δουλειά η κόρη του είναι η μετανάστευσή της.  Ας συγκρίνουμε λοιπόν την πρώτη φορά που έπιασε δουλεία στον τρύγο, με τη δεύτερη, όπου προειδοποιημένη πια, γίνεται νοσοκόμα. Προσέχουμε την προοδευτική φύση και τον δυναμισμό της συγγραφέως εν συγκρίση με τον πατέρα της, διότι μέσα σ αυτές τις παραγράφους εξελίσσεται όλο το δράμα της μεταπολεμικής κοινωνίας, ιδίως για το γυναικείο φύλο, με όλες τις ψωροπεριφάνειες και φαρισαισμούς της:

Με άδειοστομάχι τι να καταλάβεις πέρα από την πείνα σου; Λοιπόν, τώρα το καλοκίρι θα πάω στο τρύγο του σταφυλιού. Θα πιάσω λεφτά, θα πάω, πήρα την απόφαση. Μην σας φαίνεται παράξενο που λέω πήρα την απόφαση. Μην σας φαίνεται παράξενο που λέω πήρα την απόφαση. Πράγματι χρειάζοταν να παρθεί η απόφαση. Εκείνα τα χρόνια και σε κείνα τα μέρη όσοι ήξεραν πέντε αράδες γράμματα δεν έπρεπε να καταπιάνονται με οποιαδήποτε δουλειά. Έπρεπε, λέει να κρατούν την θέση τους. Εθεωρείτο ντροπή μεγάλη και πτώση για έναν τελειόφοιτο γυμνασίου να ασχολείται με χειρωνακτικές εργασίες. Να οι αρχαίοι μας, να ο Πλάτωνας. Αν σκεφθείτε και τον πατέρα μου και τις ιδέες του... Φαίνεται ότι κι εγώ θα ήμουν ποτισμένη με τέτοιες ιερές παραδόσεις και συνήθειες κι έπρεπε να βάλω μεγάλη δύναμη, για να πάρω τέτοια απόφαση. Πολλές φιλενάδες μου και γνωστές μου, ακόμη να πάρουν την απόφασή τους, κι ακόμη ρεμβάζουν και οικτίρουν την τύχη τους. Ποιος ξέρει; Όλα είναι πιθανά. Πολλές φορές ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, ούτε τον κυβερνάει. Κυβερνιέται από συνήθειες, από συμβατικότητες, τον παρασύρει και το ρεύμα του συρμού. Όμως εγώ πήρα απόφαση ν αλλάξω ζωή. Θα είναι ουτοπία να περιμένω ν αλλάξει ο κόσμο, να γίνει δίκαιος κι να αναγνωρίσει την αξία μου! Όσοι το ονειρεύτηκαν έχασαν τη ζωή τους. Κι εγώ αγαπούσα τη ζωή, ήθελα να ζήσω! Θα πιάσω δουλειά, είπα, οποιαδήποτε δουλειά. Θέλω να ζήσω και κανείς δε ζει χωρίς να τρώει. Θέλω ν ζήσω! Είπα στον εαυτό μου και ξεκίνησα

Βλέπουμε λοιπόν με πόσο πάθος και σπουδή ξεχύνονται οι σκέψεις της συγγραφέως με τόση φυσικότητα στη σελίδα. Και να η συνέχεια μόλις πιάνει δουλειά στο νοσοκομείο:

 Την επόμενη εβδομάδα αγρίεψε και μου δήλωσε ότι θα ρθει στο νοσοκομείο να μ αρπάξει απ τα μαλλιά να με ρεζιλέψει τελείως. Δεν έδωσα σημασία, ώσπου μια μέρα η μάνα με δάκρυα με παρακάλεσε να την ακούσω και να τα παρατήσω, γιατί ο πατέρας μου ήταν έξω φρενών και ικανός να με σκοτώσει... Και μετά, δέχεται άμεσες απειλές:

Τόλμησε και σου κόβω τα πόδια. Είσαι παιδί μου και σε κυβερνάω.

