Η
ΦΘΟΡΑ ΤΗΣ
ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ,
Η ΣΥΝΕΡΓΙΑ ΤΩΝ
Μ. Μ. Ε. ΚΑΙ Η
ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Η
ελληνική
γλώσσα
διέρχεται μια
πολύ κρίσιμη
περίοδο
κάμψης, όπου οι
παραγωγικές
και
αφομοιωτικές
της
ικανότητες
καρκινοβατούν
απελπιστικά
και οι
εκφραστικές
της
δυνατότητες
παραμένουν
στάσιμες
επικίνδυνα,
ενώ η
φυσιογνωμία
της
αλλοιώνεται
ραγδαία και η
αισθητική της
υφίσταται
καταστροφή
πρωτοφανή, και
το κυριότερο,
πλήττονται
πλέον οι
βαθύτεροι
ρυθμοί και η
εσωτερική της
διάσταση.
Α.
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΟΝ
ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ
Εντωμεταξύ,
εκείνο που
έχει
ιδιαίτερη
σημασία, γι’
αυτό και
προκαλεί
μεγάλη
ανησυχία,
είναι ότι η
συντελούμενη
φθορά
επισυμβαίνει
στον ελλαδικό
χώρo κι όχι τόσο
στο χώρο του
απόδημου
ελληνισμού,
όπου το ξενικό
περιβάλλον
είναι φυσικό
να ασκεί
καταλυτική
επίδραση στη
μητρική
γλώσσα των
αποδήμων. Δεν
πρέπει ωστόσο
να
παρηγοριόμαστε
ότι υπάρχουν
στην Ελλάδα
πενήντα ή
εκατό
τεχνίτες του
λόγου, που έτσι
κι αλλιώς θα
υπάρχουν
πάντα ως μαγιά
μέσα στη
γενικότερη
βαρβαρογλωσσιά,
αν και η
επίδρασή τους
είναι πολύ
μικρή στην
ευρύτερη
διαμόρφωση
του γλωσσικού
αισθήματος
και της
γλώσσας, γιατί
συνήθως
υποσκελίζονται
από άλλα
κέντρα με
μεγαλύτερη
δραστικότητα
κι εμβέλεια.
Αξίζει
εδώ να
σημειωθεί ότι
ο γενικότερος
μέσος όρος, που
προκύπτει από
το σύνολο των
φορέων, που
χειρίζονται
το γραπτό και
προφορικό
λόγο,
χαρακτηρίζεται
από μια γλώσσα
υποτονική και
ελλειμματική,
με μειωμένες
αντιστάσεις
εσωτερικές
και
εξωτερικές (η
έκφραση, για
παράδειγμα
παραμελείται
και η αποδοχή
και χρήση
ξενικών
λέξεων και
φράσεων είναι
ανεξέλεγκτη),
μια γλώσσα
σημαδεμένη
από το κλίμα
μιας
υποκουλτούρας
που καθηλώνει
το λαό σε
χαμηλά
πολιτιστικά
επίπεδα και
εθίζει τις
νέες γενιές
των Ελλήνων σε
λύσεις
ευκολίας και
προχειρότητας.
Μέσα
λοιπόν στα
γενικά
πλαίσια ενός
τέτοιου
κλίματος,
παρατηρείται
μεταξύ άλλων
και κάτι το
πρωτοφανές
στην ιστορία
του
νεοελληνικού
πολιτισμού,
όπου η έκφραση
ως αξία
παραμερίζεται
απροκάλυπτα,
υποκύπτοντας
στην πρακτική
ανάγκη για
γρήγορη
διεκπεραίωση,
ποσοτική
αποδοτικότητα
και
χρησιμοθηρική
εμπορική
ωφελιμότητα.
Έτσι μέσα στη
συντελούμενη
σήμερα
γλωσσική
βαναυσουργία
συμπεριλαμβάνεται
ολόκληρο το
φάσμα των
φορέων του
δημόσιου
λόγου
αρχίζοντας
από τους
χειριστές των
ραδιοτηλεοπτικών
μέσων και τους
ποικιλώνυμους
θεράποντες
της γραφίδας (δημοσιογράφους,
συγγραφείς)
και
τελειώνοντας
στους
επιστήμονες
και
διανοούμενους,
τους
πολιτικούς
και τους «πολιτικοποιημένους»
φοιτητές, που ο
καθένας τους
προσφέρει το
κατά δύναμιν
στην
αποψίλωση της
γλώσσας και με
την
ευρωπροσανατολισμένη
ελληνική
πολιτεία να
μένει μάλλον
παθητικός
θεατής της
διαβρωτικής
για τη γλώσσα
μας αυτής
διαδικασίας.
Έτσι,
μέσα στη
γενική
αδιαφορία για
την έκφραση, η
γραμματικοσυντακτική
ορθοέπεια
τείνει να
θεωρηθεί ως
σχολαστική
λεπτομέρεια
που αφορά μόνο
τους ειδικούς
περί τα
γλωσσικά κι
όχι τη μεγάλη
πλειοψηφία
των χειριστών
του δημόσιου
λόγου που
παράγει και
χρησιμοποιεί
μια γλώσσα
ακαλαίσθητη
και
παρεφθαρμένη,
γεμάτη
σολοικισμούς
και
βαρβαρισμούς,
αρρυθμίες και
παρατονισμούς,
μια γλώσσα που
όλο και
περισσότερο
φθείρεται κι
αποχυμώνεται,
μένοντας
ανοχύρωτη
απέναντι στην
πίεση των
ξένων γλωσσών.
Καθώς λοιπόν η
επεκτατική
δυναμική των
βιομηχανικών
κοινωνιών
εγείρει τον
ισοπεδωτικό
τους
πολιτισμό,
αναδεύει απ’ τα
θεμέλια και
την ελληνική
κοινωνία,
καταστρέφοντας
τους ρυθμούς,
τα μέτρα και
τις
πολιτιστικές
της αξίες,
μετατρέποντάς
την σε
πασχίζοντα
ουραγό και
μίμο ξένων
προτύπων,
ενώπιον των
οποίων η
εθνική
ιδιοσυστασία
ξεθωριάζει
και γίνεται
ετεροσήμαντη.
Σ’
αυτή λοιπόν
την όψη των
πραγμάτων
εγγράφεται
και ο
σημερινός
γλωσσοπολιτικός
δογματισμός
που εν ονόματι
ενός
εκδημοτικισμού
των λόγιων
στοιχείων της
γλώσσας μας,
προσπαθεί να
επιβάλλει ένα
πενιχρό
λαϊκότροπο
ιδίωμα,
ενεργώντας
συρρικνωτά
πάνω στην
ολότητα της
νεοελληνικής,
την οποία
προσπαθεί να
αποκόψει από
τα πλούσια
αποθέματα των
λόγιων
καταβολών της
και να την
οδηγήσει σε
κατάσταση
ιστορικής
αμνησίας. Με
τον τρόπο αυτό
η γλώσσα μας
περιορίζεται
σε μια μόνο
συνιστώσα της,
την αμιγή
δηλαδή
δημοτική, γι’
αυτό παύει
πλέον να είναι
αρτιμελής και
ο πλούτος των
εκφραστικών
της
αποχρώσεων
περικόπτεται,
αφού πολλοί
δοκιμασμένοι
εκφραστικοί
της τρόποι
διαγράφονται
ως
λογιοσχημάτιστοι
και πάμπολλες
λέξεις της
παροπλίζονται
με το ίδιο
σκεπτικό. Η
τακτική του
εκδημοτικισμού
των λόγιων
στοιχείων
οδηγεί πολλές
φορές τα
ραδιοτηλεοπτικά
μέσα και τις «προοδευτικές
εφημερίδες» σε
παραλογισμούς
και
γελοιότητες
έτσι ώστε η
λέξη απώλεια,
που έχει λόγια
προέλευση, να
γίνεται
χάσιμο, το
συλλαμβάνω να
γίνεται πάντα
πιάνω και το
ρήμα ψάχνω να
γίνεται
πολυσήμαντο,
αντικαθιστώντας
τα ρήματα
ερευνώ, ζητώ,
αναζητώ,
καταζητώ.
Η
σύγχρονη
δημοτική,
υπονομευμένη
αφ’ ενός από την
τυφλά
εκσυγχρονιστική
ιδεολογία,
στερημένη αφ’
ετέρου από το
δυναμικό
έρεισμα της
λόγιας
συνιστώσας,
αναγκάζεται,
για να καλύψει
την
ανεπάρκειά
της, να
εκλιπαρεί τις
ξένες γλώσσες,
των οποίων
στοιχεία
μεταφυτεύει
πλέον
ανεξέλεγκτα
και αθρόα,
χωρίς ούτε να
τα
εξελληνίζει
πλήρως
πλάθοντας το
ελληνικό του
ισοδύναμο.