Ακόμη και σήμερα υπάρχει αυτή η αντίληψη σε πολλές οικογένειες της παροικίας. Αλλού, η συγγραφέας θα σκεφθεί: Θέλουν τα παιδιά τους υπό τας διαταγάς τους επ αόριστον, αν ήταν δυνατόν, όσο κρατάει η ζωή τους. Θέλουν να νομοθετούν. Ευτυχώς, η αντίληψη αυτή, όπου επικρατεί, προέρχεται από αγάπη κι όχι από την αίσθηση ότι το παιδί, ιδίως το κορίτσι είναι ένα αντικείμενο που φυλάγεται προσεκτικά για να μην χαλάσει. Η συγγραφέας μελετά βαθιά την ψυχοσύνθεση της γενιάς εκείνης που επέβαλε τόσα εμπόδια στην πρόοδο της και με πίκρα διαπιστώνει της ασυνέπειες που υπάρχουν σ αυτήν. Μιλούμε εδώ για μία κοινωνία του παράλογου:

Ο πατέρας μου ήταν κολλημένος στις παλιές αρχές και δεν εννοούσε, για τίποτε στον κόσμα, να μας αφήσει να καταπιαστούμε με κάτι που θεωρείτο όχι κατάλληλο για ένα σοβαρό και υπερήφανο άτομο. Είχε περίεργες αντιλήψεις για τη σοβαρότητα και την υπερηφάνεια. Σχεδόν καμιά δουλειά δεν ήταν κατάλληλη για τα κορίτσια του. Υπήρχε πάντα ο φόβος, εκεί στον τόπο της δουλειάς να γνωριστούν με άνδρες και να ξετσιπωθούν, έλεγε. Τα κορίτσια είναι το σπίτι, έλεγε. Μόνο όταν έσφιγγαν πολύ τα οικονομικά, τότε μας άφηνε να πάμε στον τρύγο, στο λεμόνι και σε τέτοιες προσωρινές δουλειές. Πώς τα ταχτοποιούσαν αυτά τα αταίριαστα μες στο νους τους, δεν ξέρω. Όπως ποτέ μου δεν κατάλαβα, πώς αυτοί οι ίδιοι γονείς που δεν μας άφηναν να βγούμε από την πόρτα, μας άφησαν και ήρθαμε στην Αυστραλία, στην άκρη του κόσμου, στην άλλη τη μεριά της γης, μόνα μας κι έρμα να βρούμε την τύχη μας. Πώς έγινε αυτό; Πώς το έκαναν αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, οι τόσο αυστηροί σε ζητήματα ηθικής και περιορισμού, όσον αφορά τα κορίτσια τους;

            Το θέμα του γάμου και των διαπροσωπικών σχέσεων επίσης απασχολεί μεγάλο μέρος του βιβλίου. Από την σκοπιά μιας πλέον απελευθερωμένης κοινωνίας, η οποία προσφέρει αμέτρητες, ακόμη και αφύσικες επιλογές στον ερωτικό τομέα, ξεχνούμε πόσο περιορισμένοι ήταν οι νέοι σ αυτόν τον τομέα εκείνον τον καιρό. Η ίδια η συγγραφέας μας δίνει συγκεχημένες απόψεις και ιδέες όσον αφορά το θέμα αυτό. Ένα είναι σίγουρο όμως. Αρνείται να προσκολληθεί στην ιδέα ότι ο έρωτας και ο γάμος είναι κάτι που αγοράζεται με ανταλλαγή προίκας, χωρίς την μεσολάβηση κανένα απολύτως συναισθήματος. Η ίδια μας εξομολογείται:

Έτσι δεν έλεγαν; Τα κορίτσια πρέπει να παντρεύονται. Περίμενα κάτι, όχι με χαρά, σχεδόν με θλίψη. Κάποια μέρα κατάλαβα ότι δεν παντρεύεται κανείς, γιατί δεν έχει τι να κάνει. Δεν παντρεύεται έτσι, δεν πρέπει να παντρεύεται έτσι. Παντρεύεται γιατί θέλει α παντρευτεί. Μήπως ήθελα κι εγώ; Είχα κι εγώ μια αγάπη σαν όλες τις νεανικές καρδιές, την έσβησα απ την καρδιά μου, γιατί έπρεπε να τη σβήσω, γιατί δεν άξιζε μια πεντάρα, τσακιστή. Αυτός ο κ΄ποιος κύριος, είπε σε μένα την ίδια, ότι είμαι πονηρή και ότι το βαλα στο νου μου να τον τυλίξω. Ότι εγώ καλά κάνω, γιατί είμαι γυναίκα και κοιτάω τη  δουλειά μου, αλλά αυτός είναι άντρας και δεν τυλίγεται. Έτσι μου το πε  και ήμουν είκοσι χρονών και ήμουν όμορφη, και καλόκαρδη και μου σπασε την καρδιά. Βλέπεις ήμουν φτωχοκόριτσο, μετά το θυμήθηκα.         