Έτσι
παριστάμεθα
μάρτυρες ενός
βαθμιαίου
αφελληνισμού
της γλώσσας
μας, μέσα στο
φυσικό της
χώρο, με
πρωτεργάτες
ραδιόφωνο και
τηλεόραση,
εφημερίδες
και περιοδικά,
διαφημιστές
και εμπόρους
ακόμη και
διανοούμενους
και
θεράποντες
της γραφίδας.
Και συμβαίνει
αυτό συνήθως
εξαιτίας
διαφόρων
πλεγμάτων
όπως εθνική
και ατομική
μειονεξία,
πνευματικός
νεοπλουτισμός,
ματαιόδοξη
διάθεση προς
επίδειξη
γλωσσομάθειας,
επιπολαιότητα,
νωθρότητα
διανοητική
και
αβασάνιστη
παράδοση στη
μόδα,
προχειρότητα
και βιασύνη
δημοσιογραφική.
Για
τους πιο πάνω
λόγους λοιπόν,
αλλά
ενδεχομένως
και για
πολλούς
άλλους, όλο και
περισσότεροι
θεράποντες
του λόγου και
χρήστες της
γραφίδας
θεωρούν
πρέπον να
διανθίζουν τη
γλώσσα τους-στους
αθλητικογράφους
ιδιαίτερα η
ξενότροπη
αυτή τάση έχει
προσλάβει
επιδημικές
διαστάσεις-γελοιοπρεπώς
με ποικίλους
ξενισμούς.
Θεωρούμε
σκόπιμο στη
συνέχεια να
παρουσιάσουμε
δειγματοληπτικά
μερικά
στοιχεία,
προκειμένου
να
στοιχειοθετήσουμε
τα όσα
αναφέραμε πιο
πάνω και
παράλληλα να
επισημάνουμε
πώς τα
στοιχεία αυτά
συνθέτουν
έναν ορατό
κίνδυνο που
απειλεί να
αλλοιώσει τη
φυσιογνωμία
της γλώσσας
μας και την
ιδιοσυστασία
του
πολιτισμού
μας.
1.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΗ
ΔΑΝΕΙΟΛΗΨΙΑ
Ένα πολύ
αρνητικό
στοιχείο που
συμβάλλει
στον
αφελληνισμό
της γλώσσας
μας είναι η
αβασάνιστη
λεξιλογική
δανειοληψία,
όπου η
ελληνική λέξη
εξοβελίζεται
εντελώς
αδικαιολόγητα
από την ξένη.
Έτσι έχουμε:
ρέφερυ αντί
για διαιτητή,
σλάιτς αντί
για
διαφάνειες,
κλαμπ αντί για
λέσχη,
ρέκορντμαν
και
ρέκορντγούμαν
αντί για
πρωταθλητή
και
πρωταθλήτρια,
πρέσιγκ αντί
για πίεση,
σπιντάρω αντί
για επιταχύνω,
μπρέκφαστ
αντί για
πρωινό, ριπλέι
αντί για
επανάληψη,
μπητς αντί για
αμμουδιά ή
γιαλό, σπήκερ
αντί για
εκφωνητή ή
παρουσιαστή,
πρες
κόμφερανς
αντί για
συνέντευξη,
τραβεστί αντί
για
παρενδυματικός
και πολλά άλλα
ξενικά
δανείσματα.
2.
ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΗ
ΑΝΥΠΟΤΑΞΙΑ
α)
Άρση της
προηγούμενης
κλιτικής
προσαρμογής
Στο πεδίο
του
λεξιλογίου η
ανυποταξία
των ξενικών
λέξεων στους
αφομοιωτικούς
μηχανισμούς (τυπικό,
σύνταξη,
φωνητική) και
ιδιαίτερα στη
μορφολογία,
αποτελεί
συντελεστή
αφελληνισμού
μια και η ξένη
λέξη δεν
προσαρμόζεται
στο κλιτικό
μας σύστημα,
αλλά μένει
απολιθωμένη
και
αναλλοίωτη ως
άκλιτη. Αξίζει
να
σημειώσουμε
εδώ ότι ενώ
πριν 30-50 χρόνια
οι ξενικές
λέξεις
ακολουθούσαν
μια
διαδικασία
μορφολογικής
προσαρμογής
στη γλώσσα μας (π.χ.