Εκτός των ορίων της οικονομικής συναλλαγής, οι γυναίκες της ανδροκρατούμενης αυτής κοινωνίας έχουν μόνο μία χρήση. Η συγγραφέας περιγράφει με λεπτότητα αλλά και χωρίς συναισθηματισμούς την χρήση αυτή, εφόσον προέκυψε από  συζήτηση που έκανε με έναν ηλικιωμένο:

Μια μέρα, εκεί που χαριεντιζόσαντε τα κορίτσια με τ αγόρια, κάποιος ηλικιωμένος είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Ε, εσείς τα παλικάρια, έχετε το νου σας μη  σας μπλέξουν οι κοπελούλες. Οι γυναίκες θέλουν να παντρεύονται αλλά εσείς μη μπλεχτείτε. Οι λεβέντες τρυγάνε τον ανθό και δεν πιάνονται. Το νου σας θα σας μπλέξουν σε παντρειές.

Τότε εγώ πετάχτηκα! Ελάχιστες φορές στη ζωή μου κατόρθωσα να σιωπήσω όταν έβλεπα ή άκουγα άδικα και ανόητα. Το στόμα μου ανοίγει μόνο του και λαλάει, άνοιγε τότε, τώρα κάπως τα καταφέρνω, τα γράφω .

-         Και δεν μου λες μπάρμπα, του κάνω, αφού τα αγόρια δεν πρέπει να παντρεύονται, με ποιους θα παντρευτούν τα κορίτσια; Πώς θα γίνουν τα σπίτια και τα παιδιά;

-         Αυτό κοπέλα μου, είναι δικιά σας στενοχώρια.

-         Δηλαδή, μήπως θα προτιμούσες να κάνουμε νόθα ή εκτρώσεις;

-         Βρε κοπέλα μου, δεν ντρέπεσαι να μιλάς έτσι; Πάει, χάθηκε το σέβας.

Αυτός ο θολός προσδιορισμός των ρόλων των δυο φύλων είναι κάτι τοάδικο που δεν μπορεί να το ανεχτεί η συγγραφέας. Θέλει τον γάμο, θέλει παιδιά αλλά θέλει να γευτεί τον έρωτα. Όμως, η σεμνοτυφία και υποκρισία της κοινωνίας δεν της επιτρέπουν να χαρεί αυτά τα ορόσημα στην ζωή ενός ανθρώπου. Ενώ θέλει να ερωτευθεί, από την άλλη δεν μπορεί πλέον να εμπιστευθεί τους άντρες, εφόσον τόσο εύκολα παραβαίνουν τους κανόνες που έθεσαν οι ίδιοι, μόνον και μόνον για πάρτυ τους:

Αυτός αγαπούσε τις γυναίκες, του άρεσαν. Οι γυναίκες ας έχουν το νου τους. Αυτός δεν έχει τίποτε να φοβηθεί. Άνδρας είναι. Έτι έλεγαν. Έτσι έλεγε κι η μάνα μου η καημένη, έτσι την είχαν μάθει. Άνδρας είναι, καβαλάρης, δεν έχει ανάγκη. Οι γυναίκες ας φροντίσουν για την τιμή τους. Περίεργα πράγματα, πολύ περίεργα για ένα κορίτσι που κοιτάει τ άστρα, για ένα μικρό κορίτσι που κάνει βήματα στον κόσμο, για ένα κορίτσι που κοιτάει ν ανοίξει δρόμο, για ένα κοριτσάκι ερωτευμένο...

Είναι ένας λογισμός που προβληματίζει την συγγραφέα συνεχώς κατά τη διάρκεια του βιβλίου. Νιώθει αδύναμη και αυτό την ωθεί να κάνει την επανάστασή της, όπου αρνείται τις επιβεβλημμένες αρχές της εποχής, ενώ έμμεσα δέχεται υποσυνείδητα ορισμένες προϋποθέσεις για την φύση της γυναίκας ως πιο αδύναμη. Αυτό είναι ένα σημαντικότατο σημείο του βιβλίου διότι είναι αυτή η απόρριψη των συμφραζομένων που θα επιτρέψει την συγγραφέα κι χιλιάδες άλλα άτομα της ίδιας μοίρας να προετοιμαστούν ψυχολογικά για την αποκοπή από το περιβάλλον τους και την μετανάστευση. Το οξύμωρο της υποθέσεως είναι ότι ενώ φεύγουν απορρίπτωντας πολλά από τα κοινωνικά στοιχειά που τους περιβάλλουν, οι μετανάστες αυτοί θα προσσπαθήσουν σε αυτή την χώρα, ιδίως τα πρώτα χρόνια να δηλώσουν μία φανατική προσκόλληση στα έθιμα που άφησαν πίσω στην πατρίδα. Λέει λοιπόν η συγγραφέας για την λογική της αδιέξοδο:

Οι γυναίκες πρέπει να φροντίζουν για την τιμή τους, αυτό υπονοεί να μην έχουν προγαμιαίες σχέσεις με το άλλο φύλλο, ούτε σχέσεις έξω από το γάμο. Οι άνδρες, όσο πιο πολλές τέτοιες σχέσεις έχουν, τόσο πιο άνδρες είναι και ανεβαίνουν τα ποσοστά τους μέσα στον κοινωνικό τους κύκλο. Πώς οι γυναίκες θα κρατηθούν έντιμες αφού οι άνδρες έχουν ανάγει σε σπόρ τον έρωτα, προγαμιαίο και εξωσυζυγικό;

Οι γυναίκες, όπως είναι φυσικό όταν φτάσουν στην ωρίμανση ποθούν τον άνδρα. Αφού δεν μπορούν να τον παντρευτούν, χαίρονται μαζί του ελεύθερα. Τότε επεμβαίνει η κοινωνία η ανδροκρατούμενη και ανδροδιδαγμένη και τις λέει ανήθικες και τέτοιες και αλλιώτικες.

Τι να κάνουν οι γυναίκες, πείτε σεις, τι να κάνουν; Πώς ν αντέξουν, που τις θέλουν δούλες ή στην καλύτερη περίπτωση γλάστρες ή κούκλες για να καμαρώνουν οι κάτοχοί τους; Όπως έχουν τα πράγματα το πιο λογικό που έχει να κάνει ένα αξιοπρεπές θηλυκό πλάσμα είναι η αυτοκτονία.

Ευτυχώς, οι γυναίκες δεν ζουν με την λογική, ζουν με το συναίσθημα, αγαπούν τη ζωή και τα παράξενά της.  Ευτυχώς οι γυναίκες είναι τρελούτσικες και υπομονετικές. Γίνονται τέτοιες με τον καιρό για ν αντέξουν, είναι και λίγο ονειροπόλες....

Αλλού θα πει για το αρρωστημένο της περίγυρο που δεν επιτρέπει τίποτε αγνό να ανθίσει:

Ο ένας λέει τις ερωτοδουλειές του αλλουνού. Δεν μπορεί εκεί ν ανθίσει έρωτας και να μην βρωμίσει. Τ άκουγα και τα βλεπα όλ αυτά και κάποια στιγμή σιχάθηκα τους άνδρες και τις γυναίκες και τις σχέσεις τους όλες, κρυφές κι φανερές. Όχι γιατί έκαναν έρωτα και συναντιόντουσαν τα βραδάκια στα στενά, αλλά γιατί έλεγαν ότι αυτό είναι κακό κι αμαρτία απγορευμένη....Ο Έλληνας θέλει να πάρει για γυναίκα του μικρή κοπέλα, παρθένα και με καλή προίκα. Το ήθος, η εμφάνιση και η νοημοσύνη κανένα ρόλο δεν παίζουν. Η προίκα έχει τον πρώτο λόγο, τον δεύτερο η παρθενιά. Οποιαδήποτε παρθενιά, ας μας έρχεται από το χειρουργείο..