ο Χίπης-οι
Χίπηδες, ο
τεντυμπόης-οι
τεντυμπόηδες)
ή ακόμη και
πλήρους
εξελληνισμού (το
σουτιέν έγινε
στηθόδεσμος, η
γραβάτα έγινε
λαιμοδαίτης),
σήμερα όμως
επήλθε άρση
της κλιτικής
προσαρμογής,
οπότε οι
ξενικές
λέξεις
διατηρούν
κατά το
δυνατόν την
ποικίλη
μορφολογική
συμπεριφορά
της εθνικής
τους
καταγωγής.
Έτσι έχουμε: ο
καουμπόυ-του
καουμπόυ-οι
καουμπόυς, ο
τεντυμπόυ-του
τεντυμπόυ-οι
τεντυμπόυς, ο
χίπυ-του χίπυ-οι
χίπυς.
β)
Τήρηση ενικού
και
πληθυντικού
σύμφωνα με
τους κανόνες
εθνικής
καταγωγής των
ξενικών
λέξεων
Σύμφωνα με
τους
κλιτικούς
κανόνες της
εθνικής τους
προέλευσης οι
ξενόγλωσσες
λέξεις δεν
μένουν
άκλιτες απλώς
αλλ’
αποβαίνουν
και
ετερόκλιτες.
Έτσι έχουμε:
φίλμ-φίλμς,
τέστ-τέστς,
κλαμπ-κλαμπς,
γκρουπ-γκρουπς
κ.τ.λ. Βλέπουμε
λοιπόν ότι με
την αθρόα
εισροή ξένων
λέξεων και την
τήρηση
κλιτικών
κανόνων
σύμφωνων προς
την εθνική
τους καταγωγή,
θα βρεθούμε σε
λίγα χρόνια
στην ανάγκη να
διδάσκουμε
στα σχολεία, ως
παραρτήματα
της ελληνικής
γραμματικής,
τους κανόνες
και τις
εξαιρέσεις
που διέπουν
τον
σχηματισμό
του
πληθυντικού
και των
θηλυκών των
αγγλικών
ονομάτων.
3.
ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ
ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ
ΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ
ΞΕΝΩΝ ΚΥΡΙΩΝ
ΟΝΟΜΑΤΩΝ
Πριν από τέσσερις
με πέντε
δεκαετίες ο
εξελληνισμός
της γραφής των
ξένων
ονομάτων
αποτελούσε
σχεδόν κανόνα.
Έτσι η γραφή
μας απέδιδε με
επάρκεια και
καθαρότητα τα
ξένα ονόματα
όπως: Καντ, Μαρξ,
Αϊστάιν,
Έγκελς κ.τ.λ.
Κάποτε
μάλιστα τα
εξελλήνιζε
και
μορφολογικά
με επιτυχία,
όπου αυτό ήταν
δυνατό όπως:
Έγελος, Δάντης,
Μολιέρος,
Λαμαρτίνος,
Ρακίνας,
Νεύτονας κ.τ.λ.
Με τον τρόπο
αυτό
καθηγητές,
μαθητές και ο
κάθε
αναγνώστης δε
δυσκολεύονταν
να τα
προφέρουν
σωστά και να τα
χρησιμοποιούν
στη συζήτηση.
Σήμερα
όμως το
σκηνικό έχει
αλλάξει άρδην
σχετικά μ’ αυτό
το θέμα.
Ξενόπληκτοι
χειριστές του
λόγου και
χρήστες του
κονδυλοφόρου
τείνουν να
καθιερώσουν
ενότητα
εθνική-το
φαινόμενο
πιθανόν να
εντάσσεται
μέσα στα
πλαίσια της
ευρωπαϊκής
μας πορείας-σχετικά
με το θέμα των
ξένων
ονομάτων που
απαιτεί όλα τα
κύρια ονόματα
των
λατινογενών
γλωσσών να
αποδίδονται
με λατινικούς
χαρακτήρες
όχι μόνο σε
παραπομπή ή
ένδειξη
βιβλιογραφική-αυτό
άλλωστε είναι
φυσικό και
επιβεβλημένο-
αλλά ακόμη και
μέσα στο
κείμενο.
Έτσι
σήμερα
γράφουμε: Kant, Marx, Einstein
και Hengels.
Η
μέθοδος όμως
αυτή στερεί
τον μη
γλωσσομαθή
αναγνώστη από
το ευκρινές
ηχητικό
περίγραμμα
του ονόματος
και
οπωσδήποτε
δεν
εξυπηρετεί
καμιά θετική
σκοπιμότητα
επ’ ωφελεία της
γλώσσας και
του
πνευματικού
μας
πολιτισμού,
αλλά
παράλληλα
γίνεται και
πηγή
δυσχερειών,
κινδύνων και
ακαλαισθησίας.
Εδώ θα πρέπει
να αναφέρουμε
ότι πέρα απ’ τα
ξένα ονόματα,
που σήμερα
έγινε μόδα να
γράφονται με
λατινικούς
χαρακτήρες,
υπάρχει και η
συνήθεια
ορισμένων
συγγραφέων-ανάμεσά
τους και ο
Σεφέρης-που
παρεμβάλλουν
στα ποιήματα ή
τα
πεζογραφήματά
τους
ξενόγλωσσες
λέξεις ή και
φράσεις
ολόκληρες.
Αλλά
εκτός από τα
ηλεκτρονικά
και έντυπα
μέσα
επικοινωνίας (ραδιόφωνο,
τηλεόραση,
εφημερίδες,
περιοδικά και
βιβλία), που
δέχονται,
χωρίς
αντίσταση, την
ξενική
επίδραση, και ο
ευρύτερος
κοινωνικός
περίγυρος
στην Ελλάδα
παρουσιάζει
το ίδιο θέαμα
γλωσσικής
διάβρωσης και
πολιτιστικής
άλωσης με τη
μορφή έντονης
ξενομειξίας.
Όσοι απ’ εμάς
τους
απόδημους,
μετά από
απουσία ετών,
επισκεπτόμαστε
τη γενέτειρα
με τον πόθο και
τη λαχτάρα να
αναβαπτιστούμε
στα καθαρά
νερά της
γλωσσικής και
πολιτιστικής
μας
κολυμπήθρας-γιατί
μπουχτήσαμε
τον
αγγλοκελτικό
πολιτισμό-,
διαπιστώνουμε
με
απογοήτευση
και μια κάποια
δόση πικρίας
πως τα νερά της
πολιτιστικής
κολυμπήθρας
μολύνθηκαν
επικίνδυνα απ’
την εισροή
μέσα σ’ αυτήν
ξένων
πολιτιστικών
λυμάτων. Όπου
και να στραφεί
το βλέμμα, το
αστικό τοπίο
αλλά και η
ύπαιθρος
ακόμη
συνιστούν
διάκοσμο
εξαμερικανισμένο
και γενικά
εκλατινισμένο
με τις
ξενόγλωσσες
επιγραφές, τη
μουσική, τα
σήματα και τις
διαφημίσεις,
όπου ελληνικά
και ξένα
προϊόντα
περιβάλλονται
τύπο ξενικό
και
δηλώνονται
ξενόγλωσσα ή
απλώς με
εκλατινισμένη
γραφή. Και τότε
εσύ ο νοστήσας
απόδημος,
αντικρύζοντας
την
ξενόπληκτη
γλωσσικά και
πολιτιστικά
γενέθλια γη,
διερωτάσαι: «Μα
πού βρίσκομαι;
στην Αθήνα ή
στη Μελβούρνη;
στη
Θεσσαλονίκη ή
στο Σύδνεϋ;»
Το θέμα των
ξενόγραφων
επιγραφών και
διαφημίσεων
πήρε τέτοιες
διαστάσεις,
μέχρι που
έγινε και
αντικείμενο
ειδικής
έρευνας. Την
έρευνα
διενήργησε ο
Νίκος
Αγριαντώνης
και τη
δημοσίευσε
στο περιοδικό «Κανονάκι»
(τεύχος 1,
Ιανουάριος-Φεβρουάριος
1984) με τον
ξενόγραφο
τίτλο «Xenόglosses epigrafés». Ο ερευνητής,
αφού ερεύνησε
μερικούς
κεντρικούς
δρόμους της
Αθήνας και του
Πειραιά (Λεωφ.
Συγγρού,
Κηφησιάς,
Παπάγου, οδός
Νίκης, Σκουφά,
Πλατεία
Συντάγματος,
Πασαλιμάνι),
κατάρτισε
αποκαλυπτικούς
στατιστικούς
πίνακες που
αληθινά
σοκάρουν. Από
τις 1272 επιγραφές,
οι καθαρά
ελληνικές
είναι μόνο 376, οι
καθαρά
ξενόγλωσσες 473,
οι
μεταγλωτισμένες
από το ξένο
αλφάβητο σε
ελληνικό 28, οι
ελληνικές
γραμμένες με
λατινικό
αλφάβητο 41 και
διάφοροι
άλλοι
συνδυασμοί 315.