Αυτή την τεχνική εντιμότητα είναι που δεν μπορεί να ανεχθεί η συγγραφέας αν και όταν θέλει να δείξει ότι υπερβαίνει τα όρια των δεδομένων, αποκαλέι τον εαυτόν της άντρα.

Κατά την διάρκεια της αναζήτησής της για κοινωνική δικαιοσύνη, θα φάει πολλές σφαλιάρες. Θα δελεασθεί και τελικά θα απογοητευθεί από τις τεθριμμένες υποσχέσεις οικείων να της βρουν δουλειά στην Αθήνα, και θα ζήσει την ψωροπερηφάνεια της εποχής όπου ανίκανες και εγωϊστριες γυναίκες εκμεταλλεύονται την καλή θέληση των επαρχιωτών ξάδελφων τους ώστε να κάνουν όλες τις δουλειές του νοικοκυριού, για να παίζουν αυτές τις κυρίες. Θα γνωρίσει επίσης την άκρα ταπείνωση να  μην την υποστηρίζει κανείς όταν έρχεται αντιμέτωπη σε τέτοια εκμετάλλευση, αλλά να της λένε να σκύβει το κεφάλι.

            Αν ο προβληματισμός και η εσωτερική αναζήτηση της συγγραφέως είναι για αλήθεια και καλοσύνη, αυτό εκφράζεται εντονότατα στην περιγραφή της στριφνής, καλοπιασμένης αλλά τσιγγούνας εν συγκρίσει με την καλοπροαίρετη, γεναιόδωρη γειτόνισσα, που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς την φωνάζουν πόρνη και την απογορεύουν να έχει συναναστροφές μαζί της. Και πάλι την βλέπουμε να δυανύει τους διαδρόμους του παράλογου.

            Καθώς εξελίσσεται ο εσωτερικός μονόλογος της συγγραφέας, που άλλωστε είναι κι η βασική υπόθεση του έργου, παρατηρούμε που και που να χρησιμοποιεί έντονο ποιητικό συμβολισμό, που εντείνει την φορτισμένη συναισθηματική ατμόσφαιρα. Θα το προσέξετε αυτό ιδιαίτερα στο σημείο εκείνο όπου η γειτόνισσα της την καλεί να αεροβαπτίσει το ετοιμοθάνατο μωρό της. Συμμεριζόμαστε απολύτως το σάστισμα και τον δισταγμό της συγγραφέως. Πώς μπορεί αυτή, ένα πλάσμα που δεν χει να χαρίσει αιώνια ζωή σε ένα πλασματάκι το οποίο ούτε που το θέλει η μητέρα του; Μήπως όλα αυτά τα έθιμα είναι όπως υποδηλώνει και η λέξη η ίδια, αερολογίες; Αυτό θα υπογραμμιστεί κι πάλι όταν θα δηλώσει η συγγραφέας ότι πνίγεται με τα λιβάνια και τα κεριά της εκκλησίας όπου οι φτωχοί, άσχετα από τα κηρύγματα, δεν έχουν καμία θέση. Η συγγραφέας, καθώς και η γενιά της δεν θα συνετιστεί με την υπόσχεση του ουρανίου παραδείσου ώστε να ανεχτεί την εκμετάλλευση. Θα απαιτήσει τον επίγειο παράδεισο. Πάει έφυγε το μικρό πλασματάκι, το πρώτο μου βαφτιστηράκι. Η φύση το γέννησε, έτσι για να κάνει το γούστο της και η ίδια το ξερίζωσε από αδιαφορία και σκληράδα. Έτσι κάνει για όλα της τα παιδιά.

            Η άφιξη της συγγραφέας στην Αθήνα επίσης αποτελεί ορόσημο. Διότι η ανικανότητά της συγγραφέως να πετύχει στον επίσης παράλογο και καταπιεστικό κοινωνικό περίγυρο της Αθήνας, όπου ο μόνος τρόπος να προοδέψει είναι να δελεάσει κάποιον ηλικιωμένα άντρα να την παντρευτεί ώστε να της εξασφαλίσει μια ομαλή και άνετη ζωή, την ωθούν να καταλήξει στο εξής συμπέρασμα: Δεν είναι αρκετά να φύγει από το χωριό της ώστε να ζήσει. Ολόκληρη η Ελληνική κοινωνία είναι σφαλμένη και δεν προσφέρει καμία ελπίδα για ζωή στην συγγραφέα. Δεν απαιτείται μόνον η εκτόπιση της από τον χωριό της αλλά από την χώρα της ολοκληρωτικά.