Υπερισχύουν
σαφώς οι
ξενόγραφες
επιγραφές.
Όλα
αυτά
καλλιεργούν
το έδαφος, όσο
απίθανο κι αν
φαίνεται, για
την
αντικατάσταση
του ελληνικού
αλφαβήτου με
το λατινικό.
Άλλωστε η ιδέα
για
εκλατινισμό
του αλφαβήτου
μας
υποστηρίχτηκε
κατά καιρούς
από ανθρώπους
που δεν ήταν
τυχαίοι, όπως ο
Μένος
Φιλήντας, ο
οποίος το 1929,
στο περιοδικό «Πρωτοπορεία»,
χρησιμοποιώντας
μάλιστα
λατινογράμματη
γραφή έγραφε: «Prepi na grafoume me
to latiniko
alfavito». Αλλά
και ο
αριστερός
Δημήτρης
Γληνός υπήρξε
ένθερμος
υποστηρικτής
του
αλφαβητικού
εκλατινισμού,
ο οποίος το
Φεβρουάριο
επίσης του 1929,
στο περιοδικό «Νέος
Δρόμος» έγραφε:
«... από την
ορθογραφική
απλοποίηση
και τη
φωνητική
ορθογραφία, η
καλύτερη λύση
είναι η
υιοθέτηση του
λατινικού
αλφαβήτου
γιατί πρώτα
πρώτα μας
εισάγει
μορφικά στην
οικογένεια
των
ευρωπαϊκών
λαών, έπειτα
λύνει με μιας
ολόκληρο το
ορθογραφικό
πρόβλημα». Η
σημερινή
γλωσσική και
πολιτιστική
πραγματικότητα
της
γενέτειράς
μας, με την
πυκνή
κυκλοφορία
ξενόγλωσσων
συμβόλων,
ονομάτων,
λέξεων,
επιγραφών και
σημάτων, ο
κίνδυνος
εισαγωγής του
λατινικού
αλφαβήτου δεν
είναι ούτε
φανταστικός
ούτε καν πολύ
μακρινός.
Αλλά
πέρα από τις
λατινογραμμένες
λέξεις (ονόματα,
επιγραφές,
σύμβολα) υπάρχουν και
πάμπολλα άλλα
ξενότροπα
στοιχεία που
εισβάλλουν
ακατάσχετα, τα
τελευταία
κυρίως χρόνια, στη
γλώσσα μας με
άμεσο κίνδυνο
να αλλοιώσουν
τη
φυσιογνωμία
της
πλήττοντας τη
μορφολογική
και τη
φωνητική της
ενότητα.
Να
μερικά
στοιχεία που
έχουν γίνει
πολύ της μόδας
και
χρησιμοποιούνται
κατά κόρον από
τα ελληνικά Μ. Μ.
Ε.
1) Χρησιμοποιείται
πολύ συχνά η
σύνταξη κατά
το νοούμενον
αλλά
επηρεασμένη
από ξενότροπη
σύνταξη όπως: α) η
πλειοψηφία
των μαθητών
συμμετέχουν (αντί
του σωστού η
πλειοψηφία
των μαθητών
συμμετέχει), β)
η ομάδα των
διαδηλωτών
κατευθύνθηκαν
(αντί του
σωστού η ομάδα
των
διαδηλωτών
κατευθύνθηκε).
Βέβαια έχουμε
και στη γλώσσα
μας τη σύνταξη
κατά το
νοούμενον,
όπου το ρήμα
μπαίνει στον
πληθυντικό
ενώ το
υποκείμενο
είναι στον
ενικό (π.χ. ο
κόσμος
σφάζουν αρνιά
αντί ο κόσμος
σφάζει αρνιά),
αλλά η συχνή
χρήση της
σύνταξης
αυτής γίνεται
από ξενότροπη
τάση.
2) Χρησιμοποιούνται
ξενογενή
συντακτικά
σχήματα που
συμβαίνει να
διατηρούν εν
μέρει τη
συντακτική
συμπεριφορά
της εθνικής
τους
καταγωγής που
στα ελληνικά
τα συντακτικά
αυτά σχήματα
είναι καθαροί
σολοικισμοί.
Έτσι έχουμε:
νόμος-πλαίσιο (αντί
του σωστού
πλαίσιο νόμου).