Θα γράψει:

Στο δρόμο της επιστροφής έτρωγα τις άκρες από τη φραντζόλα και πικρογέλαγα με τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Αχ! Πόσο διαφορετική την είχα φανταστεί την Αθήνα και τους Αθηναίους. Πιο ανώτερη και από την Ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα, η οποία βέβαια δεν είναι καθόλου ιδανική αλλά τότε στα παιδικά μας μάτια και στα παιδικά αθώα μυαλά μας ένας σοφός Πλάτωνας δε μπορούσε παρά να είχε την Ιδανική του Πολιτεία πραγματικά ιδανική.

Είχα κι εγώ την Αθήνα μου, την ιδανική μου Αθήνα, την Αθήνα των μαθητικών μου χρόνων, της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας, της Γεωγραφίας, την Αθήνα των Ονείρων μου. Αυτή η Αθήνα ήταν μια ονειρεμένη πολιτεία ήταν ακριβώς μια πολιτεία της φαντασίας.

Τούτη εδώ μπροστά μου φάνταζε σωστό τέρας και αυτοί εδώ οι κακόμοιροι φτωχοί μοιάζαν σαν εκτρώματα, σαν εκείνα τα παιδιά στη γωνιά του δρόμου που γεννήθηκαν με κουσούρια.

Αυτά παθαίνει όποιος έχει αχαλίνωτη φαντασία. Στη δική μου την Αθήνα δεν είχαν καμιά θέση τούτα τα τσόφλια, τα σκουπίδια, οι βρωμιές, τα βρωμόνερα, η μιζέρια, η κακομοιριά, η φτώχεια, η πείνα, η ντροπή.

Παίρνει των ομματιών της λοιπόν, και φεύγει, αναζητώντας τον δικό της τόπο κάτω από τον Ήλιο.

           

Οφείλω να ομολογήσω ότι ως αυστραλογεννημένος έλληνας, πότε δεν ένιωσα τόσο κοντά σε αυτούς τους πρωτοπόρους προγόνους μου  όσο μετά που διάβασα το Με τον Αέρα και τον Ήλιο διότι η Ιωάννα Λιακάκου διακατέχεται από την σπάνια ιδιότητα που πραγματικά σηματοδοτεί τον άξιο συγγραφέα: το να μπορεί να μεταφέρει τον αναγνώστη στον τόπο και χρόνο που περιγράφει. Εδώ το βιβλίο έχει πολλά να προσφέρει στον νέο και κατανυκτικό αναγνώστη. Η περιγραφή του φυσικού τοπίου, ζωντανεύει την παλιά ζωή του χωριού υπό την πέννα της συγγραφέως. Από αναγνώστες, χάρη σε αυτή την εικονοπλαστική δύναμη, γινόμαστε θεατές, θεατές τις καθημερινότητος, των ταξικών και κοινωνικών συνθηκών και είμαστε σε άριστη θέση εμείς που δεν τα ζήσαμε τα γεγονότα αυτά, να καταλάβουμε ακριβώς τα πλαίσια της ιστορίας, όχι μόνο του βιβλίου αλλά όλων μας.

Ο Vernon Renard είχε γράψει παλιά για τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα Γκόρκυ, ο οποίος επίσης έγραψε για τα παιδικά του χρόνια, ότι η γραφή του έμοιαζε με φωτογραφία η οποία με μεγάλη ακρίβεια διασώζει ακριβώς τις συνθήκες και τον αισθηματικό κόσμο του καιρού του. Το ίδιο θα έλεγα χωρίς δισταγμό για την συγγραφέα.

Αυτό λοιπόν που πραγματικά μας αφήνει η Ιωάννα Λιακάκου και όταν λέω εμάς, εννοώ τις μετέπειτα γενιές, είναι μία διαθήκη, η οποία εμπεριέχει την πλούσια κληρονομιά μας, που δεν είναι τίποτε άλλο από τον μόχθο και τον πόνο των εκτοπισμένων προγόνων μας. Μέσα από τα βιώματα και τα παθήματα αυτών των ανθρώπων όπως διασώζονται και παρουσιάζονται στο παρόν βιβλίο, καλούμεθα να επανεξετάσουμε και να θεωρήσουμε την προέλευση και το νόημα της ζωής μας. Και δεν περικλείει τον στενό οικογενειακό  ή φυλετικό της κύκλο σε αυτήν την αξίωσή της, αλλά δίδει στο μήνυμά της μία απέραντη οικουμενικότητα.

Δεν ήθελα να σας μυήσω περισσότερο στα συναρπαστικά περιεχόμενα του βιβλίου,  άλλωστε θα τα διαβάσετε οι ίδιοι και αυτό σας το εγγυούμαι διότι δεν θα επιτραπεί η έξοδος από την αίθουσα αυτή σε όσους δεν έχουν προμηθευτεί  το βιβλίο. Απλώς ως κατακλείδα, ήθελα να επισημάνω το έξης:

Κυκλοφορούν πάμπολλες αυτοβιογραφίες στον στενό μας λογοτεχνικό χώρο, οι οποίες λίγο πολύ καταπιάνονται με τα ίδια θέματα την μεταπολεμική περίοδο και την μετανάστευση. Όλα αυτά τα έργα είναι ύψιστης σημασίας διότι η Αγγλο-σαξωνική μονόπλευρη ιστοριογραφία και μυθοπλαστική σχεδόν αγνοεί τους κοινωνικούς λόγους για τους οποίους οι εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από την γενέτειρα τους. Η Ελληνο-Αυστραλιανή λογοτεχνία αγνοεί τους ψυχολογικούς λόγους, μάλλον ε΄πειδή οι πληγές αυτές δεν έχουν κλείσει ακόμη. Με αυτόν τον τρόπο αποσιωπούνται τα βαθιά τραύματα που υποβόσκουν στις ψυχές ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Όπως αποδείχνει η συγγραφέας, δεν θέλει και πολύ για να ξυστούν αυτές οι πληγές και οι γνωστικοί και πεφωτισμένοι κυβερνήτες οφείλουν να έχουν βαθιά γνώση αυτών των συνθηκών. Άλλωστε αυτά τα γεγονότα αποτελούν διαμέσου της μετεμφύτευσης και του ανθρωπίνου μπολιάσματος, αναπόσπαστο κομμάτι της Αυστραλιανής ιστορίας.

            Παράλληλα αποτελούν γέφυρα η οποία γεφυρώνει το χάσμα των γενεεών και κάνει το βίος των προγόνων πιο προσιτός, πιο ανθρώπινος και λιγότερα σε μορφή κηρύγματος για τις επόμενες γεννές. Και αυτό ίσως είναι το πιο σπουδαίο αποτέλεσμα από όλα.

            Όλα αυτά τα έργα πρωτοτυπούν. Αλλά αυτό που πρωτοτυπεί στην περίπτωση της συγγραφέως είναι η τελείως πρωτοποριακή  δομή που ακολουθεί, την ανθρωπιά της και την γλαφυρότητά της. Το δημιούργημα της αποτελεί ορόσημο για την παροικιακή μας λογοτεχνία διότι είναι άκρως ποιητικό σε έκταση και μεγαλείο, χωρίς να κάνει κατάχρηση της κύριας έμπνευσής του. Η υπαινικτική και επιφανειακή εξιστόριση των γεγονότων εμπεριέχει πολλούς θησαυρούς για τον αναγνώστη καθώς και βαθιά ανθρωπιστικά διδάγματα. Πιστεύω, εφόσον την ευχαριστήσω για την μεγάλη τιμή που μου έκανε, εμπιστεύοντας μου την παρουσίαση αυτού του σημαντικού και πρωτοποριακού έργου, να τελειώσουμε με την ανάγνωση του ποιήματος της στην αρχή του βιβλίου, που τα λέει κατά τα γνώμη μου, όλα:

 


 
 

 

 

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info