Επίσης
διαβάζουμε
συχνά στις
εφημερίδες
φράσεις όπως
αυτή: του νόμου-πλαίσιο
(αντί του
σωστού του
πλαισίου
νόμου). Επίσης
σολοικισμοί,
που
χρησιμοποιούνται
πολύ συχνά από
τα ΜΜΕ, είναι
και οι
εκφράσεις του
τύπου: η
πολιτική
πράξη γλώσσα (αντί
του σωστού: η
γλώσσα ως
πολιτική
πράξη), οι
Άγγλοι δεν
καταλαβαίνουν
τίποτα στην
ψυχανάλυση (αντί
του σωστού: οι
Άγγλοι δεν
καταλαβαίνουν
τίποτα από την
ψυχανάλυση).
3). Αλλά
εκεί που η
άλωση είναι
εμφανής και
εκτεταμένη
είναι η
περιοχή των
βαπτιστικών
ονομάτων. Τα
ξενοφανή
βαπτιστικά
ονόματα
χρησιμοποιούνται
πολύ και εδώ
στην παροικία
μας, ως μη έδει,
αλλά εδώ
συμβαίνει κι
από κάποια
πρακτική
ανάγκη
προσαρμογής
στο κυρίαρχο
αγγλοκελτικό
περιβάλλον,
κυρίως στα
σχολεία. Στην
Ελλάδα, τα
παλιότερα
χρόνια, η τάση
για ξενότροπη
μεταποίηση
των ελληνικών
ονομάτων, ήταν
φαινόμενο που
επιχωρίαζε
κυρίως στις
πλούσιες και
νεόπλουτες
τάξεις, ως
δηλωτικό
αριστοκρατικής
καταγωγής.
Σήμερα έγινε
μια
κοσμοπολίτικη
μόδα που
απλώθηκε σ’
όλες τις
κοινωνικές
τάξεις. Έτσι η
Ουρανία έγινε
Ράνια, η
Ευγενία έγινε
Τζένη, η
Γεωργία έγινε
Τζίνα, η Ειρήνη
έγινε Ρενέ, η
Δέσποινα
έγινε Ντέπη κ.τ.λ.
4). Σήμερα
παρατηρείται
και το
φαινόμενο
εκτοπισμού
από τη γλώσσα
μας γαλλικών
λέξεων και
αντικατάστασής
τους από
αγγλικές, για
να περάσουμε
από την πλαζ
στο μπητς, από
τον
κομφερανσιέ
στον σπήκερ,
από το πατινάζ
στο σκέιτινγκ
και από το
μπουφάν στο
τζάκετ.
Όλα
αυτά τα
ξενογενή
στοιχεία που
εισρέουν
ακατάπαυστα
κι
ανεξέλεγκτα
στη γλώσσα μας,
δεν άφησαν
αδιάφορους
ανθρώπους των
γραμμάτων και
της επιστήμης,
οι οποίοι
μάλιστα
συνέπηξαν και Γλωσσικό
Όμιλο για να
ενεργήσουν
συστηματικότερα.
Ο Γλωσσικός
Όμιλος δε
βρήκε καμιά
ανταπόκριση
από την πλευρά
της ελληνικής
πολιτείας, ενώ
από την πλευρά
των «καθαρόαιμων»
δημοτικιστών
δέχτηκε
καταιγιστικά
πυρά, οι οποίοι
συσχέτισαν
άκαιρα τις
θέσεις του
Γλωσσικού
Ομίλου με τις
καθαριστικές
υπερβολές
των
αρχαϊστών του
περασμένου
αιώνα.
Μέσα
στο κλίμα της
γενικότερης
εξαχρείωσης
της γλώσσας
μας από τους
ξενισμούς,
έκανε την
εμφάνισή του
στην Ελλάδα,
εδώ και μερικά
χρόνια, κι ένας
άλλος
γλωσσικός
όμιλος-παράρτημά
του ιδρύθηκε
κι εδώ στη
Μελβούρνη-, που
φέρει την
επωνυμία Οργανισμός
για τη
Διεθνοποίηση
της Ελληνικής
Γλώσσας. Ο
οργανισμός
αυτός δε
φαίνεται να
ασχολείται
στα σοβαρά με
τα φαινόμενα
αλλοίωσης,
φθοράς και
παρακμής της
γλώσσας μας
από ξένες
επιδράσεις,
μέσα στο
φυσικό της
χώρο, γι’ αυτό
κι έχει θέσει
ως πρωταρχική
του επιδίωξη
τον
υπερβατικό
στόχο για
διεθνοποίηση
της γλώσσας
μας. Τους
θαυμάζουμε
για το
κουράγιο και
τον αγώνα που
κάνουν, παρόλο
που
διακρίνουμε
κάποια δόση
ουτοπικού
ρομαντισμού
στους στόχους
και στα
οράματά τους. Η
γλώσσα μας δεν
έχει ανάγκη
από
ανεδαφικές
υπερβάσεις.
Χρειάζεται
πρώτιστα
προστασία από
τους
ξενισμούς που
τον
κατακλύζουν
σε γρήγορους
ρυθμούς, έτσι
που τελικά θα
μείνουν πολύ
λίγα Ελληνικά
στοιχεία απ’
αυτήν για
διεθνοποίηση
γιατί στο
μεταξύ η ίδια
θα έχει ήδη
μεταναστεύσει
στις ξένες. Στο
θέμα της
προστασίας
της γλώσσας
μας, αν και δεν
είμαστε
θιασώτες του
απόλυτου
κρατικού
παρεμβατισμού,
θεωρούμε
ωστόσο ζωτική
την παρέμβαση
της πολιτείας,
αν χρειαστεί
ακόμη και με
νομοθετικές
ρυθμίσεις στο
χώρο της
παιδείας, για
να
περιοριστεί,
αν όχι να
σταματήσει
εντελώς, η
αποχύμωση και
ο
αποχρωματισμός
της γλώσσας
μας. Έχουμε
απόλυτη
εμπιστοσύνη
στον
εκφραστικό
της πλούτο γι’
αυτό θεωρούμε
τους ξένους
δανεισμούς
περιττούς. Η
γλώσσα μας,
όταν αντλεί απ’
όλα της τα
κοιτάσματα,
έχει πλήρη
επάρκεια και
ικανότητα
παραγωγικοσυνθετική
για να
αποδώσει με
δικά της μέσα
οποιαδήποτε
έννοια ή
αντικείμενο.
Υπήρξε εποχή
που μπήκαν στη
γλώσσα μας
ξένες λέξεις
προσαρμοσμένες
μορφολογικά,
αλλά με
πρωτοβουλία
της πολιτείας
οι λόγιοί μας
έπλασαν νέες
για ν’
αποδώσουν τις
ξένες. Έτσι η
γαζέτα έγινε
εφημερίδα, ο
μινίστρος
έγινε
υπουργός, η
πολιτσά έγινε
αστυνομία, η
πόστα έγινε
ταχυδρομείο κ.ο.κ.
Στην κρίσιμη
καμπή που
διανύει η
γλώσσα μας
σήμερα,
χρειάζεται η
κρατική
παρέμβαση για
να σταματήσει
το σύνδρομο
της
ξενοπληξίας,
απ’ το οποίο
πάσχουν, στη
γενέτειρα
αλλά και στην
ξένη, οι κάθε
λογής
ασχολούμενοι
με τον γραπτό ή
και προφορικό
ελληνικό λόγο.
Β.
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ
ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΟ
ΧΩΡΟ ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ
Η
ελληνική
γλώσσα εδώ
στην
Αυστραλία, στο
χώρο δηλαδή
της ελληνικής
παροικίας,
παρουσιάζει
μια σταθερή
κάμψη που τη
διακρίνουμε
στις εξής δυο
μορφές: α)
Στη
δημιουργία
από τους
μετανάστες
της πρώτης
γενιάς μιας
αγγλοελληνικής
διαλέκτου-ο
καθηγητής του
Πανεπιστημίου
του La Trobe
της
Μελβούρνης κ. Α.
Τάμης, σε
γλωσσολογική
του μελέτη την
ονομάζει «εθνοδιάλεκτο»-με
εκείνα τα
ακαταλαβίστικα
και φαιδρά
όπως: φλώρι,
φρήζα, μαρκέτα,
μπούκο,
καρπέτο, στόφα
κ.τ.λ. β) Στη
λεξιπενία,
στην
εκφραστική
δυσκαμψία και
στους
αδόκιμους
νεολογισμούς
που ηχούν
αστεία στο
στόμα της
δεύτερης και
της τρίτης
γενιάς. Βέβαια
από τη
δεκαετία του ’70
κι εντεύθεν η
γλώσσα μας
έγινε δεκτή, ως
ισότιμο
μάθημα, μέσα
στο αναλυτικό
πρόγραμμα
πολλών
αυστραλιανών
σχολείων (κρατικών
και μη) ή
διδάσκεται σε
σχολεία
γλωσσών (κρατικού
ή ιδιωτικού
φορέα) και
καταξιώθηκε
με την
αναγ